Πολιτικη & Οικονομια

Γιατί μειώνεται η ανεργία;

Δημήτρης Ιωάννου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Η πιο σημαντική θετική είδηση τα τελευταία χρόνια είναι η σταθερή μείωση των ποσοστών της ανεργίας και η σταθερή αύξηση των θέσεων εργασίας», δήλωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας από το υπουργείο Εργασίας. Ακόμη, ανέφερε ότι «αυτά τα αποτελέσματα δεν είναι αποτελέσματα που έχουν έρθει από μόνα τους, αλλά κρύβεται πίσω από αυτά μια προσπάθεια με σχέδιο και με πολύ μεγάλες δυσκολίες». (Ναυτεμπορική, 17 Ιουλίου 2017). 

Διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές ο απλός αναγνώστης προφανώς θα αισθάνεται μία μικρή απορία: ποιες είναι αυτές οι «προσπάθειες», και ποιο είναι αυτό το «σχέδιο», που εμείς οι άμοιροι δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτά; Δεν θα έπρεπε, δηλαδή, ο πρωθυπουργός να αφιερώσει λίγο περισσότερο από τον πολύτιμο χρόνο του για να μας εξηγήσει πώς, έστω και «με πολύ μεγάλες δυσκολίες», κατάφερε να μειώσει την ανεργία κατά 5,5 εκατοστιαίες μονάδες;  Ήταν, μήπως, που κλείσανε οι τράπεζες και μπήκαν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί; Ήταν, μήπως, που αυξήθηκαν οι φόροι και οι εισφορές σε όλα τα προϊόντα και σε όλες τις δραστηριότητες; Ήταν, μήπως, που για πολλούς μήνες τον προπερασμένο χρόνο δεν ξέραμε αν θα συνεχίσουμε να συναλλασσόμαστε σε ευρώ ή αν θα εισαγάγαμε για εθνικό μας νόμισμα την πακιστανική ρουπία; Ήταν κάτι άλλο που μας διαφεύγει; (Και τις ίδιες ερωτήσεις, βεβαίως, θα έπρεπε να θέσει κανείς και στον προηγούμενο, επίσης αντιμνημονιακό, πρωθυπουργό, ο οποίος, εκεί γύρω στο 2014, όταν είχε γίνει φανερό ότι η αύξηση της ανεργίας είχε ανακοπεί και άρχιζε η αντίστροφη πορεία αργής αλλά σταθερής μείωσής της, είχε ισχυρισθεί κάτι παρόμοια περί «σχεδίου» και «προσπάθειας» που απέδιδαν).

Η αλήθεια είναι ότι πράγματι η, καταγεγραμμένη, ανεργία δείχνει να μειώνεται. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ τον Απρίλιο του 2013 βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της, στο 27,6%. Τον Απρίλιο του 2017 είχε περιορισθεί στο 21,7%. Στην πρώτη περίπτωση οι άνεργοι ήταν 1.339.000 ενώ στην δεύτερη είχαν μειωθεί σε 1.041.000. Αυτό είναι ένα γεγονός. Υπάρχει όμως και ένα άλλο γεγονός, το οποίο κανείς δεν αναφέρει. Αφορά την παράλληλη εξέλιξη του εθνικού εισοδήματος. Καθ’ ότι, σύμφωνα με την οικονομική ορθοδοξία (και ακόμη περισσότερο την οικονομική ορθοδοξία που επικρατεί στην χώρα μας), η μείωση της ανεργίας δεν μπορεί παρά να είναι αντίρροπη με την πορεία του ΑΕΠ. Όταν μειώνεται η ανεργία τότε το ΑΕΠ πρέπει να αυξάνεται. Και, πράγματι, έτσι συμβαίνει στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Με βάση αυτήν την απλή αλήθεια, άλλωστε, σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, κατά κύριο λόγο, την πολιτική τους οι Κεντρικές Τράπεζες και τα οικονομικά επιτελεία των κυβερνήσεων. Συνέβη, όμως, κάτι αντίστοιχο, που θα ήταν και εντελώς φυσιολογικό, στην περίπτωση της Ελλάδας;

Όχι, λοιπόν, δεν συνέβη! Αντίθετα, παρατηρείται κάτι εντελώς παράδοξο, το οποίο τόσο ο σημερινός πρωθυπουργός, όσο και ο προηγούμενος, μαζί με όλους τους υπουργούς τους και όλους τους σχολιαστές, θα έπρεπε να το είχαν εντοπίσει και να το έχουν αναφέρει. Το παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα η ανεργία μειώνεται παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ μειώνεται και αυτό επίσης, την ίδια περίοδο! Το 2012, δηλαδή το τελευταίο έτος που η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, το ΑΕΠ ήταν 185 δισεκατομμύρια ευρώ σε ονομαστικούς όρους (και 191 δισεκατομμύρια σε σταθερές τιμές με έτος αναγωγής το 2010). Το έτος 2016, αντιθέτως, λίγο πριν η ανεργία βρεθεί στο μακροχρόνιο χαμηλό του Απριλίου 2017, είχε κλείσει με τη χώρα να έχει δημιουργήσει ένα ονομαστικό ΑΕΠ 176 δισεκατομμυρίων, (ή 184,5 δισεκατομμυρίων σε σταθερές τιμές του 2010). Ενώ δηλαδή, από το 2012 έως το 2017 το ΑΕΠ της χώρας έχει μειωθεί αισθητά, το ίδιο έχει συμβεί και με την ανεργία! Και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο παράδοξο, για όσους, τουλάχιστον σκέπτονται με ξύλινο και αγκυλωμένο τρόπο. Είναι πάντως, κάτι, για το  οποίο θα πρέπει να υπάρξει μία εξήγηση, την οποία κανείς δεν έσπευσε να δώσει. Και ίσως θα πρέπει να δοθεί, εδώ. (Για περισσότερα βλέπε εδώ ).

Οι αιτίες για τις οποίες η ανεργία μειώνεται αργά αλλά σταθερά, παρά την παράλληλη μείωση του ΑΕΠ, δεν είναι φυσικά κανένα «σχέδιο» και καμία «προσπάθεια», ούτε της παρούσας κυβέρνησης, ούτε και της προηγούμενης. Εάν υπήρχαν τέτοια σχέδια, τότε αυτά θα φαίνονταν στην αύξηση του ΑΕΠ, και η μείωση της ανεργίας δεν θα ήταν τόσο αργή, αλλά θα ήταν ραγδαία. Οι αιτίες, λοιπόν, είναι δύο, και δεν αναφέρονται ποτέ σε σχέση με την μείωση της ανεργίας, γιατί δεν είναι «πολιτικά ορθές», δεν φέρνουν ψήφους και δεν σε κάνουν δημοφιλή. Στην ξύλινη πολιτευτική γλώσσα εκείνων που πρώτα κατέστρεψαν τη χώρα και στη συνέχεια χορεύουν πάνω στα ερείπιά της, οι αιτίες λέγονται η μεν πρώτη «εσωτερική υποτίμηση», η δε δεύτερη «καταστροφή των εργασιακών σχέσεων». Όπως, μάλιστα, είναι γνωστό, αυτές τις δύο ακατανόμαστες πραγματικότητες δεν τις οφείλουμε σε καμία κυβέρνηση, νυν ή πρώην, αλλά στην τρισκατάρατη, εξ  ίσου ακατανόμαστη επιτροπεία των δανειστών, οι οποίοι αφού πρώτα μας υπέβαλαν σε τρομερούς εξευτελισμούς (μέχρι και να μετρήσουμε πόσους δημόσιους υπάλληλους έχουμε μας ανάγκασαν), στη συνέχεια μας υποχρέωσαν να δεχθούμε και αυτά τα δύο δεινά. Πλην όμως, οι ανήκουστες αυτές συμφορές, είχαν σαν αποτέλεσμα, ακόμη και σε μία οικονομία η οποία δεν αναπτύσσεται αλλά συρρικνώνεται, να μειώνεται η ανεργία! Έστω και οριακά.

Μετά από χρόνια κραιπάλης του πελατειακού κράτους οι εργασιακές σχέσεις ήταν τόσο πολύ κατεστραμμένες (μακροπρόθεσμα εις βάρος των εργαζομένων, όπως φάνηκε), και το εργατικό κόστος τόσο υψηλό (εις βάρος και πάλι των εργαζομένων, όπως έδειξε η συνέχεια), ώστε, όταν το 2010 η οικονομία προσγειώθηκε στην πραγματικότητα μετά το τέλος του ξεφαντώματος με τα δανεικά, το πρώτο πράγμα που αναγκάστηκαν να κάνουν οι επιχειρήσεις ήταν να προσπαθούν να ξεφορτωθούν το υπερβάλλον εργατικό δυναμικό. Και όταν δεν το κατάφερναν αυτό, τότε απλά κατέβαζαν τα ρολά και όλοι οι εργαζόμενοί τους έμεναν άνεργοι. Με την «εσωτερική υποτίμηση» και την «καταβαράθρωση των εργασιακών σχέσεων», όμως, που μας επέβαλαν οι τρισκατάρατοι ενάντια στην θέλησή μας, και παρά το γεγονός ότι η οικονομία δεν αναπτύσσεται, έγινε πλέον πιο οικονομικό και πιο εύκολο  για μία επιχείρηση να διαχειρίζεται το εργατικό της δυναμικό. Και έτσι, δειλά-δειλά, οι επιχειρήσεις άρχισαν να προσλαμβάνουν και πάλι. Αυτό φυσικά γίνεται με τους όρους της σημερινής πραγματικότητας, δηλαδή με τους όρους μίας οικονομίας στάσιμης, με χαμηλή παραγωγικότητα και χωρίς ορατή διέξοδο προς την ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό κυριαρχούν οι μορφές της μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης και οι χαμηλές αμοιβές. (Αυτό ήταν η «εσωτερική υποτίμηση»: να βρεθεί το επίπεδο εκείνο των αμοιβών που όντας αντίστοιχες της χαμηλής παραγωγικότητας θα μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία ώστε να είναι οι επιχειρήσεις βιώσιμες. Οι υψηλότερες, αναντίστοιχες με την παραγωγικότητα, αμοιβές ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν στην μαζική ανεργία). Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας ήταν το 2013 60, περίπου, δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2016 είχαν περιορισθεί στα 59. Αλλά και οι καταγεγραμμένοι άνεργοι, επίσης, ήταν 300.000 λιγότεροι. Πράγμα που οφείλεται στον πολύ απλό λόγο ότι οι σημερινές αμοιβές, και οι σημερινοί όροι εργασίας, είναι πιο κοντά στις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Και είναι πολύ καλύτερο το να εργάζεται κάποιος έστω και με λιγότερα από όσα έπαιρνε προ δεκαετίας, παρά να μένει στην ανεργία, απαξιούμενος εργασιακά και επαγγελματικά ο ίδιος και συνθλιβόμενος ψυχολογικά τόσο αυτός όσο και ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρός του. Στην εργασία, όποια και αν είναι αυτή, έχεις τη δυνατότητα να βελτιώσεις τους όρους της ύπαρξής σου, εάν επιθυμείς και θέλεις να προσπαθήσεις. Στην ανεργία δεν μπορείς να επιχειρήσεις κάτι τέτοιο.

Βέβαια, η λύση δεν είναι να κρατάμε την οικονομία σε στασιμότητα, με όλες τις λειτουργίες της και όλους τους κλάδους της κατεστραμμένους, και να ελπίζουμε ότι τα πάντα θα βελτιωθούν σταδιακά εάν κάνουμε την αγορά εργασίας ακόμη πιο «ευέλικτη». Η «ευέλικτη» αγορά εργασίας, ειδικά για οικονομίες με εξαιρετικά αδύναμη επιχειρηματικότητα όπως η ελληνική, είναι «αναγκαία» προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη – όχι όμως και «ικανή». Για την οικονομική ανάπτυξη χρειάζονται άλλα πράγματα, που μάλλον δεν είμαστε ακόμη ώριμοι να τα υποψιασθούμε σαν κοινωνία – και, δυστυχώς, κανένας ξένος δεν μπορεί να μας τα ενσταλάξει στον συλλογικό μας εγκέφαλο, όσα Μνημόνια και αν μας επιβάλλει. Μόνο με «ίδια μέσα» θα μπορούσαμε να τα ανακαλύψουμε κάποτε, γιατί με «ίδια μέσα» τα ανακάλυψαν και όσες κοινωνίες αναπτύχθηκαν και πρόκοψαν. Τουλάχιστον όμως, γι’ αυτό το μικρό θαύμα που είναι ότι η ανεργία μειώνεται παρά το γεγονός ότι παράλληλα εμείς καταστρέφουμε την οικονομία μας και συρρικνώνουμε και το ΑΕΠ, δεν οφείλουμε να ευχαριστήσουμε κανέναν άλλον παρά μόνο τους τρισκατάρατους δανειστές μας, για όσες «απαράδεκτες» εργασιακές μεταρρυθμίσεις μας επέβαλαν, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν σε 300.000 ανθρώπους να ξαναβρούν δουλειά, αλλά, πιθανώς, απέτρεψαν και την εκτίναξη της ανεργίας στη φάση της ανόδου της, σε ακόμη υψηλότερα, τρομακτικά, ποσοστά.