Πολιτικη & Οικονομια

Ξενοφιλία, ξενοφοβία

Αν η δεξιά δηλώσει ότι η μέρα είναι βροχερή, η αριστερά θα προσπαθήσει να μας πείσει ότι ο ήλιος λάμπει. Με λίγα λόγια, αμφότερες οι παρατάξεις τροφοδότησαν την ξενοφοβία.

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 435
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Σώτη Τριανταφύλλο γράφει για την υπερευαισθησία που εκδηλώνει μέρος του ελληνικού πληθυσμού έναντι των μεταναστών.

H υπερευαισθησία που εκδηλώνει μέρος του ελληνικού πληθυσμού έναντι των μεταναστών οφείλεται, νομίζω, σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος είναι, φαινομενικά, η εμφάνιση ρατσιστικών οργανώσεων όπως η Χρυσή Αυγή – η υπερευαισθησία συνιστά λοιπόν την αντίδραση σε μια συντεταγμένη επίθεση. Εδώ σημειώνω, για μια ακόμη φορά, ότι η Χρυσή Αυγή είναι το αποτέλεσμα και όχι το αίτιο της πολιτικής μας υπανάπτυξης: ο συνδυασμός αμάθειας, υπερεθνικιστικής παράδοσης και αλλοπρόσαλλης μεταναστευτικής πολιτικής οδήγησαν έναν στους δέκα Έλληνες στη σφαίρα επιρροής μιας βάναυσης ιδεολογίας. Πρόκειται περί επαίσχυντου φαινομένου για το οποίο υπάρχουν εξηγήσεις αλλά καμιά ηθική κάλυψη, ούτε δικαιολογία. Οι πολίτες που υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή και παρόμοιες ομάδες διαπράττουν ηθικό έγκλημα.

O δεύτερος παράγοντας στον οποίον πρέπει να αποδοθεί αυτή η υπερευαισθησία –η οποία, όπως κάθε υπερευαισθησία είναι αναποτελεσματική και ρέπει προς τη γελοιότητα– είναι ένα είδος ξενοφιλίας: εκείνο το είδος που αποτελεί την άλλη όψη της ξενοφοβίας καθώς και το συμπλήρωμά της. Δηλαδή, η ξενοφιλία, με τη σειρά της, οφείλεται στον φόβο των βαρβάρων, στην αντίληψη ότι πρέπει να καλοπιάσουμε «το κτήνος» με σκοπό τον αφοπλισμό και την εξημέρωσή του. Μέσω της ξενοφιλίας, ειδικά εκείνης που κατευθύνεται προς τους μετανάστες και όχι προς τους αλλοδαπούς γενικά (όχι, για παράδειγμα, προς τους Γερμανούς ή τους Αμερικανούς) εκφράζεται πατερναλισμός και αίσθημα ανωτερότητας. Πολλοί Έλληνες νιώθουν υποχρεωμένοι να προστατεύσουν τις εξωτικές φυλές, τις οποίες, στην πραγματικότητα, θεωρούν κατώτερες και ανίκανες να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους. Όταν θεωρείς κάποιον αθώο και ταλαίπωρο θύμα, αυτομάτως τον υποτιμάς.

Ο τρίτος παράγοντας σχετίζεται με την παραδοσιακή αντίθεση δεξιάς-αριστεράς, με την υπεραπλουστευμένη ιδέα ότι δεν μπορεί να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο παρατάξεων σε κανένα ζήτημα ή επίπεδο. Αν η δεξιά δηλώσει ότι η μέρα είναι βροχερή, η αριστερά θα προσπαθήσει να μας πείσει ότι ο ήλιος λάμπει. Με λίγα λόγια, αμφότερες οι παρατάξεις τροφοδότησαν την ξενοφοβία: η δεξιά με τον γνώριμο τρόπο της πατριδολατρίας (συχνά της αρχαιομανίας χωρίς επαρκή γνώση της αρχαιοελληνικής παράδοσης) και της χριστιανορθόδοξης θρησκείας· η αριστερά με την εξαναγκαστική και αδιάκριτη αλλοφιλία η οποία κατέληξε στην αγγελοποίηση των μεταναστών και στην υποτίμηση της ισλαμικής επιθετικότητας.

Αυτή η παράδοξη «αριστερή» ισλαμοφιλία –η οποία παραβιάζει τις θεμελιακές αριστερές αξίες–προκαλεί τη σπασμωδική σκλήρυνση της στάσης των χριστιανών. Βρισκόμαστε έτσι σε έναν φαύλο κύκλο ή σε μια οπισθοδρόμηση: αντί για ανθρωπιστική «περιέργεια», αναπτύσσεται από τη μια πλευρά ξενοκεντρισμός –ο οποίος απορρίπτει την ενσωμάτωση και αφομοίωση των ξένων θεωρώντας αυταρχική αυτή τη διαδικασία– και από την άλλη ξενοφοβία σε διάφορες ποικιλίες. (Για παράδειγμα, πιστεύω ότι οι Έλληνες –ακόμα κι όσοι δεν παραδέχονται την ξενοφοβία τους–είναι επιρρεπείς στον αντισημιτισμό και ότι νιώθουν πιο κοντά στο Ισλάμ. Μακρά συζήτηση αυτή...)

Οι συνέπειες είναι ευανάγνωστες: οι Έλληνες, με το μορφωτικό επίπεδο που διαθέτουν, αδυνατούν να διακρίνουν τα κοινά τους συμφέροντα με τους μετανάστες διαχωρίζοντας ταυτοχρόνως τη θέση τους από όσα δεν είναι κοινά. Έτσι, εκδηλώνεται ψευτο-αποικιοκρατική νοοτροπία ή και κατάφωρος ρατσισμός με παράλληλη επιστροφή σε αρχαιολατρικά ή χριστιανικά μυθεύματα. Η διελκυστίνδα εντείνεται όταν μέρος του πληθυσμού –που θεωρεί τον εαυτό του ανθρωπιστή, διεθνιστή ή επαναστάτη– δεν αντιμετωπίζει τις φυλετικές και πολιτιστικές αντιθέσεις με πραγματισμό και εφαρμογή των νόμων αλλά με υπερσυναισθηματισμό στον οποίον προστίθενται φανατικές πεποιθήσεις εναντίον της τοπικής ταυτότητας αλλά, περιέργως, υπέρ της ταυτότητας των φιλοξενουμένων.

Τέλος, αυτή η διελκυστίνδα καταλήγει σε κλίμα λογοκρισίας όπου ο καθένας από μας γίνεται δικαστής και καταγγέλλει τα ολισθήματα των άλλων στην πολιτική μη ορθότητα. Εμφανίζονται ιεροκήρυκες, φρουροί της αρετής και τιμωροί της υποτιθέμενης εχθροπάθειας – εν τέλει απαγορεύονται οι ανθρώπινες προτιμήσεις, απαγορεύεται και το αντίθετό τους.