Πολιτικη & Οικονομια

Έχουν επουλωθεί τα τραύματα από εκείνο το καλοκαίρι του ’15;

Το «Adults in the Room» μας αναγκάζει να μιλήσουμε για αυτό που αποσιωπήθηκε

Δήμητρα Γκρους
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τις μέρες των διακοπών, ανάμεσα σε άλλα, καμιά η φορά η συζήτηση επιστρέφει εκεί. Τελικά έχει νόημα να ξαναθυμόμαστε τις μέρες της ηρωικής διαπραγμάτευσης; Από μια άποψη είναι τόσο τραυματικές που θα θέλαμε να τις ξεχάσουμε. Κι από την άλλη είναι ερεθιστικό να κοιτάμε από την κλειδαρότρυπα, μέσα από τα αποσπάσματα των σελίδων του βιβλίου του Γιάνη, τι ακριβώς διαμείβονταν μεταξύ των πρωταγωνιστών εκείνων των ημερών. Τις ακριβείς εκφράσεις τους, τα ανομολόγητα σχέδιά τους, τις αυταπάτες τους καθώς γκρεμίζονταν, το πάθος τους για την εξουσία. Οι ροζ σελίδες του Adults in the room και όσα παραθέτει στα διάφορα μέσα ο ίδιος ο Βαρουφάκης υπό το πέπλο της ματαιοδοξίας του είναι διαφωτιστικά καθώς επιβεβαιώνουν διάφορα που ήδη ήταν γνωστά και φέρνουν στην επιφάνεια κι άλλα που δεν γνωρίζαμε. Όπως για παράδειγμα την αντίδραση του πρωθυπουργού όταν έμαθε για εκείνα τα δις της ΕΚΤ στο Νομισματοκοπείο και την άγνοιά του, τα αισθήματά του για τους συνεργάτες του, για το ρόλο του διοικητή της ΕΥΠ στη διαπραγμάτευση και τις παρεμβάσεις του στον υπουργό Οικονομικών σχετικά με το φρόνημα των υπαλλήλων του υπουργείου του και πολλά ακόμα.

Καθώς ο χρόνος περνάει και η απόσταση μεγαλώνει από όσα συνέβησαν τότε, στο μεταξύ έχουμε να αντιμετωπίσουμε καινούργια διλήμματα και αντιπαραθέσεις: για το νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια, για την αριστεία και τους σημαιοφόρους των παρελάσεων (όχι όμως για τις ίδιες τις παρελάσεις), για την εξοντωτική φορολογία και τις προθεσμίες πληρωμής των δόσεων, για τις κατασχέσεις λόγω ληξιπρόθεσμων χρεών, για τον Πύρρο Δήμα και το χρυσό της Κατερίνας Στεφανίδη που στάθηκαν απέναντι, για την επαναφορά της συνθήκης του Δουβλίνου ΙΙ και την επαναπροώθηση των προσφύγων από τη Γερμανία στην Ελλάδα που θέτει ξανά στο προσκήνιο το προσφυγικό και τη διαχείρισή του. Με λίγα λόγια η ζωή συνεχίζεται και οι κυβερνώντες πια κρίνονται στο επίπεδο της τρέχουσας πραγματικότητας, όμως ποιος μπορεί να ισχυριστεί με αξιώσεις πως έχουν επουλωθεί τα τραύματα από εκείνο το καλοκαίρι του ’15; Είναι μια ιστορία πληγωτική που δεν την έχουμε κοιτάξει κατάματα, ούτε την έχουμε μιλήσει μεταξύ μας. Απλά την προσπεράσαμε. Τι συνέβη από τότε μέχρι σήμερα σε εκείνες τις δυο πλευρές, στους φίλους και τους εχθρούς του λαού; Αυτούς που πανηγύριζαν στο Σύνταγμα και στους κινδυνολόγους και τρομοκρατημένους; Στους προδομένους και τους δικαιωμένους; Δεν είναι αυθαίρετοι οι χαρακτηρισμοί, ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρόδωσε εκείνους που μέχρι λίγο πριν εμψύχωνε και δικαίωσε αυτούς που μέχρι την προηγούμενη ακριβώς στιγμή έστηνε απέναντι (όσοι θα ψήφιζαν Ναι βρίσκονταν εκτός εθνικού κορμού), όταν έκανε πίσω την ύστατη στιγμή επειδή φοβήθηκε κι ο ίδιος, εγκαταλείποντας τη δήθεν ριζοσπαστικότητα του Γιάνη, προτιμώντας τις δάφνες της εξουσίας που εγγυούνταν η σύμπλευση με τους συνοδοιπόρους του της λαϊκής δεξιάς. Έκανε συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ, ανέθεσε στον υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης Καραμανλή το ανώτατο αξίωμα, διόρισε υπουργό Δικαιοσύνης τον άνθρωπο που είχε διατελέσει διοικητής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην ίδια κυβέρνηση. Πέρασε στην αντίπερα όχθη κι ακόμα πάρα πέρα, υπέγραψε να υποθηκευτεί η περιουσία του Δημοσίου για 99 χρόνια χωρίς να πει κουβέντα για το «εμείς ή αυτοί», για το «θα τους τελειώσουμε ή θα μας τελειώσουν», για τις κρεμάλες και τα λαϊκά δικαστήρια των προηγούμενων χρόνων. Σαν να μην υπήρξαν. Κι όλοι μαζί κάναμε σαν να μη συνέβη τίποτα, τέτοια που ήταν η αγωνία μας να ξαναπιάσουμε τους ρυθμούς μιας έστω ασθενικής κανονικότητας, για κάποιους ταλαίπωρης, για άλλους με τη μορφή οδοστρωτήρα.

Μέσα στην αλαζονεία του και για καθαρά δικούς του λόγους, ο Γιάνης μάς επιστρέφει σε εκείνο τον καιρό αποκαλύπτοντας τι ακριβώς συνέβη τις μέρες που σταματήσαμε να μιλάμε ο ένας στον άλλο, ξετρυπώνει από τη λήθη τις μακρινές μέρες του διχασμού που κανείς δεν θέλει να θυμάται και που ακόμα δεν έχουν αναγνωρίσει και οι δύο πλευρές: εκείνοι που εξαπατήθηκαν και οι άλλοι που κατασυκοφαντήθηκαν ως εχθροί του λαού ενώ ήταν μέρος του. Αν μη τι άλλο, έμεινε συνεπής στις ιδέες του και τώρα ζητάει δικαίωση, και από το περιθώριο στρέφει ξανά πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας. Οι παλιοί του σύντροφοι και θαυμαστές, που παλιά των αποθέωναν, τώρα τον ειρωνεύονται ευχόμενοι καλές πωλήσεις και τον κατηγορούν ότι συντάσσεται στο πλευρό της ΝΔ και του παλιού συστήματος εξουσίας. Δεν αρνούνται όμως τίποτα. Δεν εξεγείρονται που τους συκοφαντεί. Δεν υπερασπίζονται  το δίκιο τους. Μάλλον γιατί ο Γιάνης λέει την αλήθεια και τη θέτει ανοιχτά, ως θέμα προς συζήτηση, ζητώντας επανειλημμένα όχι απλά εξεταστική επιτροπή αλλά Ειδικό Δικαστήριο για να φανεί η αλήθεια. Οι παλιοί σύντροφοι που έγιναν εχθροί φοβούνται γιατί γνωρίζουν πως με όσα αποκαλύπτει τους εκθέτει και πως με τα ντοκουμέντα που ενδεχομένως διαθέτει τους κρατάει στο χέρι. Ποιος ξέρει; Ίσως έχει κι άλλους άσους στο μανίκι του ο άνθρωπος που μαγνητοφωνούσε τις συνεδριάσεις των γιούρογκρουπ, με τα εμπριμέ πουκάμισα και το όραμα της ρήξης, ο ίδιος που ενώ περιέγραφε την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα καταστροφική, την ίδια στιγμή με το Plan x του μας οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια ακριβώς εκεί.