Πολιτικη & Οικονομια

Δημιουργώντας κτήνη: Μια μορφή εκπαίδευσης

Στέφανος Δάνδολος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η τραγωδία του Κονέκτικατ επανέφερε στο προσκήνιο όσα αδυνατούμε να προσεγγίσουμε στη ψυχή των ανθρωπόμορφων τεράτων, επανέφερε όμως και μια τραγική διαπίστωση: ότι τα ανθρωπόμορφα τέρατα είναι το δημιούργημα της δικής μας κοινωνίας, ότι πλάστηκαν, συσκευάστηκαν κι ανέτειλαν από εμάς τους ίδιους κι όχι από δαιμονικές ροπές ή σκοτεινές δυνάμεις. Ο άνθρωπος του εικοστού αιώνα είναι εκείνος που εξέθρεψε το δολοφόνο της διπλανής πόρτας και το έκανε με χειρουργική τελειότητα, μέσα από τα ακραία ένστικτα βίας που διοχετεύτηκαν στην πολιτισμική και πολιτιστική ηθογραφία του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Τη δεκαετία του 1920 ήταν οι κατευθυνόμενες νεολαίες που σκόρπισαν τα πρώτα σημάδια αστικής βίας στις άκρως τακτοποιημένες κοινωνίες. Τότε, στο λυκαυγές του φασισμού, η μία φράξια πατούσε στην άκρα δεξιά και το αντίβαρό της περιχαρακωνόταν στα κομουνιστικά ιδεώδη. Συμβαίνει και στην εποχή μας με ελαφρώς τροποποιημένες επιφάσεις. Συνέβαινε πάντα. Με τη διαφορά ότι η γενιά της εποχής εκείνης έχτισε τον όλεθρο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όσοι ήταν είκοσι χρονών και έκαιγαν βιβλία στις πλατείες της Γερμανίας το 1933, ήταν είκοσι πέντε το 1938 και διαπόμπευαν ανθρώπους κατά τη Νύχτα των Κρυστάλλων. Κι όπως είπε ο ποιητής, όσοι καίνε βιβλία θα κάψουν κάποτε κι ανθρώπους – κι έπεσε μέσα φυσικά.

Μέχρι το ’39 όπου άρχισε ο πόλεμος, όμως, όλη σχεδόν η βρετανική αριστοκρατία έμοιαζε να έχει ναρκωθεί από τον «χαρισματικό Χίτλερ», όπως τον αποκαλούσαν οι «μελανοχίτωνες» του νησιού. Και οι κυβερνήσεις Μπόλντουιν και Τσάμπερλεν είχαν στις τάξεις τους κάμποσους θαυμαστές της μηχανής του Γερμανικού Ράιχ. Επομένως το τέρας που αργότερα θα μετέτρεπε τον σύγχρονο κόσμο σε νεκροταφείο καλλιεργήθηκε νομότυπα και με αρωγή πολλών παραγόντων οι οποίοι απλώς δεν είχαν προβλέψει τη κατάληξή του. Μέχρι την κήρυξη του πολέμου, τα ακραία ένστικτα επικυρώνονταν μέσα από διπλωματικές συνθήκες και συμφωνίες όπου συμμετοχή είχαν όλοι εκείνοι που ύστερα από λίγο καιρό θα βρίσκονταν στην αντίπερα όχθη.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει με τον πιτσιρικά που θα εισβάλλει σε ένα σχολείο και θα εκχειλίσει το μένος του σε επτάχρονα παιδιά. Πρώτα είναι το θέμα της οπλοκατοχής που στις ΗΠΑ τείνει να εξελιχθεί σε ασύλληπτη πληγή. Η επίφαση της αυτοάμυνας είναι μια καλή δικαιολογία, όποιος όμως έχει διαβάσει Τσέχοφ θα θυμάται την καταπληκτική εκείνη φράση, ότι αν στη πρώτη πράξη ενός θεατρικού υπάρχει όπλο στο σκηνικό, τότε να είμαστε σίγουροι ότι στο τέλος θα έχει γίνει ένας φόνος. Η οπλοχρησία, ωστόσο, είναι επικυρωμένη, και σε λίγα χρόνια θα είναι ίσως και στη χώρα μας, οπότε ο φόνος –οποιοσδήποτε φόνος– αναγράφεται στο πρόγραμμα της παράστασης. Απομένει το κίνητρο. Το κίνητρο που εμείς, με την «υγιή λογική» μας δε μπορούμε ή δεν θέλουμε να κατανοήσουμε. Κι εδώ είναι που συντελείται το κορυφαίο έγκλημα.

Το μοναδικό κίνητρο των νεαρών επίδοξων δολοφόνων είναι η προσοχή που θα στραφεί στο σκοτάδι της ύπαρξής τους. Στην Αμερική του ’20 ή την Ευρώπη του ’30, τα παιδιά έπαιρναν ερεθίσματα από την ρατσιστική βία της Κου Κλουξ Κλαν, την ρητορική των ακραίων κομμάτων και τα σαθρά οράματα αμφιλεγόμενων ηγετών. Κι αν τα εγκλήματα που συντελούνταν τότε έμεναν στο σκοτάδι, ήταν επειδή υπήρχε ακόμα το «οχυρό» της οικογένειας που παρακώλυε ως ένα βαθμό την δημόσια έκθεση των νέων στο «κακό». Στις μέρες μας όπου έχει καταλυθεί ο ρόλος της οικογένειας, ο ίδιος ο μικρόκοσμος του νεαρού επίδοξου δολοφόνου όχι μόνο δεν τον αποτρέπει να βάλει το χέρι του στη σκανδάλη, μα τον ωθεί κιόλας με την βάναυση αδιαφορία του, το ρευστό αυτό χιονισμένο πέπλο που τυλίγει σπίτια βυθισμένα στη σιωπή.

Να γιατί δεν είναι τυχαίο το ότι στα σημειώματα που αφήνουν οι δράστες πολλαπλών φονικών, αναφέρονται σε σημεία από τα οποία μπορείς να συμπεράνεις ότι έζησαν εντελώς περιφρονημένοι από τους δικούς τους, και στις περιγραφές του περίγυρού τους μνημονεύονται ως παιδιά που δε τα γνώρισε ποτέ κανείς πραγματικά. Στη πραγματικότητα αφέθηκαν να χτίσουν μόνοι τους τον κόσμο και μέσα στην ερμητική πραγματικότητά τους συνέθεσαν μια άποψη που χωρούσε μόνο τους ίδιους. Έτσι, το να πατήσουν μια σκανδάλη ήταν, και είναι, εξίσου πιθανό με το να μην την πατήσουν. Είναι ζήτημα πιθανοτήτων. Αλλά το έγκλημα έχει ήδη γραφτεί από όλους εμάς που απαρτίζουμε τον ενήλικο κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα. Είτε την πατήσουν είτε όχι….