Πολιτικη & Οικονομια

Έκθεση ΔΝΤ: Εξαιρετικά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος

Η έκθεση αναμένεται να συζητηθεί σήμερα στο διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία αναμένεται να συζητηθεί σήμερα στο διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ, βεβαιώνει 4 προκλήσεις αναφορικά με την ελληνική οικονομία.   

Ειδικότερα, σχετικά με το ελληνικό χρέος, το Ταμείο το χαρακτηρίζει ως εξαιρετικά μη διαχειρίσιμο (βιώσιμο) και προτείνει μία σειρά από μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.

Σε πρώτη φάση, υποστηρίζει πως στην Ελλάδα θα πρέπει να εφαρμοστεί μία «δημοσιονομικά ουδέτερη πολιτική», ενώ απαιτούνται «δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις», όπως είναι η μείωση του αφορολόγητου προκειμένου να διευρυνθεί η φορολογική βάση, καθώς και η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

Αναφορικά δε με τον χρηματοπιστωτικό τομέα, το ΔΝΤ υπογραμμίζει πως θα πρέπει να μειωθούν δραστικά τα κόκκινα δάνεια. Παράλληλα διαπιστώνει ότι θα πρέπει να ενισχυθούν οι κανόνες διοικητικής διακυβέρνησης των τραπεζών, και να αρθούν οι περιορισμοί που ισχύουν στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) το ταχύτερο δυνατό.

Παράλληλα, το Ταμείο απαιτεί πιο φιλόδοξες «μεταρρυθμίσεις» στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών οι οποίες θα διευκολύνουν την ανάκαμψη της οικονομίας.

-Πρώτη πρόκληση σύμφωνα με το ΔΝΤ συνιστά η μείωση των συντάξεων, καθώς το υφιστάμενο σύστημα δεν είναι βιώσιμο και στηρίζεται κατά κύριο λόγο από τους υψηλούς φόρους.

Στο σημείο αυτό το ΔΝΤ επαναφέρει το ζήτημα της μείωσης του αφορολογήτου καθώς όπως αναφέρει το 50% των μισθωτών και συνταξιούχων βρίσκονται κάτω από το όριο αυτό με αποτέλεσμα να μην πληρώνουν καθόλου φόρο, ενώ το ποσοστό αυτό στις άλλες χώρες της ΕΕ ανέρχεται μόλις σε 8%.

-Η δεύτερη πρόκληση αφορά στην αναποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης και της επακόλουθης αύξησης του χρέους νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην εφορία.

Χαρακτηριστικά, το ΔΝΤ επισημαίνει πως τα συνολικά τα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο φτάνουν το 70% του ΑΕΠ της Ελλάδας.

-Την τρίτη πρόκληση συνιστούν οι τράπεζες και οι αδύναμοι ισολογισμοί τους σε συνάρτηση με τον τρόπο διοίκησης τους.

-Την τέταρτη πρόκληση συνιστούν οι δομικές ακαμψίες που εμποδίζουν την χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη της οικονομίας.

Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι το βάρος της προσαρμογής που συντελέστηκε την περίοδο 2010-11 το έφεραν οι μισθωτοί. Ωστόσο, όπως διαπιστώνει, παρά την σημαντική μείωση των μισθών, οι τιμές στην αγορά ελάχιστα μόνον έχουν προσαρμοστεί προς τα κάτω. Έτσι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) υπολείπεται κατά 5% έως 10%. Παράλληλα διαπιστώνεται ότι οι ανισότητες στην Ελλάδα έχουν οξυνθεί στην περίοδο της κρίσης.

Αναφορικά δε με την πορεία της ελληνικής οικονομίας το ΔΝΤ εκτιμά ότι το ΑΕΠ μετά από αύξηση 0,4% το 2016 θα αυξηθεί κατά 2,7% φέτος. Για το 2018 η ανάπτυξη αναμένεται να φθάσει το 2,6% και το 2,4% το 2019. Επισημαίνεται ωστόσο, πως οι προβλέψεις αυτές υπόκεινται σε κινδύνους και προϋποθέτουν κατά κύριο λόγο την έγκαιρη υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής (Μνημονίου).

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι το Δημόσιο Χρέος της Ελλάδος είναι εξαιρετικά μη διαχειρίσιμο (highly unsustainable) τόσο εξαιτίας του ύψους του (προβλέπεται ότι θα φθάσει το 170% του ΑΕΠ το 2020 για να μειωθεί ελαφρώς στο 164% το 2022 μέχρι να εκτιναχθεί στο 275% το 2060), όσο και των χρηματοδοτικών αναγκών που θα χρειαστεί η χώρα για την εξυπηρέτηση του. Οι δαπάνες αυτές θα ξεπεράσουν το φράγμα του 15% του ΑΕΠ το 2024 και το 20% το 2031 για να φθάσουν το 33% το 2040.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι απαιτείται μία ουσιαστική αναδιάρθρωση των όρων των δανείων που έχουν χορηγήσει οι Ευρωπαίοι στην Ελλάδα προκειμένου να αποκατασταθεί η "βιωσιμότητα" του Χρέους.

Στο πλαίσιο αυτό το ΔΝΤ προτείνει:

-Να παραταθεί έως το 2040 η περίοδος χάριτος, το οποίο συνεπάγεται μία παράταση κατά 6 ετων των δανείων του ESM και κατά 17 έως 20 ετών για τα διακρατικά δάνεια και εκείνα που έχει χορηγήσει ο EFSF.

-Παράταση του χρόνου λήξης των δανείων έως το 2070, το οποίο οδηγεί σε παράταση του χρόνου αποπληρωμής των διακρατικών δανείων κατά 30 χρόνια, και έως 14 χρόνια για τα δάνεια του EFSF, και 10 χρόνια για τα δάνεια του ESM,.

-Αναβολή στην καταβολή τόκων έως το 2040 με κεφαλαιοποίηση τους. Η αποπληρωμή τους προτείνεται να επιμηκυνθεί έως το 2070 και να πραγματοποιηθεί με ισόποσες δόσεις.

-«Κλείδωμα των επιτοκίων» όλων των δανείων που έχουν χορηγήσει ο ESM και ο ΕFSF (περίπου 200 δια. ευρώ ή 113% του ΑΕΠ), τουλάχιστον για 30 χρόνια. Το επιτόκιο των δανείων αυτών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 1,5%.