Πολιτικη & Οικονομια

Ich bin ein Berliner

Η Αριστερά είναι παρούσα στο Κοινοβούλιο και στα συνδικάτα. Μπορεί... Είναι, όμως, απούσα από την κοινωνία

Νίκος Γεωργιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 410
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είναι άραγε η διαδήλωση η μόνη συλλογική δραστηριότητα που μπορεί να φανταστεί η Αριστερά; Είναι το Σύνταγμα και οι... «αγανακτισμένοι» η μόνη φαντασίωση των αριστερών αυτής της χώρας, στην οποία εξαντλείται το αριστερό όραμά τους; Είναι η ντουντούκα του Φωτόπουλου της ΔΕΗ ο μόνος «φάρος» του εργατικού (;) κινήματος στην Ελλάδα;


Περπατάς στην Αθήνα μέρα μεσημέρι. Μούχλα, θλίψη, μουντίλα και μιζέρια, μαζί με βρόμα και εγκατάλειψη, σε συνοδεύουν. Τα Εξάρχεια «κατελήφθησαν» στη μία τους πλευρά από Νιγηριανούς βαποράκια της ηρωίνης που όλοι τους λέγονται «Τζο» για να μην αναγνωρίζονται. Στην άλλη πλευρά οι μετανάστες από το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν προωθούν τα λαθραία τσιγάρα, πού και πού ένα αυτοκίνητο τους φέρνει σάντουιτς για το κολατσιό. Οργανωμένα πράγματα. Τα Εξάρχεια έχουν περικυκλωθεί από την πρέζα.

Τα παιδιά της πλατείας έχουν πια χωριστεί σε στρατόπεδα. Οι «παλιοί» με δυσκολία επιβιώνουν, μαζί με το συμπαθή αλλά παρωχημένο αναρχισμό τους. Οι πιτσιρικάδες της «αντιεξουσιαστικής επανάστασης» προτιμούν πια τους θολούς παράδεισους της πρέζας. Είναι πολλά αυτά τα παιδιά. Μερικά κρατούν τα σιδερικά μέσα από τα μπουφάν τους. Απόγνωση.

Η Αριστερά της Κουμουνδούρου οραματίζεται συλλαλητήρια που θα ανατρέψουν τους προδότες της συγκυβέρνησης. Οι διαδηλωτές είναι όμως λίγοι, απελπιστικά λίγοι, για να «φορτώσουν» το κλίμα και να ανατρέψουν τους συσχετισμούς. Στην Κουμουνδούρου μένουν από «μαζικό καύσιμο». Διερωτώνται τι να συμβαίνει άραγε. Αυτή η εμμονή στην αναπαραγωγή του φαινομένου της Πλατείας καθηλώνει τους κομματικούς του ΣΥΡΙΖΑ στο επίκεντρο ενός αέναου κύκλου του ανικανοποίητου.

Ο Τσίπρας φαντασιώνεται την εικόνα του «κυβερνήτη». Είναι ακόμη πολύ νέος και δικαιολογείται. Ο Λαφαζάνης φαντασιώνεται την εικόνα μιας λεπρής Αβάνας, αλλά με έντονη την οσμή της σοσιαλιστικής μούχλας του Ραούλ. Κοιμάται με την αγωνία του Τσάβες. Επιμένει να ονειρεύεται μια Αθήνα με τους βιομηχανικούς εργάτες να κατεβαίνουν από το Κερατσίνι σε μία συμπαγή παράταξη, όπως, ίσως θυμάστε, η εικόνα από την ταινία του Μπερτολούτσι «1900» με τους αγρότες με τα δικράνια. Σε κάποια γωνιά της Κουμουνδούρου η Δούρου κοιτά με συμπάθεια τις τελευταίες σεκάνς από το «Αλονζανφάν» των Ταβιάνι, όταν ο Μαρτσέλο πέφτει νεκρός από τη σφαίρα του χωροφύλακα. Μόνο που η Αθήνα του 2012 δεν είναι Καλαβρία της εποχής των Γαριβαλδινών, ούτε το σημερινό Μπουρνάζι η Λωρίδα της Γάζας που οραματίζεται η Σακοράφα. Η Αθήνα είναι μια πόλη που αργοπεθαίνει, σαπίζει, αποσυνθέτει τους ιστούς της, πεινά και για το λόγο αυτό καταβροχθίζει τη σάρκα της κανιβαλίζοντας το αστικό της πτώμα.

Κάποτε υπήρχε το Βερολίνο του Ψυχρού Πολέμου. Μια πόλη περικυκλωμένη από το γκρίζο του σταλινικού ομογενή της. Μια πόλη χωρισμένη από ένα Τείχος. Το «σύνορο». Τότε, οι Γερμανοί διανοούμενοι, οι όποιοι αριστεροί, οι «κόκκινοι» και οι «πράσινοι», οι εναλλακτικοί και οι παραδοσιακοί, σοσιαλιστές και αντιεξουσιαστές, κατάφεραν να οργανώσουν ένα διαχρονικό και γιγάντιο FORUM. Μάλλον κατάφεραν να βρουν δρόμους για να ακουστεί η φωνή της δημιουργικότητας και της «άλλης εκδοχής». Μπόρεσαν να κλείσουν τη δυνατότητα αχαλίνωτης ανάπτυξης της Ακροδεξιάς. Έκαναν την «Αλεξάντερ Πλατς» σύμβολο και την επιφάνεια του Τείχους έναν καμβά όπου απεικονίζονταν οι εικόνες της απόγνωσης και της ελπίδας. Ναι, στο Βερολίνο υπήρχε αριστερή αλληλεγγύη. Υπήρχε αριστερή κουλτούρα. Υπήρχαν στέκια όπου οι πολίτες συζητούσαν και κατέγραφαν απόψεις. Ναι, οι πιτσιρικάδες ανακάλυπταν τη Σχολή της Φρανκφούρτης, διάβαζαν Μαρκούζε, μίλαγαν για τον Καρλ Κορς, παπαγάλιζαν τον Αντόρνο, πολιορκούσαν τον Φασμπίντερ, διάβαζαν ξανά τα βιβλία για την Αντιψυχιατρική, δοκίμαζαν μοντέλα ανοιχτών ψυχιατρείων στη Χαϊλδεβέργη, πολέμαγαν στους δρόμους με τους νεοναζί για τους κόψουν τη φόρα. Η Αριστερά και η κουλτούρα της ήταν ΔΕΔΟΜΕΝΗ στα σοκάκια του Βερολίνου, όπου συγκεντρώνονταν οι πιτσιρικάδες από την Ευρώπη για να... δουν τι συμβαίνει.

Η Αθήνα είναι μια πολιορκημένη πόλη και μια ακυβέρνητη πολιτεία. Ο φόβος συντροφεύει τους πολίτες, η μυρωδιά της παρακμής «αρωματίζει» τον καφέ τους, η φτώχεια προκαλεί την ανασφάλειά τους και η ασχήμια χορεύει ταγκό με την ψυχή τους. Η Αριστερά της Κουμουνδούρου, της Αγίου Κωνσταντίνου και του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και των υπόλοιπων, είναι απούσα από την καθημερινότητα του πολίτη. Τον συντροφεύει με την ντουντούκα του Λαφαζάνη και του Στρατούλη, αλλά και με τις κραυγές του Φωτόπουλου της ΓΕΝΟΠ. Ο Τσίπρας διαλαλεί πως ο φετινός χειμώνας θα μοιάζει με τον Δεκέμβριο του 1941. Ονειρεύεται άραγε απώλειες; Αναζητεί τη βία ως μοναδικό μέσο επικράτησης μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ;

Η Αριστερά έχει χάσει τον «πόλεμο του δρόμου», αφήνοντας ελεύθερο χώρο στην Ακροδεξιά να διεκδικήσει ερείσματα. Η απουσία αριστερής κουλτούρας και παρουσίας αφήνει το «Χυτήριο» να σκάσει και τους μουτζαχεντίν-παπάδες με τη Χρυσή Αυγή να κυριαρχούν στα δελτία των οκτώ.

Όχι, στην Αθήνα τα γκράφιτι είναι σβησμένα, οι πιτσιρικάδες δεν τραγουδούν, στα σπίτια δεν συζητούν, στα μπαράκια δεν μαλώνουν για κάποια ιδέα. Στην Αθήνα του Γιώργου Καμίνη γίνονται λίγα πράγματα, που είναι «φυματικά», μικρά, χωρίς οραματισμούς και υπερβάσεις. Η Αριστερά είναι παρούσα στο Κοινοβούλιο και στα συνδικάτα. Μπορεί... Είναι όμως απούσα από την κοινωνία, όπου πληθαίνουν οι νταγλαράδες με τα μαύρα μπλουζάκια.

Ο «πόλεμος» είναι εκεί λοιπόν και όχι στα τηλεπαράθυρα και στις «μαζώξεις» στο Κολωνάκι για τη «Νέα Κεντροαριστερά» και όλα αυτά τα ευτράπελα. Η Αριστερά, αν υφίσταται, οφείλει να προτείνει το δικό της μοντέλο ζωής, αν θέλει να αναχαιτίσει τη μαυρίλα του φασισμού και την παρακμή μιας χώρας που δεν ξέρει πια, δεν διαθέτει ανακλαστικά δηλαδή, ως προς το με ποιον θα πάει και ποιους θα αφήσει. Όχι, η διαδήλωση δεν είναι η μοναδική συλλογική διαδικασία. Υπάρχουν, ευτυχώς, πολλές άλλες. Μόνο η Αριστερά δεν τις βλέπει...


n.georgiadis1@yahoo.com