Πολιτικη & Οικονομια

Σεξουαλική παρενόχληση και εξομολογήσεις στο διαδίκτυο: σωστό ή λάθος;

Το τελευταίο διάστημα έχουμε γίνει μάρτυρες μιας σειράς διαδικτυακών αποκαλύψεων και καταγγελιών από διάσημες και λιγότερο διάσημες γυναίκες 

Εύα Στάμου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ψυχολογικές έρευνες έχουν δείξει πως σε αρκετές περιπτώσεις η δημόσια εξομολόγηση μιας τραυματικής εμπειρίας κάνει στα θύματα περισσότερο κακό παρά καλό. Το τραύμα ενεργοποιείται ξανά και τα συναισθήματα αδυναμίας, οργής κι απελπισίας καθηλώνουν ακόμα μία φορά το υποκείμενο της εξομολόγησης σε επιζήμιες σκέψεις και συμπεριφορές. Κάποιες γυναίκες δηλώνουν πως η δημόσια εξομολόγηση μιας επώδυνης ή αρνητικής εμπειρίας οδήγησε σταδιακά στην απώλεια της αυτοπεποίθησής τους καθώς οι άλλοι άρχισαν να τις βλέπουν απλώς ως θύματα μίας κατάστασης, ξεχνώντας την επαγγελματική τους ιδιότητα και τα γνωρίσματα της προσωπικότητάς τους.

Το τελευταίο διάστημα έχουμε γίνει μάρτυρες μιας σειράς διαδικτυακών αποκαλύψεων και καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση από διάσημες και λιγότερο διάσημες γυναίκες που αφορά σημαντικές προσωπικότητες του Χόλιγουντ, με γνωστότερες υποθέσεις αυτές του παραγωγού Χάρβεϊ Γουάινσταιν και του κωμικού Μπιλ Κόσμπι. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα μάλιστα στην λίστα δραστών πράξεων σεξουαλικής επίθεσης έχει προστεθεί και το όνομα του ηθοποιού Κέβιν Σπέισι, κατόχου δύο βραβείων Όσκαρ  και πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Λονδρέζικου θεάτρου Old Vic. Στην περίπτωσή του η εξομολόγηση-καταγγελία έγινε στο τουίτερ από έναν άντρα, τον σαραντατετράχρονο ηθοποιό Άντονυ Ραπ.

Τι οδηγεί τα θύματα της σεξουαλικής κακοποίησης να μιλούν για τις εμπειρίες τους στο διαδίκτυο; Είναι σωστό ή λάθος αυτό που κάνουν;

Δεν θα ήταν άραγε πιο λογικό, τα θύματα της σεξουαλικής παρενόχλησης αντί να εκθέσουν την ζωή και την προσωπικότητά τους στα Μέσα Μαζικής Δικτύωσης να εμπιστευθούν την ιστορία τους σε κάποιο σύμβουλο ψυχικής υγείας που θα τα καθοδηγήσει πώς να αντιμετωπίσουν το τραυματικό γεγονός;

Μια διαδικασία τέτοιου είδους θα έφερνε σημαντικές αλλαγές στη ζωή των θυμάτων. Είναι όμως περισσότερο χρονοβόρα από το να «ανοίξει κανείς την καρδιά του» στο Τwitter ή στο Facebook, χρειάζεται δύναμη, υπομονή, και πρέπει να υποκινείται από πραγματική επιθυμία για αλλαγή – χαρακτηριστικά που δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι.

Ζούμε στην εποχή του ναρκισσισμού. Για κάποιους ανθρώπους το να μιλήσουν για όσα έζησαν στο γραφείο ενός ψυχολόγου ή στο πλαίσιο μιας ψυχοθεραπευτικής ομάδας δεν έχει κανέναν νόημα εφόσον η ιστορία τους δεν θα μαθευτεί από εκατοντάδες, χιλιάδες, ή εκατομμύρια ανθρώπους. Επιπροσθέτως, η ανάγκη για εκδίκηση που υποκινεί κάποιες από τις διαδικτυακές εξομολογήσεις έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να ικανοποιηθεί με τον ιντερνετικό και μιντιακό διασυρμό του θύτη.

Μην ξεχνάμε επίσης ότι αρκετοί πολίτες δεν εμπιστεύονται τον εξ ορισμού αρμόδιο θεσμό για τέτοια αδικήματα: τη δικαιοσύνη. Οι γυναίκες ειδικά που έχουν υποστεί κάποιου είδους σεξουαλική επίθεση δεν πιστεύουν απαραίτητα ότι θα βρουν το δίκιο τους μέσα από τη διαδικασία της μήνυσης και της ακρόασης. Αρκετές δεν θέλουν να περιμένουν μήνες μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή τους και αφού θα έχουν υποστεί εξονυχιστική έρευνα για την προσωπική τους ζωή, το παρελθόν, τις ερωτικές τους συνήθειες καθώς και ανήθικες επιθέσεις από τους συνηγόρους υπεράσπισης του κατηγορούμενου ή από τα ΜΜΕ.

Είναι απαραίτητο να περάσουν κάποια χρόνια για να διαπιστώσουμε πώς ακριβώς λειτούργησε η δημόσια εξομολόγηση για την κάθε μία από τις γυναίκες (και τους άντρες) που υπήρξαν θύματα κάποιας μορφής σεξουαλικής παρενόχλησης. Προς το παρόν, φαίνεται ότι τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι σε πρώτο στάδιο η αφύπνιση και σε δεύτερο η χειραφέτηση των γυναικών σε διεθνές επίπεδο.

Είναι πραγματικά σημαντικό ότι οι αλυσιδωτές αυτές καταγγελίες έχουν καταφέρει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να σπάσουν το νόμο της σιωπής και της ντροπής που δεν επέτρεπε στα θύματα να μιλήσουν ανοιχτά  για τις εμπειρίες τους φέρνοντας ταυτόχρονα στο φως σκληρές αλήθειες που αφορούν όλους μας: Γυναίκες και άντρες, που με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους, υποστηρίζουμε μια κουλτούρα υποκρισίας, λειτουργώντας σε ένα σύστημα «αξιών» που διαιωνίζει τέτοιες καταστάσεις.