Πολιτικη & Οικονομια

Οι 50 αποχρώσεις της «καθαρής εξόδου» από τα μνημόνια

Απαντήσεις και ερωτήματα για το «μυστήριο» της στάσης των δανειστών στην Τρίτη αξιολόγηση

Ευτύχης Παλλήκαρης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Ούτε κι εμείς το περιμέναμε». Η φράση αυτή ανήκει σε υψηλόβαθμο στέλεχος του Μαξίμου, σχετικά με τις διαδικασίες για την Τρίτη αξιολόγηση. Ο τρόπος με τον οποίο «κλείνουν» τα επίμαχα θέματα όχι μόνο δεν θυμίζουν το μαρτύριο της πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης, αλλά δίνουν το δικαίωμα στην κυβέρνηση να ενισχύει την επικοινωνιακή της φιλολογία για «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, τον Αύγουστο του 2018. Τι ισχύει και τι όχι όμως για τον επικείμενο «παράδεισο» που θα ακολουθήσει;

Η στροφή στην τακτική των δανειστών είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Πού οφείλεται όμως; Όλα δείχνουν ότι θέλουν να εξαφανίσουν το «ελληνικό πρόβλημα» από το χάρτη, με περισσή δόση πολιτικού κυνισμού. Ας ξεχωρίσουμε δύο βασικούς λόγους γι αυτό. Ο πρώτος έχει να κάνει με την προσπάθεια των Ευρωπαίων να «ξεφορτωθούν» μέρος του ελληνικού χρέους, πείθοντας τις αγορές να αρχίζουν να το αγοράζουν από του χρόνου. Για να γίνει όμως αυτό, τον ερχόμενο Αύγουστο, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια εικόνα «ομαλότητας», «ανάπτυξης» και υλοποίησης των δημοσιονομικών στόχων. Κι αυτό ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο να αγοράσουν τα ξένα funds δημόσια και ιδιωτική περιουσία έναντι πινακίου φακής.

Ο δεύτερος έχει να κάνει με τις πολιτικές δυσκολίες στον πυρήνα της Ευφρωπαϊκής Ένωσης. Η χρονοβόρα διαδικασία συγκρότησης κυβέρνησης συνασπισμού στη Γερμανία, για παράδειγμα, σε συνδυασμό με την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Αυστρία και άλλες χώρες είναι αγκάθια που δεν επιτρέπουν να παραμένει στον «αφρό» η «ελληνική εκκρεμότητα».

Το ενδιαφέρον είναι ότι η κυβέρνηση, ενώ σφυρίζει αδιάφορα για το οικονομικής φύσης κίνητρο για τη στάση των δανειστών, επικαλείται το πολιτικό πρόβλημα στην Ευρώπη ως… ευνοϊκό παράγοντα. Η αναγνώριση του προβλήματος έγινε από τον ίδιο τον υπουργό Οικονομικών κ. Τσακαλώτο, που εκτιμά ότι ενώ το τεχνικό σκέλος της αξιολόγησης θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του χρόνου, το πολιτικό σκέλος δεν πρόκειται να κλείσει πριν από τον ερχόμενο Φεβρουάριο – ή ακριβέστερα πριν από το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης στη Γερμανία.

Ωστόσο, στα ενδότερα του Μαξίμου επικρατεί η άποψη ότι οι δυσκολίες στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. και ειδικότερα η άνοδος των δυνάμεων της Ακροδεξιάς, αποτελούν τον αποτρεπτικό παράγοντα για τους Ευρωπαίους να διαπραγματευτούν ένα «μνημόνιο 4». Κάτι, που ευνοεί το σχεδιασμό της κυβέρνησης για «το τέλος της εποχής των μνημονίων». Θα έχει προηγηθεί η διανομή –με κάποιο τρόπο– του περίφημου υπερ-πλεονάσματος, που ο κ. Τσακαλώτος το εκτιμά στο 1,1 εκατ. Ευρώ-οπότε ο άνεμος θα πνεύσει ούριος στα πανιά του κυβερνητικού σκάφους.

Όλα θα έμοιαζαν αρμονικά –δύο 24ωρα μετά τη λήξη προθεσμίας πληρωμής ΕΝΦΙΑ, ΕΦΚΑ και απόδοσης ΦΠΑ ακόμα και από  ανείσπρακτα έσοδα από χιλιάδες φορολογούμενος– εάν δεν υπήρχαν οι φωνές προσγείωσης στη σκληρή πραγματικότητα. Μια από αυτές ήρθε από το γραφείο της Βουλής για την παρακολούθηση των δημοσιονομικών στόχων που σκιαγράφησε τα βασικά προβλήματα πριν και μετά τον σημαδιακό Αύγουστο του 2018.

Για τις εξαγγελίες μοιράσματος του πλεονάσματος, τονίστηκε ότι έχει αρνητικό αποτέλεσμα όταν χρηματοδοτείται από φόρους.  Ακόμη ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%  «δημιουργεί ασφυκτικό επιχειρηματικό περιβάλλον». Σημειώνεται επίσης ότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί «για στόχους το 2018 και παρεμβάσεις το 2019. Μετά το 2021 η χώρα πρέπει να διατηρήσει υψηλά και μάλλον ανέφικτα πλεονάσματα έως το 2060. Όσο για το 2018 υπογραμμίζεται πως «δεν θα υπάρξει έξοδος από κάθε επιτήρηση. Επιτήρηση θα υπάρχει. Η πλήρης έξοδος από τις αγορές αν επιτευχθεί θα έχει κόστους. Θα δανειστούμε με υψηλότερο επιτόκιο που θα εξαρτηθεί από τη στάση του ΔΝΤ και των Θεσμών  στο ζήτημα του χρέους».