Πολιτικη & Οικονομια

Ξενοδοχείο ημιδιαμονής

Η καλύτερη μπίζνα που μπορείς να κάνεις στον τουρισμό; 

Κώστας Γιαννακίδης
ΤΕΥΧΟΣ 597
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δύο-τρεις φορές την εβδομάδα αγοράζω φαγητό από ένα φούρνο που βρίσκεται δίπλα σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής. Η διαδικασία θέλει το χρόνο της. Θα βγει η σαλάτα από το ψυγείο, θα της βάλουν λαδόξυδο και μετά το καπάκι. Και από πάνω η αραβική πίτα με τη γαλοπούλα. Και δίπλα ένα γιαούρτι, με το κουταλάκι του. Κάνω δίαιτα σαν αμαρτωλός που ξέρει ότι, στην ανάγκη, μπορεί να εξομολογηθεί όσες φορές θέλει. Όσο περιμένω να ετοιμάσουν τη σακούλα μου, χαζεύω έξω στο δρόμο την είσοδο του ξενοδοχείου ημιδιαμονής. Βλέπω να έρχονται βίζιτες, σαν χριστουγεννιάτικα δένδρα –στολισμένες, εντυπωσιακές, ψεύτικες, για συγκεκριμένη και περιορισμένη χρήση. Τις αφήνουν μπροστά στα σκαλιά αυτοκίνητα που οδηγούν νεαροί με κοντά μαλλιά και τατουάζ με ιδεογράμματα στα χέρια. Εμφανίζονται υπερήφανα νεαρά ζευγάρια με το κεφάλι ψηλά, σαν κύκνοι, πιασμένα χέρι με χέρι, τόσο φρέσκα, που λες, εντάξει, αρκεί που η σάρκα είναι τεντωμένη, αυτό φτάνει για να είναι και καύλα. Έρχονται ζευγάρια μέσης ηλικίας, παράνομα. Που προσπαθούν να δείξουν άνετα, περπατούν αργά, ενώ θα ήθελαν να μπουν στο δωμάτιο πετώντας. Φίλε, δείχνει πολύ θλιβερό αν δεν είσαι ένας από τους δύο. Τους βλέπεις και λες ναι, το μεγαλείο του έρωτα είναι στην τύφλα του. Αυτά τα ζευγάρια χαζεύω περισσότερο. Μπορεί από ντροπή, μπορεί και από ζήλια, ούτε στον εαυτό μου δεν θέλω να το πω. Να, η κυρά με το καθωσπρέπει παλτό και την τσάντα στο δεξί χέρι, μαζί με τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Σχεδόν το φωνάζει ότι είναι παντρεμένη, μητέρα που το έχει σκάσει από τη δουλειά. Λίγο το κεφάλι να σήκωνε, να φύσαγε την ντροπή σαν τη φράντζα που της πέφτει στα μάτια, θα την είχα δίπλα μου να ψωνίζει καρβέλια και γιαούρτια για το σπίτι. Και από δίπλα ο συνοδός της. Μεσήλικας, μπορεί και στις παρυφές της τρίτης ηλικίας. Με φαλάκρα. Με ημίπαλτο πάνω από το σακάκι, μαύρο παπούτσι. Πόσο παρακμιακός! Τι σεξ κάνει αυτός; Ενστικτωδώς ψάχνω την αντανάκλαση μου στο τζάμι του μαγαζιού. Κοιτάζομαι. Το τζάμι και το φως μου επιστρέφουν μία θολή εικόνα. Πολύ ωραία.

Φεύγοντας, με τη σακούλα του φαγητού στο χέρι, περνάω μπροστά από το ξενοδοχείο, περπατώντας αργά, λες και ακολουθώ φέρετρο. Συχνά πετυχαίνω βίζιτες που βγαίνουν ή μπαίνουν, σνιφάρω αέρα και αισθάνομαι το άρωμα που ο άλλος θα πάρει στη γλώσσα του. Και τώρα που κάνει κρύο και φοράω παλτό και σκούφο, σκέφτομαι ότι ο εραστής που κάνει τσιγάρο και με βλέπει από το παράθυρο, θα τονώνει την αυτοπεποίθησή του με την κακομοιριά μου. Ένας άνθρωπος που ξέρει μου είπε ότι τα ξενοδοχεία ημιδιαμονής είναι η καλύτερη μπίζνα που μπορείς να κάνεις στον τουρισμό. Δουλεύεις ένα δωμάτιο πολλές φορές μέσα στη μέρα και, αν είσαι, λέει, ξύπνιος, θα φορολογηθείς μόνο για τη μία. Τα ζευγάρια δεν ζητούν τιμολόγιο, δεν πληρώνουν με κάρτα, δεν κοιτάζουν καν στα μάτια τον άνθρωπο που τους δίνει το κλειδί. Υπάρχουν καμιά εκατοστή ξενοδοχεία στην Αττική και τζιράρουν ένα πενηντάρικο σε εκατομμύρια κάθε χρόνο. Προσπαθώ να βρω το μέσο κόστος δωματίου και μετά να υπολογίσω σε πόσες συνευρέσεις αντιστοιχούν αυτά τα νούμερα. Πρέπει να είναι εκατομμύρια και αυτές. Χιλιάδες βίζιτες με ακόμα περισσότερους πελάτες, παράνομα ζευγάρια ρημαγμένων γάμων με δυστυχισμένα παιδιά, νεαρά ζευγαράκια που κάνουν χατ τρικ σε μία ώρα, μπάτσελορ πάρτι που εξελίσσονται σε παρτούζες, γραμμές κόκας επάνω στα κομοδίνα, δίπλα στα σημάδια των ποτηριών, μπουκαλάκια με ουίκσι, προφυλακτικά, τρύπια ματωμένα σεντόνια, καθρέφτες που παριστάνουν ότι δεν βλέπουν τίποτα, πορνοστάρ στο κλειστό κύκλωμα να πηδιούνται σε 24ωρο, πρώην μέλη της Κομσομόλ που αλλάζουν σεντόνια, μαύρες κουρτίνες. Τα βάζω όλα σε ένα καζάνι, μεγάλο και καυτό σαν της κολάσεως. Και βγαίνει από μέσα κάτι πηχτό και ροζ. Ζεστό λίπος που φτάνει να το απλώσεις σε όλη την πόλη, να σκεπάσεις κάθε δρόμο, κάθε σπίτι, να μην περνάει το κρύο.