Πολιτικη & Οικονομια

Παρασκευή, εθνική γιορτή στα διόδια

Δήμητρα Τριανταφύλλου
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η χαρά της εκδρομής δεν είναι όπως όλες τις άλλες φορές- την προηγούμενη έχει πέσει το εθνικό κουρεματάκι μας κι ο κόσμος δεν πολυκαταλαβαίνει τι σημαίνει αυτό («με πόσα άλλα μέτρα άραγε να ισοδυναμεί το κούρεμα;» ή «τώρα αυτό είναι καλό;»)

Βέβαια, είναι καιρός τώρα που οι εκδρομές δεν ισοδυναμούν με την απόλυτη ξεγνοιασιά. Καθώς οι ρόδες κυλάνε στους ελληνικούς αυτοκινητόδρομους οι άνθρωποι εντός των οχημάτων απλώς δεν μπορούν να μην φοβούνται για το πώς θα κυλήσει το μέλλον τους.

Με αυτά τα ανάμικτα συναισθήματα το αυτοκίνητο μας με τέσσερις νέους ανθρώπους γύρω στα 30 (έχει σημασία η ηλικία γιατί και οι τέσσερις βλέπουμε τον εαυτό μας ως την γενιά-καμένο χαρτί της Ελλάδας) φτάνει στα διόδια της Ελευσίνας και στήνεται στη μεγάλη ουρά.

Πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά αρχίζουμε να διακρίνουμε τα μαύρα ρούχα τους κι ύστερα τις μεγάλες ελληνικές σημαίες που κυματίζουν. « Οι ‘Δεν Πληρώνω’ την ημέρα του ‘Όχι’ λένε όχι στα διόδια με ακόμα πιο εμφατικό τρόπο» αρχίζει να πιστεύει η παρέα.

Όμως ύστερα βλέπουμε και τις τεράστιες βυζαντινές σημαίες να ανεμίζουν δίπλα στις ελληνικές. Κι ύστερα βλέπουμε και τι γράφουν οι μπλούζες αυτών των 50 ατόμων, ντυμένοι στα κατάμαυρα, στην ίδια ηλικία με εμάς (από 25-35 φαίνονται όλοι τους).

Οι μπλούζες τους γράφουν με μεγάλα λευκά γράμματα στην αρχαιοελληνική γραμματοσειρά «Χρυσή Αυγή». Μόλις βλέπουμε το «Χρυσή Αυγή» επιφωνήματα θυμού κι απόγνωσης γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Κι από ο,τι βλέπω και στα διπλανά αυτοκίνητα.

Γιατί συν τοις άλλοις οι Χρυσαυγίτες είναι πολύ χαρούμενοι και αυτό το εισπράττει το κοινό.

Κι οι κοπέλες σε κάθε λωρίδα των διοδίων μοιράζουν υπερήφανες την εφημερίδα της «Χρυσής Αυγής». Ελάχιστοι ανοίγουν τον παράθυρο να την πάρουν.

Όμως κανείς δεν λέει τίποτα, γιατί όταν φτάνεις μέσα στο πέρασμα του διόδιου τέσσερις Χρυσαυγίτες στέκονται πάνω από το αυτοκίνητό σου έτσι που να αισθάνεσαι περικυκλωμένος.

Βρίζουμε και ξαναβρίζουμε τουλάχιστον μισή ώρα μετά τα διόδια. Και μετά δεν μιλάμε για άλλη τόση. Γιατί φοβόμαστε πιο πολύ τώρα απ’ όταν ξεκινούσαμε το ταξίδι μας.