Πολιτικη & Οικονομια

Κυνισμός και έξοδος στις αγορές

Κοντόφθαλμα επικοινωνιακά παιγνίδια εσωτερικής κατανάλωσης για ένα ανύπαρκτο success story

27020-59261.jpg
Γιώργος Προκοπάκης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
364411-753786.jpg

Η εθνοσωτήριος κυβέρνησή μας αλλάζει τις αφηγήσεις σαν τα πουκάμισα. Ένα από τα πολλά επεισόδια περνάμε αυτές τις μέρες. Με το που από γραβάτες στον Τσίπρα έμεινε μόνο αυτή του (υιού!) Καμμένου να φορέσει, άλλαξε το παραμύθι. Ο νέος εθνικός μας στόχος είναι η έξοδος στις αγορές. Δεν ξεχνούν τα παλιά που έλεγαν «οι αγορές θα χορεύουν στα νταούλια που θα βαράμε» και επανέρχονται. Με τη μνημειώδους ανοησίας δήλωση του κ. Τζανακόπουλου «η έξοδος στις αγορές δεν προαναγγέλλεται», θέλει να μας πείσει πως θα πιάσει στον ύπνο τους επενδυτές για να τους ζητήσει δανεικά! Μια σοβαρή κυβέρνηση προαναγγέλλει τις εκδόσεις χρέους και προσφέρει χρονοδιαγράμματα στις αγορές. Εάν βεβαίως θέλει να βγει στις αγορές και να μην κρατούν την κοιλιά τους από τα γέλια οι χορευταράδες υπό τον ήχο των νταουλιών.

Στο διάστημα 10-16 Ιουλίου, σε όλο τον τύπο είδαμε δημοσιεύματα, με πανομοιότυπη επιχειρηματολογία και αναφορές σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, για έξοδο στις αγορές την 17 Ιουλίου ή το αργότερο το μεσημέρι της 18 Ιουλίου. Ξαφνικά σιγή ασυρμάτου από τους λαλίστατους κυβερνητικούς αξιωματούχους και αμηχανία από τους δημοσιογράφους, εθελοντές ή παραπλανημένους διακινητές προπαγάνδας. Μέχρι τις δηλώσεις του κυβερνητικού αξιωματούχου (πάλι!) «παρακολουθούμε στενά τις αγορές και δεν θα βγούμε υπό την πίεση φημών» – των φημών που οι ίδιοι διέσπειραν!

Η πλήρης πρόσβαση στις αγορές είναι πάντα ο στόχος ενός προγράμματος στήριξης. Τα μνημόνια τελειώνουν όταν η χώρα, με το χρέος της βιώσιμο, μπορεί να έχει την εμπιστοσύνη των αγορών ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της για την αναχρηματοδότηση του χρέους της. Το βιώσιμο του χρέους εξαρτάται, μεταξύ άλλων και από τους όρους δανεισμού (επιτόκια, διάρκεια). Η στρατηγική εξόδου στις αγορές πρέπει να στοχεύει στη διαμόρφωση των συνθηκών ούτως ώστε σε λίγα χρόνια –περίπου τρία– η χώρα να μπορεί να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές χρέους τουλάχιστον το 13% του ΑΕΠ της, με όρους οι οποίοι δεν θα επιβαρύνουν τη βιωσιμότητα του χρέους της. Η βεβιασμένη έξοδος με αστοχία στο σχεδιασμό, μπορεί μεν να λειτουργήσει ως επικοινωνιακός σανός, πλην όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταστρέψει τις προοπτικές πλήρους εξόδου σε λίγα χρόνια.

Ας θυμηθούμε την άνοιξη 2014. Σε σαφώς χειρότερες συνθήκες διεθνώς, η κυβέρνηση Σαμαρά βγήκε δοκιμαστικά στις αγορές με τριετές και πενταετές ομόλογο, συνολικής αξίας €6 δις. Η ημέρα των προσφορών για το πενταετές συνέπεσε με όξυνση στην Ουκρανία και αναταραχή στις διεθνείς αγορές – παρά τούτο η κυβέρνηση προχώρησε στην έκδοση του ομολόγου €4 δις με επιτόκιο 4.75%. Σχεδόν στα ψιλά των εφημερίδων η είδηση – μόνο οι γνωστές καταγγελίες Τσίπρα και λοιπών αντισυστημικών δυνάμεων στη Βουλή. Σήμερα, η κυβέρνηση προσφέρει την έξοδο στις αγορές όπως το ματς Ελλάδα - Κόστα Ρίκα στο τελευταίο Μουντιάλ. Για την κυβέρνηση, η έξοδος στις αγορές δεν είναι ο στόχος για την οριστική ανάκαμψη της χώρας αλλά ένα επικοινωνιακό παιγνίδι για να χτίσει ένα success story που δεν υπάρχει.

Τι επεδίωκε (επιδιώκει ακόμη;) η κυβέρνηση; Την ανταλλαγή μεγάλου ποσοστού των ομολόγων του (πρώην) πενταετούς του Σαμαρά που λήγει τον Απρίλιο 2019 με νέο πενταετές (ρολάρισμα ομολόγων το λένε) και άντληση πρόσθετων κεφαλαίων, συνολικά μέχρι €4 ή €5 δις, με επιτόκιο χαμηλότερο από το 4.75% του γερμανοτσολιά Στουρνάρα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι φήμες που βγήκαν μόνες τους, πανομοιότυπες σε όλο τον τύπο, μιλούσαν για απόδοση 4.95% της εποχής Σαμαρά – είχε δοθεί (συνήθης πρακτική) ένα καρότο στους αρχικούς επενδυτές. Το πλάνο στράβωσε για προφανείς λόγους: για την ανταλλαγή, οι σημερινοί κάτοχοι των ομολόγων θέλουν κίνητρο.

Αυτές τις μέρες, το ομόλογο του 2019 αλλάζει χέρια στις αγορές «στο 102» –  ο αγοραστής αγοράζει τους τόκους μέχρι τη λήξη και θα εισπράξει τα 100 της ονομαστικής αξίας.  Όταν μπορούν να πουλήσουν στις αγορές στα €102 το χρεόγραφο ονομαστικής αξίας €100 και με τα έσοδα να ξαναδανείσουν την Ελλάδα στο επιτόκιο των αγορών (κάπου μεταξύ 3.5% του διετούς και 5.4% του δεκαετούς – δεν μεταβάλλεται γραμμικά, δυστυχώς), πρέπει να είναι φανατικοί χασοσκόποι για να θέλουν να αντικαταστήσουν τα χαρτιά τους με ομόλογα του 4.2% ή και του 4.5% - δηλαδή επειδή ο Τζανακόπουλος είναι σκληρό αγόρι και δεν προαναγγέλλει την έξοδο στις αγορές, έντρομοι οι ομολογιούχοι θα τον δανείσουν με ένα καθαρό (γι’ αυτούς) 2.2% με 2.5% μόλις το αποφασίσει! Εάν δε θελήσουν και το καροτάκι τους, το 2% της σημερινής υπεραξίας θα γίνει απαίτηση για μπόνους 3% ή και υψηλότερο.

Από την άλλη, οι «φρέσκοι επενδυτές» (που θα συμπλήρωναν το ποσόν της συνολικής έκδοσης πέραν της ανταλλαγής) προφανώς δεν θα ήθελαν να έχουν «συνεπενδυτές» που έχουν προεισπράξει ως μπόνους δυο έως τρεις φορές την απόδοση του πορτογαλικού πενταετούς ομολόγου και μπορούν με άνεση να ξεφορτωθούν τα δικά τους χαρτιά. Μόνο «φίλιες δυνάμεις» θα μπορούσαν να συμμετάσχουν – ελληνικές τράπεζες δηλαδή και ασφαλιστικά ταμεία ή φορείς του δημοσίου μέσω του «Κοινού Κεφαλαίου» της ΤτΕ. Από μακριά φωνάζει πως είναι μια «μαγειρεμένη» έκδοση χρέους. Ας θυμηθούμε την έκδοση του ομολόγου του ΓΑΠ –τελευταία προσπάθεια παραμονής στις αγορές– του Φεβρουαρίου 2010. Το City του Λονδίνου έκανε πάρτι μόλις έκλεισε η έκδοση με τα καλαμπούρια για το «στημένο» της υπόθεσης – όλο το City έλεγε πως η αυξημένη ζήτηση ήταν εικονική και πως ήταν ήδη συμφωνημένο, οι ξένοι επενδυτές να ξεφορτωθούν άμεσα σε ελληνικούς φορείς. Η κυβέρνηση βεβαίως το διέψευσε. Τι να έκαναν κι αυτοί οι καψεροί! Εντελώς τυχαία το 1/3 της έκδοσης πήραν δύο ελληνικές τράπεζες και την επομένη μία τρίτη τράπεζα πουλούσε μερίδια στον μεγάλο κατάλογο private banking των πελατών της. Αφήστε που το «Κοινό Κεφάλαιο» της ΤτΕ (κοινή διαχείριση των διαθεσίμων φορέων και οργανισμών του ευρύτερου δημοσίου) βρέθηκε επί PSI φορτωμένο με το συγκεκριμένο ομόλογο.

Ο στόχος της πλήρους πρόσβασης στις αγορές δεν επιτυγχάνεται με επικοινωνιακά κόλπα και προτιμήσεις στους επενδυτές. Εντός ημερών οι πονηριές πληρώνονται ακριβά όταν το χρεόγραφο θα είναι υπό διαπραγμάτευση σε κάποιο χρηματιστηριακό ταμπλώ. Η επόμενη έκδοση, αν υπάρξει, θα είναι κόλαση. Λόγω της κρίσης, δεν υπάρχουν καν υπό διαπραγμάτευση στις αγορές ελληνικά ομόλογα με λήξεις από τον Απρίλιο 2019 μέχρι τον Μάρτιο 2023. Για τα επόμενα είκοσι χρόνια, μετά το 2023, υπάρχουν μόνον οι λήξεις των ομολόγων PSI, μεταξύ €1.4 και €1.7 δις το χρόνο. Δουλειά του διαχειριστή του ελληνικού χρέους είναι το χτίσιμο της λεγόμενης «καμπύλης αποδόσεων». Να προσφέρει στους επενδυτές επιλογές σε ευρύ χρονικό ορίζοντα, ώστε οι επανατοποθετήσεις να γίνονται σχεδόν ως ρουτίνα. Ο στόχος εξυπηρετείται με πολλαπλές «μικρές» εκδόσεις, με φρέσκο χρήμα, με χρόνο για αγοραπωλησίες ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στη διαχείριση του εκδότη. Αντ’ αυτού, ούτε φρέσκα λεφτά επιδιώκει να προσελκύσει η κυβέρνηση, ούτε νέους επενδυτές, ούτε επιλογές να αναπτύξει – όλα για την επικοινωνία για ένα ανύπαρκτο success story!

Τι επιδιώκει όμως η κυβέρνηση με αυτή την προσέγγιση; Επιδιώκει να προδιαγράψει ένα πλαίσιο «καθαρής εξόδου» από το πρόγραμμα στήριξης τον Αύγουστο 2018. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η δυνατότητα κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών μέχρι το τέλος του 2019, συνολικού ύψους €14 δις (με τους τόκους να καλύπτονται από το πρωτογενές πλεόνασμα). Θέλει να έχει (ή να μπορεί να ισχυρισθεί ότι θα έχει) τον Αύγουστο 2018 ένα κουμπαρά με το αναγκαίο ποσό. Το μνημόνιο Τσίπρα προβλέπει περίπου €7 δις από τα €86 δις ως «μαξιλάρι εξόδου» – υποθέτοντας πως οι δανειστές θα τα διαθέσουν, λείπουν άλλα τόσα. Το μόνο που ενδιαφέρει την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου είναι να μπορεί να πλασάρει πως έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για το τέλος μνημονίων. Η απαγκίστρωση από τα προγράμματα στήριξης έχει ως παράπλευρο το «μπορούμε να επιβιώσουμε για ενάμιση χρόνο». Ανεξαρτήτως των δεσμεύσεων που έχει ήδη αναλάβει (έχει φορτώσει στις επόμενες κυβερνήσεις και στους Έλληνες, για να ακριβολογούμε) για πολλά χρόνια μετά την «αποφοίτηση» από το τρίτο και σκληρότερο μνημόνιο. Δεν ενδιαφέρεται για το κόστος και το «κάψιμο» προοπτικών πραγματικής ανάκαμψης. Η στρατηγική αυτή στοχεύει σε κάποια επανασυσπείρωση της εκλογικής βάσης των εταίρων της εθνοσωτήριας συγκυβέρνησης και εξασφάλιση ρόλου την επομένη μιας εκλογικής ήττας, ειδικά με την προοπτική της προεδρικής εκλογής το 2020 και με την απειλή της απλής αναλογικής. Μετά από το ταρατατζούμ της εξόδου στις αγορές –με τον επικοινωνιακό τρόπο που γίνεται– ο Τσίπρας, ενώ ασθμαίνει στις δημοσκοπήσεις, θεωρεί πως θα έχει success story προς διάθεση. Άρα κάποια ευελιξία σχετικά με την επιλογή χρόνου εκλογών, αλλά και για νέα αγωνιστική διαπραγμάτευση. Ο κυνισμός της τακτικής και της αδιαφορίας των επιπτώσεων, τρομάζει. Όπως και να προέκυψε –εσωτερική διαβούλευση στην κυβέρνηση, σύσταση του ΟΔΔΗΧ ή/και του συμβούλου, τράβηγμα αυτιού από τους δανειστές– η αναβολή της πρώτης επιχείρησης εξόδου στις αγορές είναι τελικά θετική εξέλιξη. Η αποκατάσταση της πλήρους πρόσβασης στις αγορές πρέπει να είναι εκτός των κοντόφθαλμων επικοινωνιακών παιγνιδιών και της πολιτικής τακτικής εσωτερικής κατανάλωσης.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ