Πολιτικη & Οικονομια

Ο πολιτικός...

Γύρισε το κεφάλι του και με είδε. Μετά έφυγε. Δεν θα ξαναγυρίσει...

Αλέξανδρος Μαλλιάς
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Τον παρακολούθησα το Σάββατο το απόγευμα, καθηλωμένος στην πολυθρόνα. Χωρίς να χάσω ούτε ένα γράμμα από την ομιλία του.

Ήταν λιτός, σοβαρός, με επιχειρήματα. Ξεπέρασε τον εαυτό του και τις πολιτικές γραμμές του κόμματός του.

Στην πραγματικότητα αυτά που είπε δεν ήταν σύμφωνα με όσα του έλεγαν όλο το πρωί στο γραφείο οι σύμβουλοι, οι κομματάρχες και οι βουλευτές του.

Δεν αναφέρθηκε καν στα μεγέθη του προϋπολογισμού. Ούτε στους αριθμούς. Δεν έκανε καμία αναφορά στα μνημόνια. Ήθελε να πει τα δικά του. Ναι, τα δικά του...

Έχασε, του έλεγαν μετά στο καφενείο της Βουλής, μια καλή ευκαιρία να κατατροπώσει την κυβέρνηση και να κερδίσει τον κόσμο.

«Ποιον κόσμο;» τους ρωτούσε.

«Έστω αυτούς που βαριεστημένοι έβλεπαν τη συζήτηση» του απάντησε ο γέρος, ο σοφός του κόμματος, όπως τον φωνάζουν.

«Κρίμα, χάσαμε άλλη μια καλή ευκαιρία» μουρμούρισε. Μετά έφυγε.

Απογοητευμένος και αυτός από τον αρχηγό του.

Γύρισα και είδα τον διπλανό μου. Μα δεν τα πήγε άσχημα, αναρωτήθηκα. Τι συμβαίνει;

Κοιτάζω τις σημειώσεις μου.

Μιλούσε, αλήθεια είναι, για περίεργα πράγματα. Ακούστηκαν κάπως αιρετικά και αντισυμβατικά. Πρέπει να έχει εμμονές, αναλογίσθηκα.

Τέτοιες ομιλίες σπάνια ακούγονται στην Βουλή.

Πρώτα στράφηκε προς τον Πρωθυπουργό. Μετά γύρισε και κοίταξε τους δικούς του. Τον χειροκροτούσαν συνεχώς όρθιοι.

«Η συζήτηση αυτή θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και καιρό. Η κατάσταση δεν πάει άλλο. Όλα αλλάζουν γύρω μας. Εμείς δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια. Όταν όλα ανατρέπονται, όταν όλα μεταβάλλονται, όταν οι ισορροπίες είναι σε βάρος μας, εμείς πρέπει να σκεφθούμε πως μπορούμε να δράσουμε και να αντιδράσουμε. Τι μέσα έχουμε στη διάθεσή μας».

Συνέχισε «Να συμφωνήσουμε σε ένα Δεκάλογο των βασικών θεμάτων. Εσείς σαν κυβέρνηση και εμείς σαν αντιπολίτευση. Να χαράξουμε μαζί ένα κοινό πλαίσιο για οκτώ χρόνια. Γιατί όλοι κάνουμε τον ίδιο κύκλο. Είμαστε μια παρένθεση. Όλο και μικρότερος γίνεται ο κύκλος. Ένα χρόνο, δυο χρόνια το πολύ. Οι κυβερνήσεις και οι πρωθυπουργοί αλλάζουν, οι αντιπολιτεύσεις, τα κόμματα και οι αρχηγοί αλλάζουν».

Τόλμησε να μιλήσει για «συνεννόηση που θα οδηγήσει στη συναίνεση». Για την «γνώση ως προϋπόθεση της επίγνωσης, βάση της ορθής ανάγνωσης και θεμέλιο της πρόγνωσης». Όλα αλλάζουν, είπε.

Τελικά όμως τι μένει; Μόνο τα προβλήματα δεν αλλάζουν. Αυτά μένουν.

Αυτά τα αφορίζουμε και τα εξορκίζουμε. Μερικοί στο κόμμα το πρότειναν. Δεν υπάρχει όμως πλειοψηφία. Τι λένε; Τώρα που έχουν αποκατασταθεί και οι σχέσεις μας με την Εκκλησία να κάνουμε και ένα ευχέλαιο υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων και των εθνικών θεμάτων. Να ανάβουμε που και που ένα κεράκι μήπως και λυθούν.

Ο γέρος, ο σοφός του κόμματος, είπε το καλύτερο. Να το βάλουμε στην επόμενη δημοσκόπηση σαν ερώτημα. Όλοι χειροκρότησαν.

«Τι μυαλό είναι αυτό» είπαν με μια φωνή. «Ας το ζητήσει ο λαός. Τότε και εμείς θα το προτείνουμε. Η φωνή του λαού είμαστε. Θα κάνουμε ό, τι θέλει».

Αυτό ακούστηκε σαν επαναστατικό. Ναι, ήταν. Αλήθεια είναι ότι σπάνια ακούγονται τέτοιες αιρετικές και αντισυμβατικές παραινέσεις.

Μετά όμως άρχισε να έρχεται πάλι το σύννεφο. «Να σκεφτούμε» μας λέει. Ποιος ευκαιρεί τώρα; Ποιοι δηλαδή θα πρέπει να κάτσουν να σκεφτούν. Εμείς ή αυτός;

Ο άλλος αμέριμνος συνέχισε την ομιλία του...

«Πώς θα είναι η Ελλάδα σε δέκα χρόνια;» αναρωτήθηκε στο βήμα. «Πώς θα είναι η Ευρώπη; Πώς θα είναι η γειτονιά μας; Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Μήπως χρειάζεται να μιλήσουμε όλοι μαζί και να συμφωνήσουμε;».

Οι δικοί του από κάτω και οι άλλοι εκεί δίπλα του στα έδρανα δεν άντεξαν άλλο. Ξέσπασαν. «Είσαι ξεπερασμένος» του φώναζαν. «Τι μας λες τώρα;».

«Εσείς να μιλάτε για το σήμερα και εμείς θα μιλάμε για το χθες. Σ' ένα χρόνο εμείς θα μιλάμε για το σήμερα και σεις θα μιλάτε για το χθες».

«Τώρα αποφάσισες να μιλήσεις για το αύριο!»

Μα ποιος ενδιαφέρεται για το αύριο;

Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε γύρω του.

Στα πάνω θεωρεία, οι επισκέπτες είχαν φύγει. Κοίταξε προς την πλευρά της κυβέρνησης. Δεν ήταν κανείς.

Τότε ήταν που άρχισε να κλονίζεται. «Μήπως είπα κάτι που δεν ήταν σωστό;» αναρωτήθηκε. «Μα έχω προτάσεις. Προετοιμάσθηκα».

Παρακολούθησα τη σκηνή στην τηλεόραση. Καθισμένος στην πολυθρόνα μου. Σε εκείνο το σημείο τα έχασα, ομολογώ. Άλλαξε τόνο. Σήκωσε το δεξί χέρι ψηλά. Σαν να θέλει να καταδικάσει κάποιον. Μετά το κατέβασε μπροστά χτυπώντας δυνατά το βήμα.

«Η ενδοτική πολιτική της κυβέρνησης και η πατριδοκάπηλη τακτική των κομμάτων της αντιπολίτευσης μάς έχουν φέρει στον γκρεμό» ξεστόμισε με όση δύναμη φωνής είχε. «Εμείς θέλουμε νέες Θερμοπύλες» βροντοφώναξε.

Τότε έγινε θόρυβος πολύς. Ακούστηκαν ποδοπατήματα. Πόρτες άνοιγαν και έκλειναν. Τα φλας άναβαν.

Τον είδα να σηκώνει ξαφνιασμένος και απορημένος το κεφάλι. Έμπαιναν ο ένας μετά τον άλλο να καθίσουν στα έδρανα. Γέμισε μέσα σε λίγα λεπτά η αίθουσα. Τρέχανε όλοι. Τρέχανε. Ακόμη και τα δημοσιογραφικά γέμισαν.

Στράφηκε προς το προεδρείο και ρώτησε αμήχανα. «Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάτι έκτακτο, να σταματήσω;»

«Συνεχίστε. Για σας έρχονται. Αυτά που είπατε πριν λίγο τους φέρνουν μέσα. Τώρα ετοιμαστείτε για σκληρό αντίλογο».

Μου φάνηκε ότι ξαφνιάστηκε.

Κοίταξε απέναντι στο ρολόι. Είχε μόλις ένα λεπτό στη διάθεσή του. Μάζεψε τα απλωμένα χαρτιά του. Κατέβασε το κεφάλι του σαν από ντροπή. Έφερε και τα δυο του χέρια στο πρόσωπο, σαν να ήθελε να το κρύψει.

«Λυπάμαι που σας ανησύχησα με το φέρσιμό μου» ψέλλισε κατεβαίνοντας.

Κανείς τους δεν μίλησε. Δεν κάθισε στη θέση του. Πήγε εκεί στην πλαϊνή πόρτα. Βγήκε έξω.

Τότε πήρε και την μεγάλη απόφασή του.

Προσπάθησα να του μιλήσω. Να τον καθησυχάσω. «Μπράβο για τις φωνές» του είπα. «Πιο συχνά να τα λες. Έτσι μου αρέσεις».

Γύρισε το κεφάλι του και με είδε. Μετά έφυγε από την έξοδο προς τον Άγνωστο Στρατιώτη.

Δεν θα ξαναγυρίσει...