Πολιτικη & Οικονομια

Οι ψευδαισθήσεις του Αυγούστου

Η ελληνική κυβέρνηση αγκαλιάζει ό,τι έχει αποπέμψει η ανθρωπότητα εδώ και 25 χρόνια

Κώστας Κωστόπουλος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Και το κέφι συνεχίζεται…Το θυμάστε εκείνο το διαφημιστικό πριν από περίπου είκοσι χρόνια για ένα χωνευτικό υγρό σε μικρό μπουκαλάκι που σού επέτρεπε, σύμφωνα με τον διαφημιστή, να πιείς τα πάντα όλο το βράδυ και μόλις γίνεις κομμάτια και ο κόσμος-μαζί με τα σωθικά σου γυρίζει σαν ρόδα λούνα παρκ-να κατεβάσεις το περιεχόμενο από ένα τέτοιο μπουκαλάκι και να συνεχίσεις κανονικά σαν να μην τρέχει τίποτα; Ε, αυτό φαίνεται ότι τον τελευταίο παραγγέλνεται (και καταναλώνεται) σε τεράστιες ποσότητες στο Μαξίμου.

Δεν εξηγείται αλλιώς, ιδίως μετά τον διορισμό του πατρός Παππά. Δεν είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι η επιβράβευσή του, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, της μακράς και ευδόκιμης πορείας του στην Αριστερά, με μία θέση που θα έπρεπε να είχε ένας σύγχρονος μάνατζερ με δυο-τρία πτυχία και ανάλογη εμπειρία. Είναι ακόμα ένα…σφηνάκι στο πάρτι της ευδαιμονικής, ηδυπαθούς, της κοιλιόδουλης σχέσης με την εξουσία:

«Θα το ευχαριστηθώ μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο, δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν και αν μου πει κανείς τίποτα, τότε το “γιατί κι εσείς τα ίδια δεν κάνατε” θα χαϊδέψει αμέσως τα ούτως ή άλλως βουλωμένα με το κερί της ηθικής μου ανωτερότητας αυτιά των ψηφοφόρων. Απλά είναι τα πράγματα…» Αλλά πόσο μπορεί να πάει ακόμα έτσι;

Οι ψύχραιμοι λένε για πολύ ακόμα. Ο παραλογισμός που έχει αυτή η διαταραγμένη αντίληψη για την εξουσία που καταφέρνει να μεταλλάσσει γενετικά τον διορισμό του πατρός Παππά σε ακόμα μία κερδισμένη μάχη του καινούργιου έναντι του παλαιού πολιτικού συστήματος, είναι ένα από τα σημαντικότερα χημικά συντηρητικά κάθε τέτοιου πολιτικού συστήματος στην πολιτική ιστορία. Ένα τέτοιο σύστημα σχέσης με την εξουσία βαθμολογείται από την Ιστορία και ανάλογα με το πόσο προσβάλλει τις κοινωνικές μάζες που το στηρίζουν. Και το συγκεκριμένο τις προσβάλλει βάναυσα, γιατί τις θωπεύει τόσο ξεδιάντροπα και παράλληλα τις πείθει ότι συμμετέχουν επικερδώς στην ηθική εξαργύρωση της ίδιας τους της ταπείνωσης.

Πλέον, το παιχνίδι δεν κρίνεται βάσει των χειρισμών που κάνουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που διαχειρίζονται την εξουσία στην Ελλάδα. Θεωρείται δεδομένο. Θα το πάνε μέχρι εκεί όπου δεν πάει άλλο, στα άκρα, όποια και αν είναι αυτά. Κρίνεται στην αντοχή (και στη λογική) των ψηφοφόρων που έχουν στηρίξει αυτό το σύστημα έχοντας ως αρχική πεποίθηση την άρνηση του παλιού συστήματος που «κατέστρεψε την Ελλάδα». Ανεξάρτητα, δυστυχώς, από το αν αυτή η «στρατευμένη ευπιστία» απορροφά  και αλλοτριώνει κάθε δημιουργικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που είχε αποφασίσει να στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ για τους δικούς του λόγους στις βασικές εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και στο τραγικό δημοψήφισμα. Γιατί είναι άλλο πράγμα να συμφωνείς με την άρνηση του παλιού και άλλο να παρακολουθείς αμέριμνος την κακοτυπωμένη φωτοτυπία του.

Ακόμα και αν δεν υπάρχει ικανή αντιπολιτευτική πρόταση, η αίσθηση της απόλυτης αναισθησίας σε όσα κάνει η κυβέρνηση επικαλούμενη το τι έκαναν οι προηγούμενες, οδηγεί στην πλήρη απογοήτευση. Καταργεί, μέρα με την ημέρα, κάθε στοιχείο αστικού πολιτισμού και ευγένειας. Το δόγμα «δεν λογαριάζω κανέναν και γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια την οποιαδήποτε αντίδραση», φαίνεται να είναι το κυρίαρχο. Μοιάζει σαν το τέλος των όποιων ηθικών ψευδαισθήσεων και το πέρασμα στο στάδιο της  κατασκευής των λεγόμενων «αυτοπροκαλούμενων ψευδαισθήσεων», χαρακτηριστικό κάθε εμμονικής-ιδεοληπτικής προσωπικότητας. Κατασκευάζει τέτοιες  που αφορούν πάντα στους άλλους ώστε να πείσει τον ίδιον του τον εαυτό ότι έχει πετύχει την ιδανική κατάσταση για τον ίδιον. Ψιλά γράμματα; Όχι και τόσο…

Το γεγονός ότι ο Νίκος Παππάς είναι κάτι σαν τη δεύτερη φύση του πρωθυπουργού λειτουργεί ακόμα περισσότερο ενδεικτικά για την επιβαλλόμενη νοοτροπία που δημιουργεί την αίσθηση-ή την ψευδαίσθηση, όπως λέγαμε-της ιδιοκτησιακής σχέσης με ζητήματα λειτουργίας του κράτους. Στην περίπτωση του ΟΑΣΘ υπήρχε ένα καλό case για να αποδείξει κάποιος τι είδους σχέση θέλει να καλλιεργήσει με παρόμοια θέματα. Σε κανονικές συνθήκες, αν επρόκειτο για μια κυβέρνηση απαλλαγμένη από ιδεοληψίες και παλαιοκομματικής κοπής τρόπο σκέψης και δουλειάς, τη θέση θα την είχε αναλάβει ένας άνθρωπος, δοκιμασμένος στην αγορά των CEO, με καθαρά τεχνοκρατικά κριτήρια. Δεν μπορείς-έστω και αν το έχεις μετανιώσει-να χαρακτηρίζεις asset τον Βαρουφάκη, κάνοντας επίδειξη της όποιας τεχνοκρατικής σου αντίληψης, και εκεί όπου πραγματικά χρειάζεσαι κάτι τέτοιο, να επιδεικνύεις μια σκουριασμένη εκδοχή της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης.

Στον διεθνή χώρο η ελληνική κυβέρνηση αγκαλιάζει ό,τι έχει αποπέμψει η ανθρωπότητα εδώ και 25 χρόνια υμνολογώντας τα απολειφάδια του υπαρκτού και απομονώνοντας την Ελλάδα στα κρυφά του αντευρωπαϊσμού. Και σε εσωτερικό, μιμείται  ό,τι ακριβώς χρησιμοποίησε για να επικρατήσει εκλογικά. Είναι τόσο μεγάλη η απορία, ιδίως αν πρόκειται για έναν νέο άνθρωπο, όπως είναι ο πρωθυπουργός, στο πρόσωπο του οποίου η πλειονότητα των κατοίκων αυτής της χώρας θέλησε να δει πράγματι κάτι το «καινούργιο». Φαίνεται ότι όλο το σκηνικό είχε στηθεί από την αρχή με τα υλικά αυτής της αυτοπροκαλούμενης ψευδαίσθησης. 

Η κατάργηση κάθε αστικού τύπου αυτοελέγχου της συμπεριφοράς και της επιχειρηματολογίας, μπορεί να φαντάζει ως έξτρα επικοινωνιακό προσόν αλλά δεν είναι. Το ίδιο, αν κρίνει κανείς από συμπεριφορικά μοντέλα τύπου Πολάκη, συμβαίνει και με την παραδοσιακή αστική ευγένεια καθώς και αυτή αποτελεί μέρος ενός πολιτισμού που καταφανώς αντιμάχεται η σημερινή κυρίαρχη οπτική. Το πλαίσιο του λαϊκίστικου λόγου διευρύνεται πλέον για να φιλοξενεί και όλες αυτές τις εικόνες της ατομικής, κατά παραγγελία,  πραγματικότητας που κατασκευάζεται κατόπιν κοινότοπων και κυνικών πρακτικών. Η ευκολία με την οποίαν μεταλλάσσονται οι απόψεις και κατασκευάζονται επιχειρήματα για να δικαιολογούνται τα πάντα είναι πρωτοφανής όσον αφορά και στη σχέση που έχουν με την κοινή λογική. Αλλά και αυτή είναι στον δρόμο για την κατάργηση…