Πολιτικη & Οικονομια

Η Τερέζα Μέι σε κενό στρατηγικής

Αποδεικνύεται ότι το Brexit δημιουργεί δεν λύνει προβλήματα

Γιώργος Κύρτσος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Συντηρητική πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου κ. Μέι αποφάσισε τη διενέργεια πρόωρων βουλευτικών εκλογών την Πέμπτη 8 Ιουνίου σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την απόλυτη πλειοψηφία του κόμματός της στο Κοινοβούλιο, ώστε να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά το Brexit.

Κλείνει η ψαλίδα

Στο ξεκίνημα της προεκλογικής περιόδου οι Συντηρητικοί είχαν προβάδισμα της τάξης των 20 μονάδων έναντι των Εργατικών, και οι περισσότεροι αναλυτές προέβλεπαν μια μεγάλη εκλογική νίκη ανάλογη με εκείνη που είχε επιτύχει πριν 20 χρόνια ο ηγέτης των Εργατικών Τόνι Μπλερ.

Στην τελική ευθεία προς την κρίσιμη αναμέτρηση της Πέμπτης η κατάσταση έχει αλλάξει,  αλλά οι περισσότεροι αναλυτές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το Συντηρητικό Κόμμα θα επικρατήσει σχετικά άνετα. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν την εκλογική ψαλίδα να έχει κλείσει σε κάτι λιγότερο από 10 μονάδες, ενώ υπάρχουν και μερικές έρευνες της κοινής γνώμης που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το προβάδισμα των Συντηρητικών έναντι των Εργατικών  μπορεί να έχει περιοριστεί στις 5 μονάδες.

Οι δημοσκόποι έπεσαν έξω στις εκλογές του 2015 −ακόμη και στα exit polls− εφόσον έδιναν προβάδισμα στον Συντηρητικό πρωθυπουργό κ. Κάμερον, δεν μπόρεσαν όμως να προβλέψουν την απόλυτη πλειοψηφία που πέτυχε το κόμμα του στο Κοινοβούλιο. Γι' αυτό ενισχύεται η άποψη ότι, τελικά, το προβάδισμα της κ. Μέι και των Συντηρητικών μπορεί να αποδειχθεί πιο άνετο από αυτό που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.

Παρ' όλα αυτά οι περισσότεροι αναλυτές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η προεκλογική αναμέτρηση ανέδειξε το κενό στρατηγικής των Συντηρητικών σε ό,τι αφορά το Brexit και πως η επόμενη ημέρα θα είναι πολύ πιο δύσκολη για το Ηνωμένο Βασίλειο απ’ ό,τι αφήνει να εννοηθεί η κυβερνητική ηγεσία. Η κ. Μέι και οι συνεργάτες της έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα περισσότερα προβλήματα θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα μετά την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ συγκλίνουσες ενδείξεις οδηγούν στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα.

Τρία χτυπήματα σε έντεκα εβδομάδες

Στη διάρκεια των τελευταίων έντεκα εβδομάδων είχαμε τρία τρομοκρατικά χτυπήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο τα οποία δεν είχαν σχέση με το προσφυγικό-μεταναστευτικό, μέσω του οποίου συσπειρώθηκαν οι πολιτικές δυνάμεις που επέβαλαν το Brexit.

Οι ακραίοι ισλαμιστές που σκόρπισαν το θάνατο στο Λονδίνο και το Μάντσεστερ ήταν, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, Βρετανοί πολίτες οι οποίοι δεν είχαν αφομοιωθεί στη βρετανική οικονομία και την κοινωνία. Πέρασαν από το περιθώριο και την παραβατικότητα στην ισλαμική τρομοκρατία προτού προλάβουν να αντιδράσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως στη Γαλλία και το Βέλγιο, η ισλαμική τρομοκρατία είναι πρώτα και κύρια εσωτερική υπόθεση γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Μπορεί οι δεξιοί και ακροδεξιοί λαϊκιστές να καταγγέλλουν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες −  χαρακτηριστική η προεκλογική αφίσα που είχε επιλέξει ο Φάρατζ πριν το δημοψήφισμα−,  αλλά τα αίτια της ανάπτυξης της ισλαμικής τρομοκρατίας έχουν σχέση και με τις κοινωνικές αντιθέσεις στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες.

Ο αμερικανός «φίλος»

Το Brexit θα είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας αν το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να βασιστεί στην ειδική σχέση με τις ΗΠΑ.

Με το πέρασμα του χρόνου αυτή η σχέση έχει εξασθενήσει και, αν κρίνουμε από τις πρωτοβουλίες του προέδρου Τραμπ, είναι πολύ δύσκολο να λειτουργήσει σαν αντιστάθμισμα στην προγραμματισμένη υποβάθμιση της συνεργασίας του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ε.Ε. Η απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής που είχε επιτευχθεί στη διάσκεψη του Παρισιού, οδήγησε στη διπλωματική απομόνωση της κ. Μέι εφόσον δεν μπόρεσε να προσυπογράψει τη διαμαρτυρία των κυβερνήσεων των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών.

Τα πράγματα έγιναν χειρότερα μετά την τελευταία τρομοκρατική επίθεση στο Λονδίνο οπότε ο πρόεδρος Τραμπ έκρινε σκόπιμο να ανοίξει πόλεμο στο Twitter με τον μουσουλμάνο δήμαρχο του Λονδίνου. Είναι φανερό ότι ο κ. Τραμπ εξελίσσεται σε παράγοντα διεθνούς αποσταθεροποίησης οποίος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα ακυρώσει στην πράξη την ειδική σχέση Ηνωμένου Βασιλείου - ΗΠΑ.

Οι επενδύσεις από το Κατάρ

Τις δυσκολίες του Brexit ανέδειξε και η κρίση που ξέσπασε στην περιοχή του Κόλπου, όπου με πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας απομονώθηκε το Κατάρ επειδή έδειχνε μεγάλη ανοχή ή και συνεργαζόταν με εκπροσώπους των Αδελφών Μουσουλμάνων, τρομοκρατικών οργανώσεων και το Ιράν.

Το Κατάρ έχει επενδύσει 40 δισ. στερλίνες στη βρετανική οικονομία και έχει εντυπωσιακή επενδυτική παρουσία στο αεροδρόμιο του Χίθροου, την τράπεζα Barclays, το πολυκατάστημα Harrods κ.λπ. Το πρόβλημα είναι ότι οι κρατικοί επενδυτικοί οργανισμοί έχουν αρχίσει και υποβαθμίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο σαν επενδυτικό προορισμό εξαιτίας της αβεβαιότητας που συνδέεται με το Brexit, και αναβαθμίζουν τη Γερμανία η οποία στην αντίληψή τους μπορεί να είναι η μεγάλη κερδισμένη στη μετά Brexit εποχή της Ε.Ε.

Το Ηνωμένο Βασίλειο μόνο του δεν μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά σε κρίσεις όπως αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στον Κόλπο, ενώ δυσκολεύεται να παραμείνει εξαιρετικά ελκυστικός επενδυτικός προορισμός.

Αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις και επικρατήσουν η κ. Μέι και οι Συντηρητικοί στις εκλογές της Πέμπτης 8 Ιουνίου θα διαπιστώσουν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα ότι το βασικό προεκλογικό τους σύνθημα υπέρ Brexit, ακόμη και στην πιο σκληρή και δαπανηρή εκδοχή του, θα μετατραπεί σε μεγάλο πρόβλημα για την επόμενη κυβέρνησή τους.