Πολιτικη & Οικονομια

Η ελληνική σαρία

Το ελληνικό κοινωνικό πρότυπο προσεγγίζει περισσότερο τον ισλαμικό θρησκευτικό κώδικα διαβίωσης παρά τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 425
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η κοινωνική κατάσταση που περιγράφεται σήμερα ως «πολωμένη» είναι αποτέλεσμα μιας Σαρίας που έχει επιβληθεί μετά από δεκαετίες εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης. Το ελληνικό κοινωνικό πρότυπο προσεγγίζει περισσότερο τον ισλαμικό θρησκευτικό κώδικα διαβίωσης παρά τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό –και εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας, της Τουρκοκρατίας, της Συμφωνίας της Γιάλτας κτλ.– στη χώρα μας επικρατεί εξωθεσμικό δίκαιο: από τη μία πλευρά το ακροδεξιό κίνημα κι από την άλλη το ακροαριστερό κατεστημένο προσπαθούν να εφαρμόσουν βιαίως ιδέες και μορφές πολιτικής συμπεριφοράς, εξοστρακίζοντας άλλες και εξυμνώντας εγκληματικές πράξεις. Αντί για το Κοράνι, η ελληνική Σαρία θεμελιώνεται στο «Ο αγών μου» του Χίτλερ και στις μαρξιστικές γραφές οι οποίες επεκτείνονται στις αντιεξουσιαστικές. Όποιος δεν συμμορφώνεται γίνεται αντικείμενο συκοφαντιών και απειλών – και παρ’ όλ’ αυτά, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η βία που ασκείται εναντίον ατόμων και ομάδων αλλά κυρίως ο δογματισμός που διαποτίζει ολόκληρη την κοινωνία με συνέπεια τη ροπή προς τα άκρα, την άμιλλα των άκρων.

Η θεωρία της σύγκλισης των άκρων και της άμιλλας μεταξύ τους ενοχλεί μεγάλο μέρος των Ελλήνων που πιστεύουν στη φαυλότητα της δεξιάς και στην αγιοσύνη της αριστεράς. Κι όμως, στην πράξη, τα άκρα λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο εφόσον εμφορούνται από παρόμοια συναισθήματα: εκτός από το γνώριμο και μαρξιστικο-λενινιστικά νομιμοποιημένο ταξικό μίσος, συνυπάρχει σύμπλεγμα θύματος και απόβλητου, αδυναμία κοινωνικής ενταξης και έναρθρης κοινωνικής διεκδίκησης, τραύμα ήττας και σκοτεινή αντίληψη του κόσμου. Τα πολιτικά άκρα συναντώνται στο πεδίο της δυστυχίας.

Η Σαρία είναι μια εκδίκηση γι’ αυτή τη δυστυχία· μια επιθετική στάση εναντίον των ενόχων –αληθινών και κατασκευασμένων– η οποία δεν συνοδεύεται από καμιά ανάληψη ατομικής και συλλογικής ευθύνης. Καθώς αναδύονται στην επιφάνεια τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αποκρύπτονταν επί τριάντα χρόνια, τα πολιτικά άκρα επιστρέφουν με αφοσίωση στα δόγματα για να τα εξηγήσουν και να τα επιλύσουν. Τα δόγματα συναντιούνται επίσης: στην Ελλάδα, τόσο σύμφωνα με την ακροδεξιά, όσο και σύμφωνα με την ακροαριστερά, ο λαός είναι το αθώο θύμα των ξένων δυνάμεων και των τοπικών λακέδων τους. Ο «λαός» είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν οι μαύροι και κόκκινοι φασίστες για να δικαιολογήσουν βίαιες πράξεις – και, σύμφωνα με την πολιτική θεολογία, σύμφωνα με τα εγχειρίδια δράσης των φασιστών, όποιος διαφωνεί «θα το πληρώσει ακριβά». (Μπου!)

Βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν της δημοκρατίας: αυτή τη στιγμή είναι σαφείς οι εξτρεμιστικές τάσεις οι οποίες ωθούν την κοινωνία σε αυταρχικά καθεστώτα, σε φονταμενταλιστικές πολιτικές χειρονομίες, σε φανατισμό που δηλητηριάζει κυρίως τους ίδιους τους φορείς του. Κοντολογίς, όπως συμβαίνει με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, το μίσος στρέφεται εναντίον των ίδιων των φονταμενταλιστών: εξού και οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας, εξού και οι αυτοκαταστροφικές πράξεις που ανακηρύσσονται σε ηρωικές. Το μείζον ζήτημα του εξτρεμισμού είναι λιγότερο η τρομοκρατία εναντίον τρίτων και περισσότερο η δημιουργία κλειστών, αμετακίνητων και προκαταληπτικών συσπειρώσεων οι οποίες δεν ανέχονται αποκλίσεις.

Η δεξιά επέζησε των εγκλημάτων της επειδή προσαρμόστηκε και εκσυγχρονίστηκε – έτσι, αποκόπηκε από την εξτρεμιστική της τάση και εντάχθηκε σε δημοκρατικό πλαίσιο. Η ακροδεξιά και η ακροαριστερά δεν μπορούν, από την ίδια τους τη φύση, να προσαρμοστούν και να εκσυγχρονιστούν: οποιαδήποτε μεταρρύθμιση εκλαμβάνεται ως παραχώρηση στον εχθρό – γι’ αυτό αποτελούν σήμερα ερμητικά συστήματα, αδιάβροχα σε οποιαδήποτε τροποποίηση. Ακριβώς όπως οι αιρέσεις, όπως οι θρησκευτικές και κοινωνικές σέκτες.

Η Σαρία είναι μέρος του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού που δεν κατάφερε να διαχωρίσει την πολιτική δράση από τα εγκλήματα του ποινικού κώδικα. Παρόμοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί κι αλλού στον κόσμο: η διαφορά της Ελλάδας είναι η σχετικά ευρεία συναίνεση γύρω από αυτά τα εγκλήματα, η πλήρης αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, η σύγχυση μεταξύ ιδεολογίας και μεθοδολογίας. Όπως συμβαίνει στις ισλαμικές χώρες, ο «εχθρός» πρέπει να εκμηδενιστεί με οποιοδήποτε μέσο: λασπολογία, εκφοβισμό, ακόμη και θάνατο. Διανύουμε τα Μολυβένια Χρόνια αντιγράφοντας το ήθος και τις μεθόδους ενός ευρέος φάσματος ριζοσπαστών.

Μόνο που, παρά τα κενά της ελληνικής δημοκρατίας, νόμοι υπάρχουν, όργανα και θεσμοί υπάρχουν: όποιος απειλείται από εκπροσώπους των πολιτικών άκρων μπορεί να καταφύγει στη δικαιοσύνη. Θεωρητικά, αλλά και πρακτικά, οποιαδήποτε Σαρία απαγορεύεται: ενώ ο καθένας είναι ελεύθερος να λέει ό,τι του κατεβαίνει – εκτός από συκοφαντίες και απειλές– δεν είναι ελεύθερος να πράττει ό,τι του κατεβαίνει. Εξάλλου, οι δημοκρατικοί πολίτες που δεν ουρλιάζουν, ούτε συμμετέχουν σε ηλεκτρονικά δίκτυα αργόσχολων, είναι πολύ περισσότεροι από τους θορυβώδεις εξτρεμιστές. Και παρά την νοσηρή ανεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας στα φαινόμενα εθνικισμού, μισαλλοδοξίας και φανατικής αριστεροσύνης, η ιστορία έχει δείξει ότι ο κόσμος, αφού κλυδωνίζεται, ξαναβρίσκει την ισορροπία του.