Πολιτικη & Οικονομια

Μια Ελλάδα που πεθαίνει και μια Ελλάδα που λαχταράει να γεννηθεί

«Ζούμε με αφορμή την οικονομική κρίση, την επώδυνη ενηλικίωση της χώρας»

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

*Ομιλία του ηθοποιού και σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη στο 11ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας


Πιθανόν κάποιοι από εσάς αναρωτιέστε τι κάνω εγώ εδώ σήμερα. Δεν είμαι μέλος του κόμματος ή ψηφοφόρος. Κάποιες φορές ομολογώ ότι το έχω καταψηφίσει και δεν εκπροσωπώ κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό μου. Επιπλέον, ένας καλλιτέχνης με θέσεις και στάσεις σαν τη δική μου κινδυνεύει να τον αντιμετωπίσουν συνάδελφοι και κοινό το λιγότερο με καχυποψία. Υπάρχουν δυο λόγοι. Ο ένας λόγος είναι 12 χρόνων ο γιος μου ο Γιώργος, ξέρω, το ξέρουμε όλοι πως αυτά τα τελευταία χρόνια θα τα θυμόμαστε για πάντα. Είναι η κορυφαία στιγμή, η μάχη της δικής μας γενιάς. Από αυτή τη μάχη θα βγούμε μαζί κερδισμένοι ή χαμένοι. Δεν υπάρχει όμως οριστική νίκη. Δεν υπάρχει καν κάποιο τέλος με την εκλογή του ενός ή του άλλου κόμματος. Νιώθω σαν να έχουμε μπροστά μας οι Έλληνες ένα τεράστιο βράχο που πρέπει να μετακινηθεί. Και αν σπρώξουμε όλοι μαζί μπορούμε να τον πάμε έστω ένα μέτρο παραπέρα.

Όταν λοιπόν σε κάποια χρόνια ο γιος μου με ρωτήσει ποια ήταν η δική μου συμβολή, πως πάλεψα, θέλω να μπορώ να του πω ότι έκανα ό,τι μπορούσα, πως πήρα θέση για αυτό που πίστευα σωστό. Πως έσπρωξα το βράχο. Το αξιοπρόσεκτο με αυτό το βράχο είναι ότι ξέρουμε όλοι μας τι είναι. Όλοι ή τουλάχιστον σχεδόν όλοι ξέρουμε τι πάει λάθος σε αυτή τη χώρα. Το εκφράζουμε συχνά με έναν καημό, με μια βαθιά αίσθηση απογοήτευσης. Το περίφημο αυτή είναι η Ελλάδα. Αυτό που ζούμε δεν είναι κρίση, η κρίση είναι μια παροδική εκτροπή από την κανονικότητα. Ζούμε με αφορμή την οικονομική κρίση, την επώδυνη ενηλικίωση της χώρας. Μια Ελλάδα που πεθαίνει και μια Ελλάδα που λαχταράει να γεννηθεί. Οι κοινωνίες όταν βιώνουν ένα τέλος περνούν ακριβώς από τα ίδια στάδια με τους ανθρώπους. Άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή. Την άρνηση τη ζήσαμε για δεκαετίες πριν από το 2010, κάποιοι τη νιώθουν ακόμα και σήμερα. Συγκρούονται οι επιθυμίες του με την πραγματικότητα και φταίει η πραγματικότητα. Το θυμό τον ζήσαμε με τους αγανακτισμένους, με τις πορείες, με τα επεισόδια με τους νεκρούς, με την απίστευτη μισαλλοδοξία. Τη διαπραγμάτευση, ο Θεός να την κάνει, τη ζήσαμε και αυτή για καιρό. Και είναι το πιο κακό, αλλά και το πιο καλό που έχει κάνει η σημερινή Κυβέρνηση σε αυτή τη χώρα. 

Το κακό είναι η πλήρης διάψευση των ελπίδων, των ανθρώπων που πίστεψαν ότι υπάρχει πράγματι ένας άλλος δρόμος. Πως μπορούμε να έχουμε και την πίτα και το σκύλο. Όλα τα δικαιώματα και καμία από τις ευθύνες. Το καλό είναι ακριβώς το ίδιο. Η διάψευση οδηγεί στη συνειδητοποίηση πως αυτό το βράχο δεν μπορούμε να τον προσπεράσουμε. Πρέπει οπωσδήποτε να τον μετακινήσουμε. Αυτή η συνειδητοποίηση μας έφερε στην κατάθλιψη. Το νιώθω, ένα σύννεφο μελαγχολίας και κατάθλιψης έχει απλωθεί πάνω από τη χώρα και είμαστε έτοιμοι να φτάσουμε στην αποδοχή. Στη γνώση ότι η κοινωνία μας το πώς έχουμε μάθει να ζούμε έχει πεθάνει. Και ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε και να σκεφτόμαστε διαφορετικά. Οφείλουμε να ενηλικιωθούμε. Αυτό που πέθανε βασίστηκε πάνω σε λέξεις εμβληματικές. Αλλαγή, εκσυγχρονισμός, επανίδρυση, ελπίδα. Μια λέξη έλειπε. Μια βασική λέξη που μέχρι πολύ πρόσφατα δεν σκέφτηκε κανένα κόμμα εξουσίας να την κάνει βασικό σύνθημα και βασικό πρόταγμα της πολιτικής του. Η αλήθεια. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αλλαγή, ούτε επανίδρυση, ούτε τίποτα. Και την ελπίδα που έρχεται, αν δεν πούμε την αλήθεια, θα την περιμένουμε για πάντα. Δεν έχουμε όλοι όμως, την ίδια αλήθεια. Διαφορετικές ομάδες, έχουν διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικά συμφέροντα, διαφορετική ιδεολογία, διαφορετική εικόνα του κόσμου. Αυτό είναι φυσικό και θεμιτό.

Όμως, είναι αλήθεια αδιαμφισβήτητη, πως βρισκόμαστε σήμερα στα Σπάτα και είναι Κυριακή μεσημέρι. Είναι αλήθεια πως δεν μπορείς εσαεί να ξοδεύεις περισσότερα από όσα βγάζεις. Είναι αλήθεια πως τα Πανεπιστήμιά μας, η ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δεν κινδυνεύει από την κατάργηση του ασύλου, αλλά από τις ανεξέλεγκτες ομάδες που τα χρησιμοποιούν ως ορμητήριο και τσιφλίκι τους. Ως αλήθεια λοιπόν, εννοώ αυτό το κομμάτι της πραγματικότητας, στο οποίο μπορούμε και οφείλουμε να συμφωνήσουμε, όχι εμείς εδώ μέσα, αλλά όλοι οι Έλληνες. Το ακριβώς αντίθετο, θα μου επιτρέψετε να σας πω, από αυτό που συμβαίνει στις Εξεταστικές της Βουλής. Έχουν, υποτίθεται, αυτές οι Επιτροπές, σκοπό να φτάσουν στην αλήθεια. Κάθε κόμμα βγάζει ένα δικό του πόρισμα. Για ένα γεγονός, υπάρχουν τρεις, τέσσερις, πέντε αλήθειες. Αυτό και μόνο τους αφαιρεί στα δικά μου μάτια κάθε αξιοπιστία. Πιστεύω πως κάθε πολίτης θα ήθελε να μένουν οι βουλευτές στην αίθουσα, μέχρι να βγει λευκός καπνός. Ένα πόρισμα, μία αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια μπορεί να είναι άβολη και για εσάς τους ίδιους, γιατί θα πρέπει να βρείτε τον τρόπο και να  απαντήσετε ειλικρινά και πειστικά σε δύο ερωτήματα που ακούω πάρα πολύ συχνά.

Μα οι ίδιοι δεν μας έφτασαν ως εδώ; Και αυτοί τα ίδια δεν έκαναν. Και να μπορέσετε να πείσετε ότι δεν είστε οι ίδιοι και ότι δεν θα κάνετε τα ίδια. Να πείτε την αλήθεια. Υπάρχει ένα πρόβλημα με το να λες την αλήθεια. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να την ακούσουν. Ο άνθρωπος ξέρετε, δεν είναι λογικό ον, είναι απλά ον, με ικανότητα λογικής επεξεργασίας. Σήμερα κάποιοι, ελπίζω όχι εδώ μέσα, αλλά κάπου εδώ κοντά, πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν, κάποιοι εναντιώνονται στα εμβόλια, κάποιοι πιστεύουν ότι η γη είναι επίπεδη. Και πολύ σπάνια αλλάζουν τη γνώμη τους με την παράθεση επιχειρημάτων. Αντιθέτως, οχυρώνονται πίσω από αυτή, οδηγούμενοι σε όλο και πιο παράλογες θέσεις. Αυτό είναι που ονομάζω εγώ η αλαζονεία των επιχειρημάτων. Αραδιάζουμε τα επιχειρήματά μας και περιμένουμε ο άλλος να προσχωρήσει στη θέση μας. Αυτό δεν γίνεται ποτέ. Ένα σωρό γεγονότα, η εκλογή Τραμπ, το Brexit, το Δημοψήφισμα του ’15, το αποδεικνύουν περίτρανα. Και τότε κάνουμε το ολέθριο λάθος να απαξιώνουμε τους ανθρώπους που διαφωνούν. Στη στάση τους, μπορεί να μην υπάρχει λογική, υπάρχει όμως λόγος.

Ο λαϊκισμός εξαπλώνεται σαν υγρασία σε όλο τον πλανήτη. Είναι ολέθριο να μη βλέπουμε ότι τη δύναμή του την απέκτησε επειδή τα επιχειρήματα δεν μπορούσαν να απαντήσουν επαρκώς στις ανάγκες, στις αγωνίες και στους φόβους των ανθρώπων. Αν για να αλλάξει ο κόσμος, τα επιχειρήματα αρκούσαν, σχεδόν όλη η Τέχνη θα ήταν περιττή. Θα διαβάζαμε μόνο δοκίμια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η μεταστροφή της κοινής γνώμης απέναντι στη δουλεία,  ξεκίνησε το 1852 με ένα αναπάντεχο γεγονός. Την έκδοση και τρομερή επιτυχία ενός βιβλίου, της «Καλύβας του Μπαρμπαθωμά». Οφείλεται λοιπόν, όχι μόνο να πείτε την αλήθεια, αλλά να φροντίσετε να το κάνετε με τρόπο, που να ακουμπάει στις ψυχές των ανθρώπων. Να υπερνικά την φυσική καχυποψία τους, να μαλακώνει τους φόβους τους, να αναπτερώνει την αισιοδοξία τους. Με λόγο που θα χρησιμοποιεί όλα τα πλεονεκτήματα του λαϊκίστικου λόγου, αλλά ο πυρήνας του θα είναι τα επιχειρήματα και η αλήθεια. Αν θέλετε πράγματι να αλλάξετε αυτή τη χώρα, πρέπει πρώτα να γκρεμίσετε τις ιδεοληψίες. Να μετακινήσετε τα συναισθήματα. Να αλλάξετε τις αντιλήψεις. Και πρέπει πρώτα να αλλάξετε και εσείς. Είναι δικιά σας ευθύνη να το κάνετε. Είναι δικιά σας ευθύνη, να εξηγήσετε πως η Ευρώπη, αυτή η προβληματική Ένωση Κοινοβουλευτικών Δημοκρατιών, με τις αρρυθμίες, τις δυσλειτουργίες και τα λάθη της, είναι ο φυσικός μας χώρος. Καμία κοινωνία, ποτέ και πουθενά δεν έχει πετύχει για τους πολίτες της τέτοιο βαθμό ευημερίας, ασφάλειας και ελευθερίας.

Είναι δική σας ευθύνη, να αναδείξετε την απίστευτη πρόοδο παρά τα όποια ολέθρια λάθη έχει κάνει η χώρα μας αυτά τα 40 χρόνια. Είναι δική σας ευθύνη να αναλάβετε με παρρησία το κομμάτι που σας αναλογεί από τα λάθη του παρελθόντος και να ζητήσετε συγνώμη. Όχι αναλαμβάνω την  πολιτική ευθύνη. Συγνώμη. Σας ομολογώ δεν υπάρχει πιο επιδραστική λέξη από αυτή και την έχουμε ακούσει πάρα πολύ σπάνια από χείλη πολιτικών. Είναι δικής σας ευθύνη να μην πέφτετε στην παγίδα της ατζέντας των άλλων. Οι πολίτες δεν θα συνταχθούν μαζί σας γιατί τους πείσατε ότι αυτή η Κυβέρνηση είναι καταστροφική. Αυτό το ξέρουμε ήδη. Οι πολίτες θα σας ακολουθήσουν εάν πραγματικά μπορέσετε να τους εμπνεύσετε για την επόμενη μέρα.

Είναι δική σας ευθύνη να αποδείξετε ότι δεν είστε το κόμμα της ελίτ, το κόμμα των πλουσίων, ότι το όραμά σας περιλαμβάνει όλους τους Έλληνες. Είναι δική σας ευθύνη να αποδομήσετε την άποψη, τόσο διαδεδομένη στο συλλογικό μας ασυνείδητο, ότι κάθε τι αριστερό είναι εξ ορισμού ηθικό και προοδευτικό. Αυτό είναι από τα πιο δύσκολα, είναι πράγματι από τα πιο δύσκολα. Ευτυχώς έχει ήδη βοηθήσει, έχει βάλει ένα χεράκι και η ίδια η πραγματικότητα. Είναι δική σας ευθύνη, πολύ σημαντική, να δώσετε τέλος στο διχασμό και στη μισαλλοδοξία και να απομονώσετε τις ακραίες φωνές. Κάποιοι νοσταλγούν τη δεκαετία του ’40 και αισθάνονται πως τώρα παίρνουν την ρεβάνς. Όχι, δεν υπάρχουν δύο Ελλάδες, υπάρχει μία ενιαία χώρα, η χώρα μας, ένα κοινό μέλλον, το μέλλον όλων μας. Είναι δική σας ευθύνη να κρατήσετε ψηλά τη σημαία των ατομικών δικαιωμάτων, να προστατεύσετε την ελευθερία και τις επιλογές του ατόμου από την άποψη των πολλών. Ξέρω ότι απευθύνεστε συχνά σε ένα κοινό συντηρητικό, ακόμα ίσως και οπισθοδρομικό. Παρακαλώ, όμως, ξεχάστε λίγο την περίφημη ρήση: είμαι ηγέτης του, τους ακολουθώ. Πιστέψτε, στο «είμαι ηγέτης τους, τους οδηγώ». Είναι δική σας ευθύνη να αντιστρέψετε το κλίμα κατάθλιψης και ηττοπάθειας που έχει απλωθεί στην κοινωνία. Είναι δική σας ευθύνη να εμπνεύσετε τους πολίτες ώστε να επιστρέψουν στην πολιτική.

Πολλοί Έλληνες, ιδίως οι νεότεροι, απεχθάνονται την πολιτική και τους πολιτικούς. Είναι μία άδικη γενίκευση και το καταλαβαίνω. Όμως αρκεί μία ώρα πολιτικής τηλεμαχίας, ή ακόμα χειρότερα, μία ώρα συζήτησης στη Βουλή των Ελλήνων ώστε ένας άνθρωπος να γυρίσει την πλάτη του στην πολιτική για πάντα. Είναι δική σας ευθύνη αυτούς τους ανθρώπους να τους ξανακερδίσετε, ιδίως τους νεότερους. Υπάρχει εκεί έξω, το ξέρετε πολύ καλά, μία σιωπηρή πλειοψηφία που δεν εκφράζεται από κανένα. Εγώ είμαι ένας από αυτούς. Εργαζόμαστε σκληρά, σπουδάζουμε, κάνουμε όνειρα και σχέδια, παλεύουμε, ανεβαίνουμε ένα ψηλό βουνό με ένα κράτος σχεδόν πάντα εχθρικό που μας αντιμετωπίζει σαν αιμοδότες. Και αντέχουμε και προχωράμε. Ξανακερδίστε μας, βρείτε τον τρόπο. Είναι δική σας ευθύνη να δίνετε παντού και πάντα ο παράδειγμα, με τα λόγια, τη στάση και τις πράξεις σας. Η πολιτική, το ξέρετε πολύ καλύτερα από εμένα, είναι πάνω από όλα διαχείριση συμβόλων. Είναι πολύ βαριά ευθύνη αλλά είναι δική σας.

Είναι έργο τιτάνιο αυτό που σας ζητώ, το ξέρω, για αυτό και ομολογώ ότι δεν πίστεψα ποτέ στη φράση πολιτική χωρίς πολιτικούς, όπως δεν πιστεύω στη φράση επιστήμη χωρίς επιστήμονες ή αθλητισμός χωρίς αθλητές. Νομίζω όμως ότι έχει γίνει μία πολύ μεγάλη παρανόηση. Ο πολιτικός εκλέγεται από το λαό, άρα είναι ένας από εμάς, αυτό δεν σημαίνει όμως πως πρέπει να είναι ίδιος. Στην επιστήμη, στην τέχνη, στον αθλητισμό θαυμάζουμε ανθρώπους που ανέπτυξαν τις ικανότητές τους και κάνουν κάτι αξιοθαύμαστο που δεν μπορούμε εμείς να κάνουμε. Έχουν αρετές και δυνατότητες που εμείς δεν έχουμε. Φανταστείτε ένα γήπεδο όπου οι ποδοσφαιριστές παίζουν το ίδιο επίπεδο μπάλας με τους φιλάθλους ή ένα θέατρο όπου οι ηθοποιοί παίζουν το ίδιο ή χειρότερα από ό,τι αν έπαιζαν οι θεατές. Ο πολιτικός οφείλει να είναι καλύτερος από τον ψηφοφόρο του, πιο καταρτισμένος, πιο ώριμος, πιο ακέραιος. Ο ιδανικός πολίτης. Οφείλει να μην φοβάται να γίνει αντιδημοφιλής ακόμα και στους ψηφοφόρους του όταν πράττει το σωστό. Οφείλει να γνωρίζει ότι συχνά πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στο δυσάρεστο και το καταστροφικό. Οφείλει να πιστεύει πως αρκεί μία μόνο πράξη ενός αποφασισμένου ανθρώπου για να ξεκινήσει μία χιονοστιβάδα αλλαγών στην κοινωνία.

Η Ρόζα Παρκς εκείνο το πρωινό του Δεκεμβρίου του  1955 μέσα στο λεωφορείο στην Αλαμπάμα το πίστευε. Οφείλει, όπως τον φαντάζομαι εγώ, να γκρεμίσει το πρότυπο του ηγέτη  που έχουμε σε αυτή τη χώρα και μας έχει βλάψει τόσο πολύ. Του ηγέτη δημαγωγού που η δύναμή του εξαντλείται στο να χαϊδεύει τα αυτιά των ψηφοφόρων του. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που βρίσκομαι εγώ εδώ σήμερα. Έχω την αίσθηση πως αυτός ο πολιτικός υπάρχει, κάθεται ακριβώς αριστερά μου, πίσω μου, και είναι ο Αρχηγός της παράταξής σας. Σε μία πολύ κρίσιμη στιγμή για τη χώρα η τύχη το έφερε να εκλεγεί αρχηγός ένας πολιτικός με ικανότητες, ψύχραιμος και μετριοπαθής, που είχε ήδη αποδείξει με πράξεις, όπως το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι μπορεί να σταθεί μόνος απέναντι σε όλους για αυτό που πίστευε σωστό. Όμως, δεν ήταν ακριβώς τύχη. Δεν ήταν τύχη. Ήταν η κινητοποίηση των πολιτών εντός και εκτός του κόμματος που είδαν τη σπάνια ευκαιρία να υποστηρίξουν ένα άνθρωπο που πράγματι είναι διαφορετικός και μπορεί να εκφράσει και να ενώσει όχι απλώς το κόμμα και τους ψηφοφόρους του αλλά ένα ευρύτερο κομμάτι της κοινωνίας.

Έκτοτε οι πράξεις του, όπως ο εξορθολογισμός των οικονομικών του κόμματος, οι ενέργειές του να περιορίσει τις ακραίες και μισαλλόδοξες φωνές, η σθεναρή υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και των θεσμών, η στρατηγική διεύρυνσης της βάσης δείχνουν πως έχει πράγματι τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να αλλάξει πρώτα το κόμμα και μετά τη χώρα. Το λέω με παρρησία: πιστεύω στον Κυριάκο. Πιστεύω ειλικρινά και το εύχομαι βαθιά πως μπορεί να δώσει το παράδειγμα σε όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως κομμάτων και ιδεολογίας, πως πρέπει να γίνουμε οι ίδιοι η αλλαγή που θέλουμε να δούμε.

Δεν έχω ψευδαισθήσεις. Το ξέρω, οι κοινωνίες αλλάζουν αργά, αλλάζουν με ρυθμό συνήθως πέρα από τα μέτρα της ανθρώπινης ζωής. Το βράχο όλοι εμείς, όλοι οι Έλληνες, δεν θα τον πάμε μέχρι τέρμα, κάποια στιγμή θα αναλάβουν τα παιδιά μας. Όταν όμως μας ρωτήσουν ποια ήταν η δική μας συμβολή, πώς παλέψαμε, θα μπορούμε να τους πούμε ότι κάναμε ό,τι μπορούσαμε, πως πήραμε θέση για αυτό που πιστεύαμε σωστό. Σπρώξαμε το βράχο. Ε, αυτό δεν είναι λίγο. Ευχαριστώ.