Πολιτικη & Οικονομια

Γωνία Φειδίου και Χαριλάου Τρικούπη

Ξαναβρίσκουμε το ρυθμό με βήματα μεθυσμένου ακόμη, αλλά με κάποιο τέμπο...

Νίκος Γεωργιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 400
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πράγματα απλά, καθημερινά, αγαπημένα.

Στο μικρό μαγαζάκι της Φειδίου, στο κέντρο της πόλης, ένα πιάνο και δίπλα να το κοιτά περίεργα και μάλλον με φθόνο ένα ακορντεόν. Παραδίπλα ένα μπουζούκι και ένα μπαγλαμαδάκι να ατενίζει με περίλυπο ύφος το χώρο. Τρία τέσσερα τραπεζάκια, μία μικρή μπάρα και τρία τραπέζια έξω στο πεζοδρόμιο. Κάνει ζέστη, πολλή ζέστη, και ένας ταλαίπωρος ανεμιστήρας αναδεύει τον πηχτό αέρα. Πρόσωπα νέα, πολύ νέα, φοιτητές, κορίτσια και αγόρια, με καθαρά πρόσωπα, τραγουδούν. Ξέρουν απέξω όλα τα Σμυρνέικα. Αιφνιδιάζομαι. Η τραγουδίστρια, μία μελαχρινή κοπέλα θαρρείς βγαλμένη από παλιά φωτογραφία σε φοινικόδασος στο Δέλτα του Νείλου, έχει μια μεταλλική ένρινη φωνή, στη χροιά της Εσκενάζυ. Νομίζεις ότι ακούς ήχο από το γραμμόφωνο. Μικρόφωνο δεν υπάρχει, βεβαίως. Ο Στρατής ανταποκρίνεται και αρχίζει αργόσυρτα να διηγείται την ιστορία της χανούμισσας. Το μπουζούκι αναθαρρεί και οι νότες του «Καϊκτζή» διαχέονται στο μικρό στενάκι.

Είχα καιρό να κατέβω στα στενά του Κέντρου για να περάσω λίγες ώρες με κουβέντα και κάποια ψήγματα διασκέδασης. Γενικώς η εικόνα της πόλης, κυρίως η μυρουδιά της, μου ήταν απεχθής. Ο Δημήτρης επέμενε και κατεβήκαμε με την παρέα του γιου του. Κάτι μεζεδάκια καλοφτιαγμένα, απλά αλλά επαρκή. Τσίπουρο για τον Μήτσο και κρασί για την αφεντιά μου, και μπόλικη διάθεση να μιλήσουμε για τον Θόδωρο, το ντοκιμαντέρ που κάποια στιγμή θα πρέπει να φτιάξουμε για τα γυρίσματα στο Βελιγράδι και το Σαράγιεβο, την έκθεση του Δημήτρη τον επόμενο Οκτώβρη στην Αθηναΐδα, όπου οι φωτογραφίες θα είναι τυπωμένες σε καμβά σαν σεντόνια που θα κρέμονται και θα περνάς ανάμεσα για να τις αντικρίσεις. Με λίγα λόγια, πράγματα απλά, καθημερινά, αγαπημένα.

Μία αίσθηση «ομαλότητας» με κέρδισε και ένιωσα καλά. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια οι διπλανοί δεν μιλούσαν για την πολιτική, τα βλέμματα δεν σκοτείνιαζαν, οι ήχοι δεν ενοχλούσαν, οι λέξεις ακούγονταν σωστές, μη επιθετικές, πραγματικές.

Τι έγινε; Το πήραμε απόφαση; Ακούσαμε τον Ράμφο; Ξαναβρίσκουμε το ρυθμό με βήματα μεθυσμένου ακόμη, αλλά με κάποιο τέμπο που κρατά ένας κρυμμένος στο σκοτάδι μικρός τυμπανιστής;

Λίγα μέτρα από τη Φειδίου, καμιά πεντακοσαριά για την ακρίβεια σε ευθεία γραμμή, στη Βουλή, ο Σαμαράς προ δύο ωρών μιλούσε για το πρόγραμμα της κυβέρνησής του. Ο «Λοχαγός» του Καραμανλή, ο Νίκος Νικολόπουλος, θα έστελνε το απόγευμα της Κυριακής την επιστολή παραίτησής του. Έγινε και αυτό το πρωτοφανές. Δήθεν τάχα μου για το δίκιο του εργάτη και το δικαίωμα στην Εργασία. Ο Νικολόπουλος και το δίκιο του εργάτη έχουν πάρει διαζύγιο από τότε που ο βουλευτής Αχαΐας ασπαζόταν την εικόνα του ιδρυτή της ΕΡΕ, που ήταν κρεμασμένη δίπλα από εκείνην του Παπάγου. Το απόλυτο θέατρο, επιπέδου επαρχιακού μπουλουκιού του Μεσοπολέμου.

Τα παιδιά που σιγοτραγουδούσαν στο μαγαζάκι της Φειδίου σε λίγα χρόνια από σήμερα θα είναι οι γιατροί, οι μηχανικοί και οι πληροφορικάριοι, θα είναι δικηγόροι, βιοχημικοί και μικροβιολόγοι. Ξέρουν τι θα αντιμετωπίσουν, αναγνωρίζουν τον Γολγοθά, γνωρίζουν τη μοίρα τους που τους περιμένει στην εικοσαετία που έρχεται, αλλά ερωτεύονται, τραγουδούν και κυρίως χαμογελούν. Ναι, καθαρά πρόσωπα που χαμογελούν, φαντάζει περίεργο στα μάτια και τα αυτιά ενός Φινλανδού τεχνοκράτη ή μιας δυσλεξικής Αυστριακής οικονομολόγου, αλλά συμβαίνει… τι να κάνουμε;

Δύο εικοσιτετράωρα αργότερα, στη Βουλή, ο Βαγγέλης ο Βενιζέλος αποσπούσε τα χειροκροτήματα από τους δυσκοίλιους νεοδημοκράτες βουλευτές. Σημεία των καιρών! Η κυβέρνηση, με ή χωρίς τον Νικολόπουλο, αδιάφορο, στέλνει τον Στουρνάρα σε ένα Eurogroup όπου, αντίθετα με τις καλλιεργούμενες φήμες, ουδείς ασχολήθηκε με το ελληνικό ζήτημα. Αν θέλετε το πιστεύετε, αλλά στην Ευρώπη, όπου τα πράγματα είναι δύσκολα, σκληρά και κυρίως επικίνδυνα, το να ασχολείσαι με την Ελλάδα είναι μάλλον ζήτημα ψυχολογικού πειθαναγκασμού. Είναι εντελώς ουτοπικό να προσπαθείς να πείσεις έναν Σλοβάκο φορολογούμενο πως θα πρέπει να πληρώσει στο μέλλον από την τσέπη του τα νέα… προσοχή, τα νέα χρέη της Ελλάδας. Για τα παλαιά θα το καταλάβαινε ακόμη και ο Σλοβάκος, αλλά για τα επερχόμενα… κομματάκι δύσκολο μου φαίνεται.

Έφτασε τρεις το πρωί και ο Δημήτρης δεν ξεκολλούσε. Προσπαθούσε να πείσει τον Στράτο να πιάσει το παραπονεμένο ακορντεόν. Το κορίτσι που έμοιαζε με αυθεντικό φαγιούμ θέλησε να μάθει την πραγματική ιστορία της χανούμισσας που θρηνούσε από το παλάτι του Τοπ Καπί τη χαμένη της ζωή. Της είπα την ιστορία του χαρεμιού. Υποσχέθηκε πως δεν θα αφήσει στο μέλλον ανδρική φωνή να ξανατραγουδήσει τον «Καϊκτζή». Πλάι της, ένα παλικάρι δεν την άφηνε από τα μάτια του. «Παντρευόμαστε σε δύο μήνες» είπαν σχεδόν με μια φωνή. Σηκωθήκαμε να φύγουμε. Ακούμπησα σε μια καχεκτική ελιά στο πεζοδρόμιο που έχει ήδη μεταβολίσει δεκαετίες καυσαερίου, δακρυγόνου, καπνιάς και καθημερινού πόνου, εκεί στο στενό αθηναϊκό σοκάκι. Κάποτε πήγαινα συχνά γιατί δούλευα για ένα φεγγάρι στην «Απογευματινή».  

Ξημέρωνε Σάββατο και οι τραβεστί στη Λεωφόρο Αθηνών είχαν ανοιχτές τις πόρτες των αυτοκινήτων τους με τα φλας να αναβοσβήνουν. Ακόμη και αυτή η λεπτομέρεια μου φάνηκε... ομαλή. «Κατακαλόκαιρο», μουρμούρισα.

Λίγες ώρες αργότερα ο Αλέξης Τσίπρας θα «κατακεραύνωνε» με στίχο του Καβάφη την κυβέρνηση, αλλά η επίδειξη γνώσεων θα έληγε άδοξα με εκείνο το «θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου». Ο Σαμαράς, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη χαμένη συνείδηση ενός δεξιού, θα τελείωνε την παρέμβασή του της Κυριακής με έναν άλλο στίχο του Καβάφη, για να εισπράξει την επομένη από τον Τσίπρα ένα στίχο του Βάρναλη αυτή τη φορά. Το αστείο παρατράβηξε, είναι η αλήθεια. Το να επιμένεις να δείχνεις αυτό που δεν είσαι και να κρύβεις με επιμέλεια αυτό που είσαι καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια σε μανιοκατάθλιψη. Αυτό υποστηρίζουν οι γιατροί.

Κυριακή βράδυ έμαθα τα νέα για τον Μάρκες. «Πάσχει από γεροντική άνοια» είπε ο τηλεπαρουσιαστής. «Τυχερός» είπα από μέσα μου. Ξαναπήρα από τη βιβλιοθήκη το μικρό βιβλιαράκι με τις «Θλιμμένες πουτάνες» του και βολεύτηκα στην πολυθρόνα μου.

n.georgiadis1@yahoo.com