Πολιτικη & Οικονομια

Άδωνις Γεωργιάδης: Αλήθειες και πλάνες

Αναγνωρίζω την ευθύτητα, την καθαρότητα και τη μαχητικότητα του Α. Γεωργιάδη

Λευτέρης Κουσούλης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στον τόπο αυτό επί πολλά χρόνια ευδοκίμησε ο παραποιητικός, άχρωμος και συχνά μεταμφιεσμένος λόγος. Η ευθύτητα του Γεωργιάδη έχει λοιπόν την ιδιαίτερη πολιτική της αξία. 

Στη φάση που διανύουμε, η συνειδητοποίηση είναι ένας από τους βασικούς συντελεστές της πιθανής πορείας και απομάκρυνσης της χώρας από την κρίση. Για το λόγο αυτό, η συμβολή στη συνειδητοποίηση είναι ουσιαστική συμβολή στη δύσκολη και οδυνηρή πορεία που έχουμε μπροστά μας. Μια απλή κυβερνητική αλλαγή, που θα ήταν αποτέλεσμα επίτευξης ενός αριθμητικού στόχου, δεν θα είχε κάτι να προσφέρει σε μια κοινωνία, που είναι περισσότερο προσανατολισμένη στις εύκολες λύσεις παρά στην ανάληψη της ευθύνης. 

Στο μέτωπο αυτό, συχνά ο Ά. Γεωργιάδης, πρεσβεύοντας εξωτερικές αλήθειες και προσπερνώντας τη βαθύτερη πραγματικότητα που καμιά φορά τις αναιρεί, γίνεται εμπόδιο σε αυτή τη συνειδητοποίηση. Και έτσι, η εξωτερική αλήθεια γίνεται βαθύτερη πλάνη.  Επειδή η συνειδητοποίηση συνδέεται με την αποδοχή της πραγματικότητας στο βάθος της, στο σύνολό της, μέχρι τα ακραία όριά της, η αποφυγή υπογράμμισης και ανάδειξης αυτής της πραγματικότητας λειτουργεί συσκοτιστικά. 

«Ο Τσίπρας είναι ψεύτης», λέει ο Ά. Γεωργιάδης. Αυτή είναι μια εξωτερική αλήθεια. Πράγματι, ο σημερινός Πρωθυπουργός έχει πει πολλά ψέματα και ο ισχυρισμός του Ά. Γεωργιάδη δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Η πραγματικότητα όμως είναι πέραν αυτού. Και δεν πρόκειται εδώ για ζήτημα διατύπωσης του λόγου. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο και δυσκολότερο. Πρόκειται για την ευθύνη του λαού που αναγορεύει τον Α. Τσίπρα σε εκφραστή του ψεύδους. Χωρίς τη συνυπογραφή από μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού του συνειδητού και σχεδιασμένου ψεύδους του ΣΥΡΙΖΑ, ο Α. Τσίπρας δεν θα ήταν κάτι, ούτε καν ψεύτης. Συνεπώς, η συμπύκνωση της ευθύνης στο πρόσωπο του Α. Τσίπρα και το σφυροκόπημά του, έχουν μέσα τους μια παραγνώριση της λαικής ευθύνης, μια υποβάθμιση του ψηφοφόρου ως συνειδητού όντος και έτσι μια συσκοτιστική αθώωση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης του λαού.  

Συμπληρωματικά, ακούγοντας τον Ά. Γεωργιάδη να υπερασπίζεται τη στράτευση στα 18 –δεν μπορούν οι Έλληνες νέοι να κρατήσουν όπλο;– παραγνωρίζει και εδώ ότι το σημαντικό πράγματι αυτό ζήτημα δεν έχει καμιά σχέση με τη μυική δύναμη των νέων Ελλήνων, αλλά συνδέεται πρωτίστως με την αντίληψη και τη συνείδησή τους. Και εδώ αποσιωπάται ότι η άμυνα μιας χώρας δε συνδέεται με την ηλικία της υποχρεωτικής στράτευσης, αλλά με το βαθμό της έσω απόφασης των πολιτών της να υπερασπιστούν, όχι μόνο τον ιστορικό γεωγραφικό χώρο αλλά και το σύστημα και το σύνολο των αξιών και των ιεραρχήσεων που ορίζει τον τρόπο λειτουργίας αυτής της χώρας. 

Και στο ένα και στο άλλο, ενώ στην εξωτερική περιγραφή ο ;A. Γεωργιάδης ακριβολογεί, κάτω από αυτή την «αλήθεια» κοιμάται μια πλάνη.

Κανείς λαός δε μπορεί να συγκρουστεί με το ψεύδος, ούτε να αναλάβει το κόστος και την ευθύνη της αυτo-υπεράσπισής του, χωρίς να κρατάει ψηλά τη σημαία της αυτογνωσίας.