Πολιτικη & Οικονομια

Δικομματισμός for ever;

Είναι ο δικομματισμός η μόνη δημοκρατική κατάσταση ισορροπίας;

Αντιγόνη Λυμπεράκη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Α. Είναι αλήθεια ότι, όταν συνηθίσεις κάτι, παύεις να το βλέπεις – και οπωσδήποτε να το σκέφτεσαι.

Τούτο συμβαίνει με τον «εκβιαστικό δικομματισμό» που κυριαρχεί στην Ελλάδα από τη μεταπολίτευση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δικομματική εναλλαγή στην κυβέρνηση λύνει το πρόβλημα περί του «πώς φτάνουμε εμείς στην εξουσία»: με υπομονή, με μετωπική αντιπολίτευση και με υποσχέσεις. Δεν απαντάει όμως στο καίριο ερώτημα «πώς να κυβερνήσεις αφού καταλάβεις την εξουσία»...

Τόσα χρόνια όλα τα κόμματα διαπληκτίζονταν πριν εκλεγούν και έκαναν –λίγο πολύ– τα ίδια αφού εκλεγόντουσαν. Το ποιος θα εφαρμόσει τη δεδομένη απαράλλακτη πολιτική ήταν δηλαδή το μόνο ενδιαφέρον ερώτημα – όλα τα λεφτά. Μόνο ως το 2009, βέβαια. Τότε η δεδομένη διακομματική απαράλλακτη πολιτική χρεοκόπησε τη χώρα. Τώρα, στα βάθη της κρίσης, οι διεκδικητές της εξουσίας βρίσκονται σε έντονη αμηχανία. Ξέρουν ότι θέλουν την εξουσία – πολύ. Δεν έχουν ιδέα τι να την κάνουν άπαξ και την εξασφαλίσουν.

Τώρα, όταν αναζητούμε την έξοδο από την κρίση, το να επιλέξουμε μεταξύ δύο ανίδεων οδηγών είναι τελείως αδιάφορο. Η χώρα χρειάζεται διέξοδο - ιδέες για να μη μείνει στάσιμη. Το τι θα κάνει η εξουσία είναι πιο σημαντικό από το ποιος θα έχει την καρέκλα. Μήπως, τελικά, αξίζει να ξανασκεφτούμε μερικά από αυτά που θεωρούσαμε αυτονόητα;

Β. Οι περισσότεροι μιλούν σαν ο δικομματισμός να είναι η φυσική και αναπόφευκτη κατάσταση ισορροπίας στη δημοκρατία.

Κάτι σαν «φυσική τάξη» των πραγμάτων. Και, κατ’ επέκταση, σαν κάθε απομάκρυνση από τη δικομματική διάταξη να αποτελεί μια εξαίρεση, μια μεταβατική, πλην έκρυθμη, περίσταση. Μια μετάβαση προς κάποιο νέο (και πιο σταθερό) δικομματισμό.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, πολλές από τις συζητήσεις γύρω από την ανασυγκρότηση του Κέντρου γίνονται προκειμένου να διευκολύνουν τη μετάβαση από μια εκδοχή παλιού δικομματισμού σε μια νέα. Η Κεντρο-Αριστερά, ή η ξαδέλφη της στο Κέντρο, παρουσιάζονται σε ρόλο αναζήτησης μιας νέας έκφρασης προκειμένου να διεκδικήσουν τον έναν από τους δύο βασικούς πόλους της διακυβέρνησης. Και, σημειωτέον, αυτή είναι η καλόπιστη και καλοπροαίρετη ανάγνωση. Διότι η κακοπροαίρετη υπογραμμίζει τα ανθρώπινα κίνητρα της αυτοσυντήρησης και εν γένει «του σωσμού» παλαιών ναυαγών πάνω σε νέα πλεούμενα.

Είναι όμως ο δικομματισμός (δηλαδή τα δύο «βασικά» κόμματα που εναλλάσσονται αυτοδυνάμως στην εξουσία) η μόνη δημοκρατική κατάσταση ισορροπίας; Είναι η ύπαρξη περισσότερων παικτών στο φάσμα των κυβερνητικών λύσεων μια εγγενώς μη-ισορροπημένη κατάσταση, που μπορεί να γίνει ανεκτή μόνο εξ ανάγκης και μόνο ώσπου αποκρυσταλλωθεί ο νέος δικομματισμός; Θα πρέπει, δηλαδή, εξαιρώντας τις περιπτώσεις κομμάτων ιδεολογικής καθαρότητας και δυσανεξίας προς κάθε συναίνεση, όλοι οι υοπόλοιποι να συμφιλιωθούμε με το αναπόφευκτο μιας δικομμάτικής λογικής;

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι αυτός ο δικομματισμός που ζήσαμε στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες απέτυχε. Αλλά ας μη βιαστούμε να αναλάβουμε ολόκληρο το μερίδιο της ευθύνης. Δεν ήταν η συγκεκριμένη «νεο-ελληνική» εφαρμογή που βούλιαξε. Ο δικομματισμός έχει αρκετά εγγενή προβλήματα.

Γ. Τα προβλήματα του δικομματισμού δεν είναι εύκολο να τα παραβλέψει κάποιος... Για τέσσερις τουλάχιστον λόγους:

Πρώτον, επειδή τα έχουμε ζήσει: δεν είναι υπερβολή μάλιστα να ισχυριστεί κάποιος ότι βαδίσαμε στην τέλεια χρεοκοπία με δικομματικό βήμα. Και δεν είναι μόνο ότι ο δικομματισμός δεν μας προστάτεψε από τη θύελλα της χρεοκοπίας – της χειρότερης στην Ευρώπη. Είναι ότι μας εμπόδισε επίσης να βγάλουμε τα σωστά συμπεράσματα, να ανασυγκρότήσουμε πολιτικές και συμπεριφορές και να τραβήξουμε δρόμους που οδηγούν σε ξεπέρασμα (και όχι σε βάθαιμα) της κρίσης.

Δεύτερον, και στα χρόνια πριν από την κρίση, ζήσαμε τις δηλητηριώδεις συνέπειες του δικομματισμού καθώς βλέπαμε τους δύο μονομάχους να προσπαθούν να μοιάσουν όσο γίνεται περισσότερο, με αποτέλεσμα να σταματήσουν να είναι φορείς ιδεών και να μετατρέπονται σε μίζερους διαχειριστές της καθημερινότητας. Και όσο περισσόπτερο μοιάζουν μεταξύ τους, τόσο περισσότερο προσποιούνται ότι διαφέρουν. Και να για πιάσει η προσποίηση, χρησιμοποιούν όλα τα φραστικά εργαλεία της όξυνσης και της άγονης σύγκρουσης. Μόνο και μόνο επειδή πρέπει να δείξουν ότι διαφέρουν, αν και μοιάζουν ολοένα και περισσότερο. Η αναλογία με τα απορρυπαντικά πλυντηρίων που διαγκωνίζονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ είναι εμφανής.

Τρίτον, διότι η τάση εξομοίωσης των βασικών μονομάχων δεν αποτελεί προϊόν συναίνεσης και βασανιστικού διαλόγου: αντιθέτως πρόκειται για σύμπωση χωρίς συζήτηση –κάτι σαν ένοχο τεχνοκρατικό μυστικό που μοιράζονται τα κόμματα αλλά δεν το αποκαλύπτουν στους ψηφοφόρους – επειδή τους θεωρούν αφελείς και ανώριμους, και ανίκανους να αντισταθούν στη γοητεία της δικομματικής όξυνσης που ενίοτε οδηγεί και σε διαφορετικά καφενεία... Στην πραγματικότητα πρόκειται για την αποθέωση της «απο-πολιτικοποίησης» με ψευδεπίγραφο τεχνοκρατικό περίβλημα. Οι τεχνοκρατικές λύσεις είναι αναγκαίες όταν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις και πού επιθυμείς να πας. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις ιδέες και τους πολιτικούς στόχους.

Και φτάνουμε στο τέταρτο πρόβλημα με τον δικομματισμό, όπως τον ζήσαμε (και τον ζούμε). Επειδή τα κόμματα του δικομματισμού είναι απλώς μηχανισμοί διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας, θεωρούν ευλόγως ότι το προγραμματικό πλαίσιο (δηλαδή οι βασικοί άξονες πολιτικών και προτεραιοτήτων που προβάλλουν) είναι απλό αξεσουάρ του κομματικού ανταγωνισμού που δεν χρειάζεται να το πάρει κανείς στα σοβαρά. Άλλωστε, τα αξεσουάρ μπορούν και πρέπει να αλλάζουν, κατά την περίσταση και τις απαιτήσεις της εκάστοτε ενδυματολογικής ετικέτας.

Και αν αυτή η απολίτικη «διαχείριση» των κοινών είναι μια φορά πρόβλημα σε κανονικές καταστάσεις, είναι δέκα φορές πρόβλημα σε περιπτώσεις που πολλά αλλάζουν και πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις. Σε καταστάσεις, για παράδειγμα, όπου μια χώρα πρέπει να βρει το δρόμο να βγει από τα Μνημόνια και την ύφεση και να επανέλθει στο ξέφωτο μιας ανάπτυξης με μέλλον, βιωσιμότητα και αξιώσεις.

Δ. Και έτσι φτάνουμε στα θετικά επιχειρήματα υπερ του τρικομματισμού.... ή υπέρ μιας αυτόνομης φωνής στο κέντρο. 

Το σημαντικότερο επιχείρημα εδώ είναι η δημιουργία πραγματικών κοινωνικών επιλογών. Δηλαδή για να έχει την ευκαιρία η κοινωνία να διαλέξει, χρειάζεται να υφίστανται διαφορετικές επιλογές πάνω στο τραπέζι, ποικίλα επιχειρήματα και παράλληλες διεργασίες διαβούλευσης. Η αυτολογοκρισία και το στρογγύλεμα μπορεί να ταιριάζουν στο δικομματισμό, αλλά δεν τα έχει ανάγκη κανένας άλλος. Η λογοκρισία των εναλλακτικών απόψεων που προκύπτει είναι ιδιαιτέρως προβληματική - ιδιαίτερα όταν χρειάζεται να δημιουργηθούν νέα δρομολόγια πλεύσης. Τότε χρειάζονται πραγματικές διαφορετικές επιλογές. Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα μπροστά στη μετα-μνημονιακή εποχή απαιτεί πολιτικό πλουραλισμό.

Επιπλέον, ο πλουραλισμός πέρα από τα στενά όρια του δικομματισμού, είναι και θέμα δημοκρατίας. Η ανάδειξη πολιτικών (απόψεων) και στελεχών (πολιτικών ανθρώπων) μέσα σε ένα πλουραλιστικό πολιτικό παιχνίδι γίνεται περισσότερο ανοιχτά – και όχι μέσα από τις ιεραρχικές και αδιαφανείς διαδικασίες των κομμάτων-μονομάχων του χτες και του σήμερα.

Η ύπαρξη πολλών απόψεων εμπλουτίζει τις επιλογές του ψηφοφόρου. Δίνει φωνή σε τομείς του πληθυσμού –όπως οι γυναίκες ή οι νέοι– που η κλειστή νομενκλατούρα τους θέλει μόνο κομπάρσους και χειροκροτητές. Έτσι δεν ισοπεδώνονται ομάδες αλλά αναδεικνύονται εγκαίρως τα θέματα και τα προβλήματα προς επίλυση.

Πιο σημαντικά, όμως, ο ανοιχτός διάλογος ανάμεσα σε διακριτές απόψεις μάς υποχρεώνει να σκεφτούμε τι θέλουμε, πώς κρίνουμε αυτά που υποστηρίζουν οι άλλοι, πώς μπορεί να βελτιωθεί η συνταγή. Σε πολυκομματικό σύστημα η σύνθεση απόψεων και ο συμβιβασμός δεν είναι βρισιές, είναι πράγματα επιθυμητά, εργαλεία αναζήτησης λύσεων σε δυσεπίλυτα προβλήματα.

Ε. Πολιτικός πλουραλισμός, το Κέντρο και το Ποτάμι. 

Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω για τη συζήτηση που γίνεται σήμερα; Ποιο ρόλο θα πρέπει να επιδιώξει το Ποτάμι; Το Ποτάμι δεν προέκυψε από τη διάσπαση άλλων κομμάτων – ούτε από τη μήτρα άλλου κομματικού σχηματισμού. Κάτι τέτοιο είχε να γίνει εδώ και 100 χρόνια, από τον καιρό, δηλαδή, που ιδρύθηκε το ΚΚΕ.

Το Ποτάμι είναι ένα μετα-δικομματικό, μετα-διπολικό κόμμα. Δεν δημιουργήθηκε για να διαδεχθεί κάποιο από τα μεγάλα κόμματα εξουσίας – για «κληρονομικούς λόγους». Δεν είναι σανίδα σωτηρίας για να «πλασαριστεί» καλύτερα ο δημιουργός του επιστρέφοντας στο κόμμα πρόελευσης. (π.χ. ΠΟΛΑΝ/Σαμαράς, ΚΕΠ/Αβραμόπουλος, ΣΕΚ/Αρσένης, ΔΗΣΥ/Μπακογιάννη).  Έγινε ευθύς εξαρχής για να δώσει φωνή στους ανθρώπους που τους απωθούσε ο δικομματισμός και οι κομματικές πρακτικές που τον συνόδευαν. Για ανθρώπους που ασφυκτυούσαν με τις διαθέσιμες «λύσεις» και όχι με το ότι η εξουσία θα τους προσπερνούσε. (Αφού τους περισσότερους τους είχαν προσπεράσει εξίσου και οι δύο πόλοι)

Το Ποτάμι είναι κόμμα που προσπαθεί να εισαγάγει την ιδέα του πολυκομματισμού σε ένα σύστημα διαποτισμένο από τον άγονο δικομματισμό. Το Ποτάμι δεν ετεροπροσδιορίζεται, όπως τα κόμματα του δικομματισμού. Ούτε αισθάνεται την ανάγκη να εγκαταλείψει μια σωστή θέση του, επειδή αυτή κατάφερε να πείσει και κάποιο άλλο κόμμα για την ορθότητά της. Δεν βλέπει τις απόψεις σαν εργαλεία εκλογικής επιρροής. Αν μια άποψη του Ποταμιού –όπως, για παράδειγμα, οι απόψεις μας για την φορολογία, όπως οι τρεις πυλώνες των συντάξεων– κυριαρχήσει, τότε αυτός είναι λόγος να πανηγυρίσουμε και όχι να μεμψιμοιρούμε ότι απομακρύνεται η καρέκλα.

Με λίγα λόγια, το Ποτάμι λειτουργεί σαν μια δύναμη πολιτικής διαπαιδαγώγησης, σαν μια αντίρροπη δύναμη στα δικομματικά διλήμματα. Το Ποτάμι δίνει τη μάχη του πλουραλισμού με ότι έχει: και στοιχηματίζει την ίδια του την ύπαρξη γι’ αυτό το στόχο. Κυρίως για αυτό το λόγο πρέπει να υπάρχει, και να δυναμώσει. Και για αυτό, κατά τη γνώμη μου, αξίζει να πάει μπροστά.