Πολιτικη & Οικονομια

Χωρίς αποτέλεσμα η πολύμηνη διαπραγμάτευση

Η κυβέρνηση ξέχασε όλες τις κόκκινες γραμμές αλλά κέρδισε πολιτικό χρόνο

Γιώργος Κύρτσος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα βασικά σημεία των κειμένων των ευρωπαίων εταίρων και του ΔΝΤ στα οποία θα στηριχθεί η συμφωνία για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση Τσίπρα εγκατέλειψε όλες τις υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές με τις οποίες «βομβάρδιζε» την κοινή γνώμη ο επικοινωνιακός, προπαγανδιστικός μηχανισμός της κυβέρνησης.

Η δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος-μνημονίου επρόκειτο να κλείσει με βάση το αρχικό χρονοδιάγραμμα τον Φεβρουάριο του 2016 και όλα δείχνουν ότι θα κλείσει τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 2017. Χάθηκαν δεκαπέντε πολύτιμοι μήνες με αποτέλεσμα να ανέβει ο οικονομικός και κοινωνικός λογαριασμός της διαχείρισης της κρίσης. Στο Μαξίμου όμως δηλώνουν ικανοποιημένοι γιατί αξιοποίησαν αυτή την καθυστέρηση για να διαχειριστούν το πολιτικό κόστος των δύσκολων μέτρων και να οργανώσουν καλύτερα την παραμονή στην εξουσία και τη νομή της.

«Ντέρμπι» με 6-0

Σύμφωνα με τον επικοινωνιακό, προπαγανδιστικό μηχανισμό της κυβέρνησης η διαπραγμάτευση είναι εξαιρετικά σκληρή και μοιάζει με ένα αμφίρροπο ποδοσφαιρικό «ντέρμπι». Αν κρίνουμε όμως από το αποτέλεσμα η κυβέρνηση έχασε 6-0 στα βασικά σημεία, τα οποία η ίδια εμφάνιζε σαν κόκκινες γραμμές.

Πρώτον, δέχθηκε τη μείωση των παλαιών κύριων συντάξεων από 1ης Ιανουαρίου 2019. Υποτίθεται ότι έχει επιβάλει ένα πλαφόν 22% στη μείωση των παλαιών κύριων συντάξεων και αν χρειαστούν πρόσθετες περικοπές θα τις αναζητήσει στις επικουρικές συντάξεις. Πρόκειται για ένα πολύ κακό διαπραγματευτικό αποτέλεσμα αν σκεφτούμε ότι με μια μείωση της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 8%-9% λύνεται το πρόβλημα σε βάθος χρόνου. Επομένως η κυβέρνηση δέχθηκε νέες σημαντικές μειώσεις πέρα από εκείνες που εφαρμόστηκαν το 2015 και το 2016 χωρίς να κλείνει οριστικά το φάκελο του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού.

Δεύτερον, η κυβέρνηση δέχθηκε τη μείωση του αφορολόγητου ορίου για το ετήσιο εισόδημα στα 5.600 ευρώ από 1ης Ιανουαρίου 2019, αν το επιβάλλουν οι δημοσιονομικές συνθήκες, ή το αργότερο από 1ης Ιανουαρίου του 2020. Την απόφαση για το συγκεκριμένο ζήτημα θα πάρουν οι αξιολογητές του ΔΝΤ οι οποίοι έχουν αναλάβει ειδικό ρόλο σε ό,τι αφορά την εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης το 2018.

Η κυβέρνηση Τσίπρα αυξάνει τα φορολογικά έσοδα με κοινωνικά βίαιο τρόπο. Το 2016 στήριξε την αύξηση των φορολογικών εσόδων στην αύξηση του ΦΠΑ για βασικά καταναλωτικά αγαθά και τρόφιμα από το 13% στο 24% με αποτέλεσμα να σημειωθεί μεγάλη πτώση στην κατανάλωση τροφίμων. Τώρα βάζει στο στόχαστρο ακόμη και νοικοκυριά με εισόδημα που κινείται κοντά στο όριο της φτώχιας.

Τρίτον, παραμύθι αποδείχθηκε η προάσπιση του λεγόμενου κοινοτικού κεκτημένου στις εργασιακές σχέσεις. Αποφασίστηκε ότι μέχρι την ολοκλήρωση της εφαρμογής του τρίτου προγράμματος-μνημονίου δεν θα ισχύει η επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων. Οι Έλληνες εργαζόμενοι θα έχουν περιορισμένα δικαιώματα με βάση τη συμφωνία για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης ενώ η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται συντηρεί τις συνθήκες εργασιακής ζούγκλας με πολλούς εργαζόμενους να αμείβονται με κάτω από 400 ευρώ το μήνα, άλλους να μην πληρώνονται ενώ οι μακροπρόθεσμα άνεργοι που ξεπερνούν τις 900.000 δεν παίρνουν κανένα επίδομα.

Οι λεγόμενες ομαδικές απολύσεις φεύγουν από την αρμοδιότητα της κυβέρνησης, με βάση όσα ισχύουν στην Ε.Ε. και θα συνεχιστούν με τους ίδιους κανόνες.

Τέταρτον, ανοίγει ο δρόμος για την επιτάχυνση της μερικής ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ. Περιορίζεται με ταχύτερο ρυθμό το ποσοστό που κατέχει η Επιχείρηση στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και πωλείται ένα σημαντικό ποσοστό των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που στηρίζονται στον λιγνίτη ενώ προετοιμάζεται το έδαφος και για την πώληση υδροηλεκτρικών μονάδων.

Ουσιαστικά η κυβέρνηση προχωράει στη μερική ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ με έναν τρόπο που οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, στην οικονομική της κατάρρευση. Προσπαθεί να πείσει τη σκληρή εκλογική της βάση ότι δεν ιδιωτικοποιείται η ΔΕΗ και αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών με μαζικούς διορισμούς όπως στην περίπτωση των χιλιάδων εργαζομένων στην περιοχή της Κοζάνης που θα ασχοληθούν με την προστασία των αρχαίων στα λιγνιτωρυχεία. 

Πέμπτον, τα κείμενα των ευρωπαίων εταίρων και του ΔΝΤ δεσμεύουν για μια ακόμη φορά την κυβέρνηση σε μεγάλης κλίμακας ιδιωτικοποιήσεις με βάση όσα έχουν συμφωνηθεί και στην επιτάχυνση της πραγματοποίησης επενδύσεων, όπως στο Ελληνικό, τις οποίες η κυβέρνηση υπονομεύει με διάφορους τρόπους.

Έκτον, επιβεβαιώνεται ότι η αναδιάρθρωση του χρέους του ελληνικού Δημοσίου θα πραγματοποιηθεί μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος-μνημονίου, τον Αύγουστο του 2018. Η αναδιάρθρωση του χρέους του ελληνικού Δημοσίου έχει αποφασιστεί, σε πολιτικό επίπεδο, από τα τέλη του 2012 αλλά ο κ. Τσίπρας δέχθηκε το καλοκαίρι του 2015 τον ετεροχρονισμό της για μετά τον Αύγουστο του 2018, οπότε ολοκληρώνεται η εφαρμογή του τρίτου προγράμματος-μνημονίου.

Από όσα περιέγραφαν το Μαξίμου και τα ελεγχόμενα από αυτό ΜΜΕ για τη «σκληρή» διαπραγμάτευση που δικαιολογούσε τη μεγάλου οικονομικού και κοινωνικού κόστους καθυστέρηση στην εφαρμογή του τρίτου προγράμματος-μνημονίου, τίποτα δεν ισχύει.