Πολιτικη & Οικονομια

Τα αποτελέσματα μιας δήθεν διαπραγμάτευσης

Αποφύγαμε μια νέα κρίση τύπου 2015, αλλά πληρώσαμε έναν μεγάλο λογαριασμό

Γιώργος Κύρτσος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τον Ιούνιο του 2017 έκλεισε θετικά η δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος-μνημονίου η οποία, σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα, έπρεπε να είχε κλείσει τον Φεβρουάριο του 2016. Φτάνει έτσι στο τέλος της μια ακόμη περίοδος αστάθειας για την ελληνική οικονομία και αποφεύγονται τα χειρότερα, δηλαδή η επανάληψη μιας κρίσης εμπιστοσύνης σαν εκείνη που εκδηλώθηκε το 2015 η οποία δεν θα άφηνε τίποτα όρθιο στο τραπεζικό σύστημα και στην οικονομία.

Η αξία της συμφωνίας

Επομένως η αξία του κλεισίματος της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος-μνημονίου λίγο πριν τον Ιούλιο του 2017 −οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να καταβάλλουμε ένα ποσό της τάξης των 7 δισ. ευρώ στους πιστωτές του ελληνικού Δημοσίου− δημιουργεί κλίμα οικονομικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το Χρηματιστήριο βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας διετίας και πως το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο διολισθαίνει από το 6% στο 5,5%.

Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης έπρεπε να είχε γίνει πολύ νωρίτερα για να αποτραπεί η επιδείνωση της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, να μην πραγματοποιηθούν νέες εκροές στις καταθέσεις ύψους 4 ως 5 δισ. ευρώ, να μην επιδεινωθούν το ευρωπαϊκό κλίμα και η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης εξαιτίας του Brexit, της επικράτησης του κ. Τραμπ στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, της ανόδου της λαϊκίστικης Δεξιάς και της άκρας Δεξιάς στην Ε.Ε. και κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων.

Ο πολιτικός σχεδιασμός της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είχε σχέση με την επιδίωξη του καλύτερου οικονομικού και κοινωνικού αποτελέσματος στη διαχείριση της κρίσης, αλλά με τη διαχείριση του πολιτικού κόστους και την ενδυνάμωση των δομών και του ρόλου του κόμματος στη διοίκηση και στην οικονομία.

Διαπραγματευτική ανυπαρξία

Η κυβέρνηση έκανε καθυστέρηση χωρίς να κάνει διαπραγμάτευση εφόσον οι διαπραγματεύσεις κρίνονται με βάση το αποτέλεσμα.

Πρώτον, εγκατέλειψε την «κόκκινη γραμμή» για μη μείωση των παλαιών κύριων συντάξεων από 1ης Ιανουαρίου του 2019. Αποδεικνύεται έτσι ότι ο υπολογισμός της λεγόμενης προσωπικής διαφοράς αποσκοπούσε στην οργάνωση της μείωσης των συντάξεων.

Δεύτερον, ο υπουργός Οικονομικών κ. Τσακαλώτος ξέχασε πολύ εύκολα την «απειλή» του ότι θα παραιτείτο σε περίπτωση μείωσης του ετήσιου αφορολόγητου εισοδήματος κάτω από τις 9.000 ευρώ και δέχθηκε τελικά να μειωθεί σε κάτι λιγότερο από 6.000 ευρώ.

Τρίτον, αποδεχόμενη τη συνέχιση μνημονιακών μέτρων το 2019 και το 2020 η κυβέρνηση προσυπέγραψε ουσιαστικά ένα νέο μνημόνιο που θα συνεχιστεί μετά τον Αύγουστο του 2018, οπότε λήγει επίσημα το τρίτο πρόγραμμα-μνημόνιο, χωρίς μάλιστα να εξασφαλίσει προνομιακή χρηματοδότηση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Η συνέχιση των μέτρων θα συνδυαστεί με τη χρηματοδότηση του ελληνικού Δημοσίου από τις διεθνείς αγορές με πολύ υψηλότερο επιτόκιο.

Τέταρτον, η κυβέρνηση δεν πέτυχε την άμεση επιστροφή των εργασιακών δικαιωμάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων στους κανόνες που ίσχυαν προ μνημονίου. Ξεκίνησε διεκδικώντας την άμεση επιστροφή στο προ-μνημονίου καθεστώς και όχι με τη λήξη του τρίτου προγράμματος-μνημονίου, όπως είχε συμφωνηθεί. Τελικά δέχθηκε να συνεχιστεί το μνημονιακό καθεστώς στις εργασιακές σχέσεις μέχρι το τέλος της δημοσιονομικής προσαρμογής δηλαδή τουλάχιστον μέχρι το 2020. Χρειάστηκε μάλιστα η Βουλή να ψηφίσει δυο φορές για το ίδιο θέμα προκειμένου να είναι απόλυτη η κυβερνητική προσαρμογή στις υποδείξεις, κυρίως του ΔΝΤ.

Πέμπτον, αφού δέχθηκε τα πρόσθετα μέτρα τα οποία είναι έμπνευσης του ΔΝΤ, η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει από την πλευρά των ευρωπαίων εταίρων, την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του χρέους του ελληνικού Δημοσίου για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα με χρηματοδότηση.

Έκτον, στις αποφάσεις του Eurogroup δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη δέσμευση για την κάλυψη του τεράστιου επενδυτικού ελλείμματος της ελληνικής οικονομίας. Χρειάζεται αύξηση των επενδύσεων στην Ελλάδα κατά 15 ως 16 δισ. ευρώ τον χρόνο για να φτάσουμε στο επίπεδο της Ευρωζώνης, σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ και να σταματήσουμε να μένουμε ολοένα πιο πίσω σε σχέση με τους εταίρους. Διάφορες γενικές διατυπώσεις για επεξεργασία επενδυτικού σχεδίου, για διάθεση ευρωπαϊκών κονδυλίων χωρίς να ξεπερνιέται το όριο που έχει αποφασιστεί για την Ελλάδα και για τη δημιουργία κρατικών συμφερόντων επενδυτικής τράπεζας είναι φανερό ότι δεν λύνουν το πρόβλημα.

Το κλίμα ευφορίας που επικρατεί στο Μαξίμου δεν έχει βέβαια σχέση με το αποτέλεσμα της δήθεν διαπραγμάτευσης, αλλά με την εκτίμηση ότι κερδήθηκε κι άλλος χρόνος στην εξουσία.