Πολιτικη & Οικονομια

Ο Πύρρος και τα τούβλα

Δεν είναι εκεί, χτυπώ τον αέρα

Ρούλα Γεωργακοπούλου
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δεν ξέρω αν ο πατέρας του Πύρρου Δήμα τότε που βάφτιζε το γιο του, είχε υπόψιν του το μύθο του συνονόματου βασιλιά της Ηπείρου. Οι ασυνείδητες επιλογές είναι πάντως πολύ ισχυρές και καμιά φορά λειτουργούν και σαν ξόρκι. Βροχή τα τούβλα αυτές τις μέρες πάνω από το κεφάλι του Πύρρου Δήμα ‒ δεν είναι εκεί, χτυπούν τον αέρα.

Όχι πως ο Πύρρος Δήμας είναι στο απυρόβλητο. Αλίμονο. Ουδέποτε ήταν, και τούτο γιατί απλούστατα δεν του το επιτρέπει η φύση του. Όταν τον πρωτογνώρισα δεν ήταν ούτε τέσσερις φορές Ολυμπιονίκης, ούτε βουλευτής, ούτε τεχνικός Διευθυντής της ομοσπονδίας Άρσης βαρών των ΗΠΑ, ούτε τίποτα. Ζούσε σε ένα παράπηγμα του ΟΑΚΑ με χωρίσματα από μουσαμάδες, άπλωνε την μπουγάδα του σε κοινή απλώστρα με άλλους εκκολαπτόμενους πρωταθλητές, έκανε βράδυ μόνος του προπόνηση με κλειστά τα φώτα του σταδίου, μετείχε της μοίρας των πρώτων Αλβανών μεταναστών στην Αθήνα και μιλούσε γι’ αυτό χωρίς να ξεχωρίζει τον εαυτόν του από το κοινό τους δράμα, πράγμα που δεν του το συγχώρησαν ποτέ ούτε οι Ελληναράδες, ούτε βέβαια οι Αλβαναράδες που τον κατέταξαν αμέσως στην κατηγορία των εθνοπροδοτών.

Ευτυχώς δεν χρειάστηκε ποτέ να υπερασπιστώ την καταγωγή μου αλλά, ακόμα κι αν χρειαζόταν, θα το έκανα μόνο σαν κεράκι στη μνήμη της γιαγιάς και του παππού μου. Το ίδιο νομίζω ότι έκανε κι ο Πύρρος Δήμας υπερασπιζόμενος την ελληνική του καταγωγή, κάτι που ‒ως φαίνεται‒ δεν το κατάλαβε κανείς. Ούτε αυτοί που στις ξέφρενες υποδοχές των Ολυμπιονικών τον περιέφεραν σε συσκευασία γαλανόλευκης, ούτε οι άλλοι που παραμόνευαν στο σκοτάδι μέχρι να ‘ρθει η ώρα τους να αποπατήσουν μέσα στο κοινοβούλιο. Θυμάται άραγε κανείς ενώπιον τίνος έκαναν πίσω οι Χρυσαυγίτες της ελληνικής βουλής; Ποιος είχε το κύρος του συμβόλου ή τους κεραυνούς του Δία στα χέρια του; Αυτόν λοιπόν τον Πύρρο Δήμα θέλησαν να τζαρτζάρουν τα λιμά του «αριστερού» δημόσιου λόγου;

Στα μάτια μου, ο άνθρωπος αυτός ανήκει στην πανβαλκανική φαντασμαγορική οντολογία του Σαββόπουλου, που άλλοτε με ανεβάζει στον έβδομο ουρανό κι άλλοτε ψάχνω τρόπο να της αντιπαρατεθώ. Δεν είναι ποτέ εκεί, χτυπώ τον αέρα.

Και ευτυχώς. Γιατί αλλιώτικα θα μέναμε μόνοι με τους εαυτούς μας. Μικροί, φοβισμένοι μαχαιροβγάλτες, μελαψές φυλές, κοντοπόδαρες, σειλινοί του κράτους που ξερνάει. Και να τους.