Πολιτικη & Οικονομια

Η μόνη αποδεκτή λύση για το «Μακεδονικό»

Η αναγόρευση μιας «Νέας Μακεδονίας»

Δημήτρης Αριστοτέλους
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ι. Το λεγόμενο «Μακεδονικό» είναι ένα πραγματικό, και όχι κατά φαντασίαν, πρόβλημα για την Ελλάδα. Η χώρα που κείται πέριξ της πόλεως των Σκοπίων αποτελεί, στη σύγχρονη πραγματικότητα, μία μοναδική περίπτωση προσβολής και περιφρόνησης κάθε προσχήματος περί Δικαίου, ηθικής και ειρηνικής συμβίωσης των κρατών. Δυστυχώς, όμως, αυτό είναι κάτι που πολλοί Έλληνες, κυρίως «φιλελεύθεροι» της δεξιάς και «διεθνιστές» της αριστεράς, αδυνατούν ή αρνούνται να αντιληφθούν. Πράγμα που συμβαίνει διότι η εμβέλεια της σκέψης τους, παρά το ότι ισχυρίζεται πως κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, δεν είναι μεγαλύτερη από την εμβέλεια της σκέψης των διαφόρων εθνοκάπηλων σύγχρονων «Μακεδονομάχων». Εφόσον λοιπόν οι επαγγελματίες πατριώτες υποστηρίζουν ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική» και απειλείται από τους Σκοπιανούς, οι σοφοί εγχώριοι φιλελευθεροδιεθνιστές δεν έχουν καμία δυσκολία να αποφανθούν, εξ αντιδιαστολής, πως το «Μακεδονικό» είναι είτε ένα κατά φαντασίαν πρόβλημα, είτε μία περίπτωση ακραίου εθνικιστικού παραλογισμού και συλλογικής υστερίας των Ελλήνων οι οποίοι επιθυμούν να αποστερήσουν από έναν μικρό και φτωχό λαό το αυτονόητο δικαίωμά του να ονομάζεται όπως επιθυμεί και να εναγκαλίζεται όποια ιστορική κληρονομιά επιλέγει!

Δυστυχώς όμως. Το «Μακεδονικό» δεν είναι έτσι όπως θέλουν να το παρουσιάσουν, είτε από άγνοια είτε από δογματική αγκύλωση, οι φιλελευθεροδιεθνιστές. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που στην ουσία δεν προκύπτει ούτε από το ποιος δικαιούται την κληρονομιά του Μεγαλέξανδρου −όπως εκ προοιμίου συμφωνούν οι εγχώριοι εθνοκάπηλοι με τον Γκρουέφσκι−, ούτε από το αν κάποιος τόλμησε να κατηγορήσει τη μητέρα του Μεγαλέξανδρου ότι δεν ήταν πραγματικά ενάρετη. Το «Μακεδονικό» είναι πολύ πιο σοβαρό γιατί στην πραγματικότητα είναι ένα  ζήτημα συμβολικής εθνοκάθαρσης, ή ακόμα και συμβολικής γενοκτονίας. Αφορά τη συμβολική μεν, ευθέως διακηρυσσόμενη δε, εθνοκάθαρση-γενοκτονία των κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας, κάτι που όχι μόνο αποτελεί την κεντρική πολιτική του κράτους των Σκοπίων αλλά και τον συγκροτησιακό του όρο, τη θεμελιώδη συνθήκη της συνολικής ύπαρξής του. Στην τρέχουσα διεθνή πραγματικότητα, με μόνη εξαίρεση ίσως το Ιράν (που αρνείται την ίδια την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ, όπου όμως, εκεί τουλάχιστον υφίσταται ένα πραγματικό υπόβαθρο ιστορικής αδικίας εις βάρος της Παλαιστίνης), δεν συναντάται άλλη περίπτωση κράτους που να διαπαιδαγωγεί τους νέους του και να συνεγείρει τους πολίτες του όχι μόνο με το όραμα του διαμελισμού μίας όμορης χώρας και της προσάρτησης μιας γεωγραφικής ενότητάς της, αλλά, ακόμη περισσότερο, με το όραμα της αλλαγής της πληθυσμιακής σύνθεσης και της εθνικής ταυτότητας των κατοίκων της περιοχής που θα προσαρτήσουν! Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνει, και σε τι άλλο μπορεί να συνίσταται, το όραμα της «εθνικής ολοκλήρωσης» των Σκοπιανών όταν διακηρύσσουν ότι θέλουν να απελευθερώσουν τους «αδελφούς» τους «Μακεδόνες του Αιγαίου»; Τη στιγμή μάλιστα που, αποδεδειγμένα, όσοι διατηρούν σκοπιανή εθνική συνείδηση στην ελληνική Μακεδονία δεν είναι περισσότεροι από λίγες χιλιάδες ή και εκατοντάδες. Τι άλλο μπορεί να συνεπάγεται, εκτός από προπαγάνδιση εθνοκάθαρσης και γενοκτονίας, το όραμα που ενσταλάζουν στα μικρά σκοπιανόπουλα με την «ιστορία» που τους διδάσκουν στα σχολεία, αλλά και στους πολίτες της χώρας τους με τους χάρτες που αναρτούν στις δημόσιες υπηρεσίες τους και με τα αγάλματα που αναγείρουν στις πλατείες τους;  Διότι, πώς αλλιώς, παρά μόνο με εθνοκάθαρση, θα μπορούσαν να «απαλευθερώσουν» την  υποτιθέμενη «Μακεδονία του Αιγαίου» όταν σε αυτήν, εκτός από τα ελάχιστα σκοπιανής συνείδησης άτομα, διαβιούν και κάποια εκατομμύρια έλληνες πολίτες που, καλώς ή κακώς, παραμένουν Έλληνες με την κατά Ρενάν διαδικασία του «καθημερινά επαναλαμβανόμενου δημοψηφίσματος» με το οποίο αποφασίζουν, επί καθημερινής βάσεως, σε ποιο έθνος ανήκουν;

Η διακήρυξη και πρόταξη από τους Σκοπιανούς, σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο, του οράματος της «απελευθέρωσης της Μακεδονίας» και της «εθνικής ολοκλήρωσής» τους δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά δήλωση πρόθεσης για εθνοκάθαρση ή και γενοκτονία. Και όμως αυτή η ακραία, εξοργιστική περίπτωση διέγερσης και υπόθαλψης εθνο-φυλετικού μίσους και επιβουλής κατά της ακεραιότητας μίας σύγχρονης χώρας από την πλευρά μίας άλλης δεν φαίνεται να ενοχλεί και πολλούς δημοσιολογούντες, ούτε στον δυτικό κόσμο ούτε και στο εσωτερικό της χώρας μας. Ιδιαίτερα μάλιστα, τόσο από «φιλελεύθερους» όσο και από «διεθνιστές» το ξεκάθαρα γενοκτονικό πρόταγμα επάνω στο οποίο έχει οικοδομηθεί το κρατικό μόρφωμα των Σκοπίων κρίνεται δίκαιο και θεμιτό με κριτήριο το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού!

Είναι άραγε αυτό σωστό; Ασκούν απλά το δικαίωμα του αυτοπροδιορισμού οι Σκοπιανοί όταν διεκδικούν ιστορικά δικαιώματα ως «Μακεδονικό έθνος»; Φυσικά και όχι γιατί η διεκδίκησή τους είναι κραυγαλέα παράλογη και στρεψόδικη. Στην πραγματικότητα εκείνο που κάνουν οι Σκοπιανοί (με τις λαθροχειρίες τους και τα ψεύδη τους) είναι ότι οι ίδιοι επιχειρούν να αποστερήσουν πλήρως το συγκεκριμένο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού από τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής της γεωγραφικής Μακεδονίας (που είναι, φυσικά, η περιοχή της οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και όχι η «ιστορική» Μακεδονία). Το εγχείρημα της ιδιαίτερης αυτής ομάδας Σλάβων (οι οποίοι δεν θέλουν να είναι Βούλγαροι και μπορούν να μην είναι Βούλγαροι −παρά το ότι εθνοφυλετικά και πολιτισμικά είναι πλήρως συγγενείς− διότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να είναι ό,τι θέλει) είναι κατά κυριολεξία εξοργιστικό και εξωφρενικό για έναν πολύ απλό λόγο: ενώ και σήμερα, όπως και πάντοτε στο παρελθόν, η ομάδα αυτή είναι και ήταν μειοψηφία στο πληθυσμιακό μωσαϊκό της γεωγραφικής Μακεδονίας, διεκδικεί, εν τούτοις, ως εθνικό της όνομα το όνομα της γεωγραφικής περιοχής αξιώνοντας έτσι ταυτοχρόνως να αποκτήσει, βίαια και αυθαίρετα, και ανάλογα ιστορικά πλεονεκτήματα και πρωτοκαθεδρία στην περιοχή, έναντι των άλλων πλειοψηφούντων πληθυσμιακά Μακεδόνων, οι οποίοι όμως μειονεκτούν ως προς τους Σκοπιανούς με βάση τη φασιστική σκοπιανή λογική κατά το ότι είναι μεν «Μακεδόνες» ως προς την τοπική τους καταγωγή και προέλευση αλλά όχι και ως προς το έθνος! Έτσι, με βάση το εφεύρημα αυτό, η μειοψηφία των Σκοπιανών Σλάβων διεκδικεί προνόμια πολιτών α' κατηγορίας για τα μέλη της, έναντι των υπολοίπων Μακεδόνων οι οποίοι ανήκουν σε υποδεέστερη κατηγορία, χωρίς «ιστορικά» δικαιώματα διότι δεν έχουν το προνόμια της «Μακεδονικής εθνότητας»! Πρόκειται δηλαδή για μία απίστευτη λαθροχειρία με την οποία επιχειρούν να διαγράψουν ολόκληρους λαούς, κράτη και έθνη από το προσκήνιο της Ιστορίας. Και το επιχειρούν αυτό, μάλιστα, όχι κάπου αλλού αλλά στην περιοχή εκείνη του κόσμου που στη νεότερη ιστορία έγινε συνώνυμη της συνύπαρξης και συμβίωσης πλειόνων εθνοτήτων και εθνικών ομάδων (τόσο πολύ που η ονομασία της κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη, παγκοσμίως, για να δηλώσει την ανάμειξη όλων των νωπών καρπών: macedoine λέγεται σε όλα τα καλά εστιατόρια του κόσμου η φρουτοσαλάτα).

Έχουμε λοιπόν μία εξωφρενική περίπτωση όπου μία μικρή εθνική, ή μάλλον εθνοτική, μειοψηφία σφετερίζεται το όνομα της γεωγραφικής περιοχής στην οποία μειοψηφεί πληθυσμιακά και δηλώνει, παρ' όλα ταύτα, ότι αυτή είναι ο περιούσιος λαός της περιοχής, ο αυθεντικός εκπρόσωπος της ιστορίας και του πολιτισμού της, ο νόμιμος κληρονόμος της γης της, ενώ όλοι οι υπόλοιποι (η πλειοψηφία δηλαδή) δεν έχουν εθνικά δικαιώματα επ’ αυτής και ό,τι κατέχουν το έχουν σφετεριστεί και υφαρπάξει! Καθώς και ότι η «εθνική ολοκλήρωση» του περιούσιου αυτού έθνους και η απελευθέρωση της γεωγραφικής περιοχής (!) θα επέλθουν μόνο όταν αυτή η συγκεκριμένη μειοψηφία καταλάβει τη γεωγραφική έκταση στο σύνολό της για να επιβάλλει τον ορθό εθνικό χαρακτήρα στους υπόλοιπους, δηλαδή στην πλειοψηφία που κατοικεί εκεί! (Και ως επί το πλείστον κατοικούσε εκεί ακόμη και πριν εμφανιστούν στην περιοχή οι Σκοπιανοί Σλάβοι, αν αυτό έχει κάποια σημασία).

Η «εθνομακεδονική» σκοπιανή ιδεολογία αποτελεί, συνεπώς, μία μοναδική περίπτωση στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία και μία απίστευτη φασιστική πρόκληση. Προπαγανδίζει ανερυθρίαστα ως εθνικό της δίκαιο, μία εθνοκάθαρση, ή ακόμη και γενοκτονία. Για την  οποία, βεβαίως, οι επιπόλαιοι φιλελευθεροδιεθνιστές συνηθίζουν να αντιτείνουν το απίστευτο (μάλλον «κανονιστικού» τύπου, σύμφωνα με την λόγια ιδιόλεκτό τους) επιχείρημα ότι «αυτά δεν μπορούν να γίνουν στις μέρες μας και μάλιστα στην Ευρώπη, και μάλιστα από ένα λιλιπούτειο κράτος». Πλην όμως, σε συγκεκριμένες ιστορικές περιπτώσεις και υπό ειδικές συνθήκες −γιατί όλοι πλέον έχουμε μάθει ότι η Ιστορία δεν είναι ούτε γραμμική, ούτε προβλέψιμη− το συμβολικό και πολιτικό πρόταγμα μπορεί να υλοποιηθεί και να γίνει πραγματικότητα και ιστορικό γεγονός. Αλλά ακόμη και αν ο φιλελευθεροδιεθνιστικός ισχυρισμός ήταν αλήθεια, αν δηλαδή η εθνοκτονική βλέψη των Σκοπιανών είχε πολύ λίγες πιθανότητες να υλοποιηθεί, το ερώτημα παραμένει; Γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε να αποδεχθεί και να νομιμοποιήσει μία τέτοια φασιστική πρόκληση, και μία ευθεία απειλή, έστω και λεκτική, εναντίον της εθνικής της ακεραιότητας και εναντίον των πολιτών της που ζουν στην Μακεδονία; Ποια άλλη χώρα θα δεχόταν κάτι ανάλογο;

Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται, ή δεν θέλουν να αντιληφθούν, οι εγχώριοι «φιλελεύθεροι» και «διεθνιστές», διευκολυνόμενοι και από το ότι έχουν αναδείξει ως βολικό τους αντίπαλο κάθε γραφικό εθνοκάπηλο, είναι ότι το «Μακεδονικό» δεν έχει και τόσο πολύ σχέση με την «ελληνικότητα της Μακεδονίας». Έχει πολύ περισσότερο σχέση με τη «μακεδονικότητα της Μακεδονίας» και με τη λαθροχειρία μέσω της οποίας οι Σκοπιανοί «εθνοκαμεδόνες», μία εθνοτική ομάδα η οποία ήταν και είναι μειοψηφική στην περιοχή, επιχειρεί να αποκτήσει προνομιακή θέση κυριαρχίας έναντι των άλλων  λαών της γεωγραφικής Μακεδονίας, και κυρίως του ελληνικού, στηριζόμενη στο γεωπολιτικό και διπλωματικό θράσος της που πηγάζει από την ολοκληρωτική ιδεολογία που αποτελεί και το συνδετικό υλικό της εθνικής της συγκρότησης. Το θράσος αυτό, δε, το εκφράζει με έναν απίστευτα χυδαίο εθνικισμό που θα φαινόταν βάρβαρος ακόμα και στις αρχές του 19ου αιώνα. Και όμως, οι εγχώριοι αλλά και οι Ευρωπαίοι φιλελευθεροδιεθνιστές τον ανέχονται, τον αποδέχονται και ενίοτε τον ασπάζονται, ακόμη και σήμερα, στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα − στο όνομα μάλιστα της απόρριψης του εθνικισμού! Εάν οι φιλελεύθεροι και οι διεθνιστές  πίστευαν πραγματικά τις αρχές που επικαλούνται καιροσκοπικά, τότε θα έπρεπε αυτοί οι ίδιοι, πρώτοι-πρώτοι, πριν και από τους «Μακεδονομάχους», να έχουν στραφεί κατά της φασιστικής και ολοκληρωτικής ιδεολογίας των Σκοπιανών! (Δυστυχώς οι άστοχες ρομαντικές εκρήξεις μας για το «όνομά και την ψυχή μας» και για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας» έχουν δημιουργήσει πολύ μεγάλη σύγχυση και έχουν αποτρέψει ακόμα και την ελληνική κοινή γνώμη, αλλά πολύ περισσότερο τους διεθνείς παράγοντες, από το να αντιληφθούν τι πραγματικά σημαίνει το όνομα της Μακεδονίας και πού βρίσκεται το πρόβλημα).

Το «Μακεδονικό» ως πρόβλημα δεν είναι δημιούργημα κάποιων δημαγωγών ή κάποιων ακραίων φανατικών, έστω και εάν μερικοί έχτισαν ολόκληρες πολιτικές σταδιοδρομίες δημοκοπώντας γύρω από αυτό. Είναι πραγματικό πρόβλημα διότι αφορά μία ευθεία απειλή για την υπόσταση του ελληνικού κράτους. Μία ευθεία απειλή που δεν έχει κανένα ηθικό έρεισμα ούτε στο διεθνές Δίκαιο, ούτε στην ιστορία, ούτε στην λογική, ούτε στην ίδια την πραγματικότητα. Οι Σκοπιανοί ήταν και είναι, στο γεωγραφικό χώρο της νεότερης Μακεδονίας (όπως αυτή προσδιορίσθηκε στην οθωμανική περίοδο), μία μειοψηφία. Δεν μπορούν, συνεπώς, να ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι εθνικά «Μακεδόνες» και όλοι οι άλλοι γύρω τους, δηλαδή η πληθυσμιακή πλειοψηφία, είναι μη-εθνικά αλλά μόνο «τοπικά» Μακεδόνες, και ως εκ τούτου ξένα σώματα προς την περιοχή. Ο λόγος που διεκδικούν αυτό το συγκεκριμένο όνομα, και όχι οποιοδήποτε άλλο (που δεν θα τους το αρνιόταν κανείς), είναι ότι μέσα από τη λαθροχειρία να παρουσιάζουν τον συγκεκριμένο γεωγραφικό όρο ως ισοδύναμο και ταυτόσημο με κάποια εθνική ταυτότητα μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις εδαφικής επέκτασης και φυλετικής κυριαρχίας εις βάρος, κυρίως, της Ελλάδας. Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε ποτέ να κάνει αποδεκτή την ύπαρξη στα βόρεια σύνορά της ενός σκοπιανού κράτους με το όνομα «Μακεδονία». 


ΙΙ. Σημαίνουν τα παραπάνω, μήπως, ότι δεν θα έπρεπε να αναζητήσουμε και να επιδιώξουμε μία κοινά αποδεκτή λύση με τους γείτονές μας, ειδικά μάλιστα τώρα που φαίνεται ότι οι ακραίες αντιλήψεις και επιδιώξεις στο εσωτερικό τους έχουν χάσει έδαφος και δείχνουν να είναι έτοιμοι για κάποιον συμβιβασμό; Η απάντηση είναι πως πρέπει πάντοτε να αναζητούμε έναν λογικό συμβιβασμό, πλην όμως αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο επάνω σε κάτι το οποίο θα είναι βιώσιμο, δηλαδή σε κάτι που θα αφοπλίζει οριστικά την σημειολογική, διπλωματική και γεωπολιτική επιθετικότητα των Σκοπίων, και θα αναιρεί το πρόταγμα της  εθνοκάθαρσης-γενοκτονίας των μη «εθνομακεδόνων». Συνεπώς, το ακριβές όνομα που θα επιλεγεί είναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα γιατί από αυτό θα  κριθεί εάν στη συνέχεια οι Σκοπιανοί θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις λαθροχειρίες και τις τυχοδιωκτικές και κακοποιές επιδιώξεις τους ως «εθνομακεδόνες» ή εάν, αντίθετα, μετά την επίτευξη συμφωνίας, θα στραφούν προς το εσωτερικό της χώρας τους προσπαθώντας να οικοδομήσουν ένα σοβαρό κράτος και μία ανθρώπινη κοινωνία.

Όπως είναι γνωστό σε όποιους δεν είναι δογματικά τυφλοί, οι Σκοπιανοί σήμερα διαθέτουν ένα διεθνώς διεφθαρμένο κρατίδιο το οποίο αν ξεχωρίζει για κάτι είναι ότι δεν χάνει ευκαιρία να συμμετέχει σε οποιοδήποτε έγκλημα λαμβάνει χώρα επί της γης με σκοπό να κερδίσει την εύνοια των ισχυρών και την αναγνώρισή του ως «Μακεδονία» από αυτούς ακριβώς τους ισχυρούς. Δεν είναι μόνο ότι τα Σκόπια τρέχουν πρώτα-πρώτα σε οποιαδήποτε «συμμαχία των προθύμων» για να εισβάλλουν σε όποια χώρα του πλανήτη τους ζητηθεί. Εξίσου σημαντικά είναι διάφορα άλλα πράγματα που συμβαίνουν εκεί, όπως η αντιμετώπιση που έχουν στη δική τους μειονότητα, η ακραία διαφθορά της κοινωνίας τους αλλά, επίσης, και η αντίληψη που έχουν για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του δημοκρατικού τους φρονήματος το γεγονός που συνέβη τον Οκτώβριο του 2001, λίγο μετά την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων στη Νέα Υόρκη: Οι αρχές ασφαλείας της χώρας εκτέλεσαν εν ψυχρώ έξι αθώους πακιστανούς μετανάστες δηλώνοντας στη συνέχεια ότι αποτελούσαν μία ομάδα η οποία είχε σκοπό να προβεί σε τρομοκρατικές πράξεις εις βάρος του κράτους των Σκοπίων το οποίο, με την ενέργειά του αυτή προσχώρησε πανηγυρικά και αυτοδικαίως στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που μόλις είχε κηρύξει ο πρόεδρος Μπους. (Αυτά, μαζί με τη συμμετοχή στη «συμμαχία των προθύμων», έφεραν τελικά και την αναγνώριση της χώρας από τις ΗΠΑ με το όνομα «Μακεδονία»).

Τέτοιο είναι το ήθος επάνω στο οποίο μπορεί να χτιστεί ένα κράτος που έχει σαν σκοπό του όχι την ευημερία των πολιτών του μέσα από την εργασία τους και τον μόχθο τους, όχι την ειρηνική συνύπαρξή του με τους γύρω λαούς, αλλά, αντίθετα, την εθνοκάθαρση και τη γενοκτονία των γειτόνων του. Τέτοιο επίσης είναι το κράτος −καθόλου τυχαία με την πλέον ρυπαρή και ευτελή αισθητική παγκοσμίως− το οποίο συμπαθούν και με το οποίο αρέσκονται να συνομιλούν οι εγχώριοι ή ευρωπαίοι «διεθνιστές» και «φιλελεύθεροι», βαθιοί γνώστες, εκτός των άλλων, και του έργου του Ernest Gellner και του Benedict Anderson.

O συμβιβασμός με τα Σκόπια, λοιπόν, δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο επάνω σε ένα όνομα το οποίο θα ακυρώνει τον επεκτατισμό τους και το πρόταγμα της εθνοκάθαρσης-γενοκτονίας της ελληνικής Μακεδονίας. Οι έλληνες πολιτικοί, φιλελεύθεροι και διεθνιστές ενίοτε, που με έκδηλη επιπολαιότητα προτείνουν την αποδοχή ενός σύνθετου ονόματος με γεωγραφικό προσδιορισμό όπως «Άνω Μακεδονία» ή «Βόρεια Μακεδονία» θα πρέπει να το ξανασκεφθούν. Η κρατική οντότητα «Βόρεια Μακεδονία», σημειολογικά και όχι μόνο, θα είναι πάντοτε σε κατάσταση αναμονής για την επανένωσή της με την υποτιθέμενη «Νότια Μακεδονία», όπως η Ανατολική Γερμανία ενώθηκε με τη Δυτική, το Βόρειο Βιετνάμ ενώθηκε με το Νότιο, η Βόρεια Υεμένη με τη Νότια και όπως, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, η Βόρειος Κορέα θα ενωθεί και αυτή με τη Νότιο Κορέα. Ο γεωγραφικός-χωρικός προσδιορισμός, είτε «Άνω» είτε «Βόρεια Μακεδονία», υποδηλώνει ένα κράτος σε αναμονή  της ένωσής του με την υπόλοιπη «Νότια» ή «Κάτω Μακεδονία». Έτσι θα εκληφθεί από τους Σκοπιανούς και αναπόφευκτα θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως όχημα του επεκτατικού γενοκτονικού σχεδίου τους.

Το μόνο πρόθεμα το οποίο μπορεί να ακυρώσει το δεύτερο συνθετικό «Μακεδονία» ως δηλωτικό εθνότητας, και να το μηδενίζει παγίως, ακριβώς με τον τρόπο που το μηδέν μηδενίζει οποιοδήποτε αριθμό με τον οποίο πολλαπλασιάζεται, είναι το πρόθεμα «Νέα». Η «Νέα Μακεδονία» δεν μπορεί να είναι τίποτα διαφορετικό από τη Νέα Καληδονία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νέα Σκωτία ή και τη Νέα Ελβετία ακόμη: Ουδεμία τους έχει έστω και το παραμικρό ιστορικό δικαίωμα επί της «παλαιάς». Το πρόθεμα «Νέο» είναι κάτι που δύναται να προσθέσει κανείς σε οποιοδήποτε όνομα θέλει χωρίς να προσβάλλει και χωρίς να απειλεί, αλλά και χωρίς να μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ιστορικής προέλευσης, συνέχειας του αίματος ή πολιτισμικής κληρονομιάς. Μπορείς να φτιάξεις σε όποιο μέρος του κόσμου θέλεις «Νέα Ατλαντίδα», «Νέα Καρχηδόνα» ή και «Νέο Τιμπουκτού». Αυτό, όμως δεν σου δίνει κανένα δικαίωμα, ούτε σε νομιμοποιεί ηθικά να έχεις οποιαδήποτε απαίτηση έναντι του «πρωτοτύπου». Και φυσικά το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για την εθνικότητα των πολιτών και τη γλώσσα τους: «Νέομακεδόνες» οι πολίτες και «νεομακεδονική» η γλώσσα τους. (Όσο γελοίο βεβαίως και αν είναι αυτό το δεύτερο, δοθέντος ότι η γλώσσα είναι μία διάλεκτος της βουλγαρικής). Αυτή είναι η μόνη συμβιβαστική λύση που μπορεί να υπάρξει: η αναγόρευση μιας «Νέας Μακεδονίας» η οποία από τη φύση της δεν θα έχει κανένα εξωχώριο ιστορικό δικαίωμα και δεν θα νομιμοποιείται να έχει εδαφικές αξιώσεις έναντι του ελληνικού ή όποιου άλλου μέρους της γεωγραφικής Μακεδονίας (γιατί φυσικά υπάρχουν και η βουλγαρική και η αλβανική και η σερβική Μακεδονία, όπως επίσης υπάρχουν και πάρα πολλοί Αλβανοί που ζούνε στην σκοπιανή επικράτεια). Μπορεί να μην έχει σημασία εάν η μητέρα του Μεγαλέξανδρου ήταν ενάρετη ή όχι, η «Νέα Μακεδονία» των Σκοπίων, όμως, για να συνυπάρξει ειρηνικά με την Ελλάδα, και με τους άλλους γείτονές της, πρέπει να είναι ενάρετη και να το αποδεικνύει. Η αρετή της, δε, θα πρέπει να προκύπτει πρωτίστως από το όνομά της, το οποίο θα ακυρώνει κάθε επεκτατική βλέψη, κάθε εδαφική αξίωση και κάθε γενοκτονική διάθεση και διεκδίκηση.

Εάν δεν γίνει αποδεκτή η πρόταση για «Νέα Μακεδονία» −την οποία ο ελληνικός λαός θα πρέπει να επικυρώσει με δημοψήφισμα και όχι με απλή ψηφοφορία στη Βουλή−, η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να συναινέσει για συμφωνία με άλλο όνομα γιατί η μη αποδοχή εκ μέρους των Σκοπιανών της «Νέας Μακεδονίας» θα μαρτυρά τη βούλησή τους να συνεχίσουν την προώθηση του γενοκτονικού τους προγράμματος − έστω και αν αυτή η εμμονή τους κινδυνεύει να τους οδηγήσει, τελικά, όχι στην επιτυχία του σχεδίου τους αλλά στην εκ των έσω κατάρρευση του δικού τους κρατικού μορφώματος.