Πολιτικη & Οικονομια

Τα παπούτσια μου γλιστράνε

Δημήτρης Μαστρογιαννίτης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Tο βράδυ έγραφα ένα άλλο κείμενο για το Internet. Από αυτά που ονομάζω «κείμενα του σηκωμένου φρυδιού». Έγραφα πάλι για μια έξοδο, όπου μια φίλη, την οποία σέβομαι πολύ ως καθηγήτρια, επέμενε όλο το βράδυ πως πρέπει να επιστρέψουμε στη δραχμή γιατί το έψαξε πολύ στο Internet και είχε πεισθεί από κάτι άρθρα που είχε διαβάσει, αλλά δεν θυμόταν τι έλεγαν ακριβώς! Το κείμενο θα το έδινα σήμερα το πρωί. Αφού το τελείωσα έφυγα για το Μεταξουργείο, να δω θέατρο.

Η εικόνα της πόλης ήταν θλιβερή. Ψιλοέβρεχε, λίγοι κυκλοφορούσαν στο δρόμο και τα παπούτσια μου γλιστρούσαν στο λερό, γλιτσιασμένο πεζοδρόμιο. Στην πλατεία Ομονοίας –επιτέλους δεν χρειάζεται να τη λέμε Αμμωνίας, αφού εξαιτίας του Χειμώνα και της βροχής δεν μυρίζει-, ένα γκρι γατάκι έκλαιγε. Μισό μέτρο δεξιά αν έκανε θα το πατούσαν αυτοκίνητα. Λοξοδρόμησα για να το σώσω. Τρομαγμένο άρχισε να τρέχει μ’ εμένα στο κατόπι του. Κάποια στιγμή που το πεζούλι της πλατείας χαμήλωνε κατόρθωσε ν’ ανέβει σ’ αυτή. Έμεινα να το κοιτάζω – σκέφτηκα πως η ζωή θ’ αποφασίσει γι’ αυτό και ίσως βρισκόταν κάποιος να το περιθάλψει. Σκέφτηκα πως η αντίδρασή μου θυμίζει σημερινές πολιτικές λογικές. Έκανα, και καλά, μια προσπάθεια και το άφησα στη μοίρα του.

Σκέφτηκα πως αρχίζω και τα παίζω αν το μυαλό μου παράγει τέτοιου είδους μεταφορές και κατευθύνθηκα στην Πειραιώς με τα παπούτσια που γλιστράνε. Σ’ ένα κατάστημα με τηλεοράσεις ο Λουκάς Παπαδήμος έκανε τις κυβερνητικές του εξαγγελίες. Ένα πλάνο έδειξε τα έδρανα των υπουργών. Πρόλαβα να ξεχωρίσω τον Παπουτσή, τον Γεωργιάδη, νομίζω τον Αβραμόπουλο. Σε διπλανό δέκτη έπαιζαν οι ειδήσεις του Star. Άνθρωποι χόρευαν σε κέντρα και ο Ρέμος έριχνε ζεϊμπεκιές. Το σούπερ έγραφε πως «Οι Έλληνες ξεχνούν την κρίση στα μπουζούκια» ή κάτι τέτοιο. Μαζί με τα παπούτσια μου άρχισε να γλιστράει και η διάθεσή μου.

Στα 5 μέτρα άνθρωποι ντυμένοι με ρούχα υπαλλήλου έψαχναν τα σκουπίδια. Πιο κάτω άλλοι έδιναν το καθημερινό ραντεβού τους με το θάνατο. Οι ντίλερ, αφρικανικής καταγωγής, ξεχώριζαν –ήταν οι μόνοι που ήταν ευθυτενείς. Ένα μηχανάκι τελείως παράνομα έστριψε στη μέση της Πειραιώς. Οδηγός και συνοδηγός ήταν χρήστες, πάρκαραν για τη δόση τους. Πίσω από ένα ανοιχτό περίπτερο μπροστά σε μια φωταγωγημένη βιτρίνα δύο τρυπιόντουσαν. Μύρισα καμένο τσίγκο. Δεν θα μπορούσαν να τρυπηθούν αλλού, ο δρόμος ήταν υποφωτισμένος. Τα παπούτσια μου γλιστρούσαν, κι εγώ πρόσεχα να μην πέσω σε μια ήδη πεσμένη χώρα. Με κατεβασμένο κεφάλι και βήμα ασταθές προσπέρασα το δρόμο που έπρεπε να στρίψω.

Γωνία Αγησιλάου και (νομίζω) Σαλαμίνας περίπου είκοσι μετανάστες ήταν ξαπλωμένοι σ’ ένα ημιστεγασμένο πεζοδρόμιο, τυλιγμένοι με κουβέρτες και χαρτόνια. Ψιλόβροχο, ημίφως, σκιές να αναδεύονται ψάχνοντας ζεστασιά, στη μέση του δρόμου τρεις να σέρνουν καρότσι από Super market με τη σοδειά από τα σκουπίδια. Πολεμώ το μειδίασμα που προσπαθεί να σκαλώσει στο πρόσωπο. Η παράσταση που θα δω έχει τίτλο «Τρίτη στο Σούπερ-μάρκετ».

Μπήκα στο Από Μηχανής Θέατρο με βαριά καρδιά. Στο τέλος της παράστασης (διαβάστε γι’ αυτήν εδώ) χειροκροτούσα μανιασμένα. Το όφειλα στον ηθοποιό, στο κείμενο, στη σκηνοθέτρια, σ’ εμένα. Με το χειροκρότημα ξόρκιζα τις προηγούμενες εικόνες – αυτό που είδα μου έδωσε ελπίδα.

Στην επιστροφή, μέχρι να πάρω ταξί, δεν νομίζω να γλίστρησα. Θυμήθηκα το πρόβλημα βγαίνοντας, όταν πάλι πήγα να τουμπάρω. Σε όλη τη διαδρομή ο ταξιτζής μου γάνωνε το μυαλό με πολιτικοφιλοσοφίες. Εγώ κουνούσα το κεφάλι, ενώ από αόρατα ακουστικά άκουγα το χειροκρότημα του κοινού. Μου τα έβγαλε απότομα όταν φτάνοντας είπε «Μια χαρά τα έλεγε ο Αντώνης, τώρα τι την ήθελε αυτή τη συγκυβέρνηση μ’ αυτόν τον χλιαρό τον Παπαδήμο; Ένα Βενιζέλο ή ένα Καρατζαφέρη χρειαζόμαστε, να χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι και να στέκονται όλοι σούζα!». Αυτός ο άνθρωπος ψήφιζε. Θα έβγαζε την κυβέρνηση που θα με κυβερνούσε. Αυτά σκεφτόμουν πριν κοιμηθώ.

Tο πρωί δεν έβαλα το ενημερωτικό μαγκαζίνο του 9,84 που ακούω κάθε πρωί. Προτίμησα να βάλω το CD που πήρα από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: «Rising stars» με ταλαντούχους μουσικούς νεαρής ηλικίας να ερμηνεύουν από Μπαρόκ μέχρι Σκαλκώτα –μεταξύ αυτών και το ελληνικό συγκρότημα Tetrakys, που αποθεώθηκε σε μια συναυλία του στη Βιέννη. Το έβαλα στη διαπασών. Ένιωσα πάλι ευτυχής. Γι’ αυτό άλλαξα παπούτσια –φόρεσα αυτά που δεν γλιστράνε. Ήμουν σίγουρος πως η σταθερότητα θα επανερχόταν.

Περνώντας από το Ζάππειο έκοψα από ένα μονοπάτι.Τα παπούτσια που δεν γλιστράνε και το παντελόνι μου έγιναν χάλια. Δεν πρόσεξα τις λάσπες.