Πολιτικη & Οικονομια

Καραμανλήδες και καραμανλισμός

Λες και υπάρχει η παραμικρή σχέση και το παραμικρό περιθώριο σύγκρισης

Ανδρέας Παππάς
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή κυβέρνησε τη χώρα από το 1974 έως το 1981, με διόλου ευκαταφρόνητες επιδόσεις. Μια χώρα καθημαγμένη από τη χουντική λαίλαπα, τραυματισμένη και απαξιωμένη από το φιάσκο του πραξικοπήματος στην Κύπρο, με ισχυρά ερείσματα της χούντας στον κρατικό μηχανισμό, κατάφερε να επιτύχει σχετικά ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία, να ξεφορτωθεί την αμαρτωλή δυναστεία των Γλύξμπουργκ, να αποκτήσει σύγχρονο και αρκετά προοδευτικό Σύνταγμα, να λύσει το χρόνιο «γλωσσικό ζήτημα» με την καθιέρωση της δημοτικής, να παραδώσει το 1981 στον Ανδρέα Παπανδρέου μια οικονομία υπό απόλυτο έλεγχο. Και πάνω απ’ όλα βέβαια, να εξασφαλίσει –χάρη κυρίως στην επιμονή (σχεδόν εμμονή) του Καραμανλή– την ένταξή της στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σκοπός μου εδώ –αλλά και γενικότερα– δεν είναι να πλέξω το εγκώμιο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, της πολιτικής του διαδρομής και συνεισφοράς. Δεν υπήρξα ποτέ ψηφοφόρος του, άλλωστε. Καλό είναι, όμως, να θυμόμαστε ότι, αντίθετα με όσα μαθαίναμε να πιπιλάμε στα αριστερά μας νιάτα, ο Καραμανλής ήταν επίσης ο κατεξοχήν αστός πολιτικός που δεν δίστασε να συγκρουστεί με το Παλάτι όταν πίστευε ότι τα στεγανά τα οποία διατηρούσε ή ευνοούσε ο Θρόνος αποτελούσαν τροχοπέδη για την πρόοδο της χώρας. Αρκεί μια ματιά στα άτυπα «απομνημονεύματα» του Κωνσταντίνου, που μοίραζε πρόσφατα το «Βήμα», για να διαπιστώσει κανείς πόσο διαποτισμένο από μένος και χολή κατά του Καραμανλή είναι το «πόνημα» του τέως.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής περιστοιχιζόταν από στελέχη όχι απλώς πολύ πιο ικανά από εκείνα που περιέβαλλαν τους επιγόνους του, αλλά και προερχόμενα σε μεγάλο ποσοστό από τον κεντρώο και τον βενιζελικό χώρο (Τσάτσος, Αβέρωφ, Κασιμάτης, Μπούτος, αλλά και Παπασπύρου, Μητσοτάκης, Θανάσης Κανελλόπουλος, Κοντογιαννόπουλος, κ.ά. μετά το 1974). Με λίγα λόγια, ήξερε πάντα να αξιοποιεί πρόσωπα με κριτήριο πρωτίστως τις ικανότητές τους, και όχι την προσήλωσή τους στο κόμμα ή στον αρχηγό.

Στον αντίποδα ακριβώς αυτών των ιδιοτήτων και των πολιτικών αρετών κινήθηκε, δυστυχώς, ο ανιψιός του αυθεντικού Καραμανλή. Δίχως καμιά επαγγελματική ή κοινωνική εμπειρία, επιλέχθηκε από μια ισχυρή ομάδα βαρόνων και παραγόντων του κόμματος για τη θέση του αρχηγού, ελλείψει άλλης λύσης και χωρίς καν ο ίδιος –για να είμαστε δίκαιοι– να το επιθυμεί ιδιαίτερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιες από τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην πρωτοφανή κρίση που ζούμε από το 2009 και έπειτα έρχονται από πολύ πιο πίσω, από το πρόσφατο αλλά και το απώτερο παρελθόν. Όμως, ποτέ η χώρα δεν θα είχε φτάσει σε τόσο οικτρή κατάσταση, σε τέτοιο τέλμα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πενταετία 2004-09, με τον πρωθυπουργό να λέει απλώς στους υπουργούς του «άσ’ το για αργότερα» ή «βρείτε τα μεταξύ σας» και να μιλάει καθησυχαστικά για «ήπια προσαρμογή», τη στιγμή που ήξερε πολύ καλά ότι η χώρα βούλιαζε κάθε μέρα και περισσότερο και απλώς δανειζόταν ασύστολα (όσο ακόμη τη δάνειζαν). Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχαμε και περίπου 250.000 «τακτοποιήσεις» στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πρωταγωνιστεί σε αυτό το ρουσφετολογικό όργιο. Με τούτα και με εκείνα, φτάσαμε έτσι σε μια κατάσταση που συμπυκνώνεται ίσως με τον καλύτερο τρόπο στην παράθεση ορισμένων βασικών μεγεθών: το δημόσιο χρέος ανέβηκε από περίπου 185 δισ. το 2004 σε περίπου 300 δισ. το 2009, ενώ οι δημόσιες δαπάνες εκτινάχθηκαν κατά την ίδια πενταετία από 30,5 δισ. σε 59 δισ.

Γιατί τα θυμήθηκα τώρα όλα αυτά, θα μου πείτε. Επειδή, με αφορμή τις πρόσφατες εκλογές νέου αρχηγού στη Νέα Δημοκρατία, άκουσα να γίνεται πολύς λόγος για «καραμανλικούς» και «καραμανλισμό». Έτσι γενικώς, χωρίς καμιά περαιτέρω διευκρίνιση και διαφοροποίηση. Λες και υπάρχει η παραμικρή σχέση και το παραμικρό περιθώριο σύγκρισης μεταξύ του ρηξικέλευθου και δημιουργικού καραμανλισμού (του 1956-63 και του 1974-81) και του κακομοίρικου, ευθυνόφοβου και άκρως λαϊκίστικου «καραμανλισμού» της περιόδου 2004-09.

Με άλλα λόγια, όροι όπως καραμανλισμός και καραμανλικοί κάθε άλλο παρά διευκολύνουν σήμερα τον προσδιορισμό ενός συγκεκριμένου πολιτικού στίγματος και μιας αντίστοιχης πολιτικής κουλτούρας και πρακτικής. Εκτός και αν το πάρουμε απόφαση να «ξεχάσουμε» τον καραμανλισμό του αυθεντικού Καραμανλή και με αυτόν τον όρο να παραπέμπουμε στον Μεγάλο Σιωπηλό της Ραφήνας και στους παρατρεχάμενούς του. Αυτό όχι μόνον θα ικανοποιούσε τον τέως βασιλιά, που θα έβγαζε έτσι το άχτι του, αλλά θα βόλευε και τον σημερινό πρωθυπουργό, ο οποίος δεν έχει πει ποτέ κακή κουβέντα, ειδικά και συγκεκριμένα, για τη διακυβέρνηση της περιόδου 2004-09, η οποία κυρίως ευθύνεται για το πού βρισκόμαστε σήμερα. Άλλωστε, όπως μαθαίνουμε, όχι μόνον υπάρχει επικοινωνία μεταξύ Κώστα του Ακάματου και Αλέξη, αλλά και ο Πάκης είναι πάντα εδώ, εγγύηση και επισφράγιση των καλών σχέσεων μεταξύ τους.