Πολιτικη & Οικονομια

Δεκεμβριανά

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 282
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εξήντα πέντε χρόνια από τις τελευταίες μέρες του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου κι από τα τρομερά γεγονότα που οδήγησαν στον ελληνικό εμφύλιο: γεγονότα που δεν έχουν αποσαφηνιστεί· εξάλλου, αυτή είναι η φύση και η μοίρα της ιστορίας· οι εχθρικές παρατάξεις επιμένουν η κάθε μια στη δική της εκδοχή· η αλήθεια διαφεύγει.

Πώς θα εξελίσσονταν άραγε τα πράγματα αν δεν είχε υπογραφεί η Συμφωνία της Καζέρτας; Ήταν λοιπόν αυτό το χαρτί (για μερικούς το «παλιόχαρτο») του Σεπτεμβρίου 1944 «αναπόφευκτο»; Κι αν, στην Καζέρτα, δεν είχαν αναμειχθεί, αναίσχυντα, οι Βρετανοί –ο Μακμίλαν, ο Γουίλσον, ο Ρόναλντ Σκόμπι– θα ακολουθούσε η Ελλάδα το δρόμο του ευρωπαϊκού κοινοβουλευτισμού; Ποια είναι η ευθύνη των Ελλήνων πολιτικών –κυρίως του Γεωργίου Παπανδρέου– και των στρατιωτικών αρχηγών των αντιστασιακών οργανώσεων σ’ αυτή την περίσταση κατά την οποία ο στρατηγός Σκόμπι βρέθηκε, περιέργως, επικεφαλής τόσο της ελληνικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, όσο και των αφοπλισμένων αντάρτικων ομάδων; Τι στην ευχή σκάρωναν οι Βρετανοί στα Βαλκάνια προτού καν συνθηκολογήσει η Γερμανία και προτού οι ηγέτες των νικητών συναντηθούν στη Γιάλτα;

Η υπόθεση ήταν ήδη περίπλοκη εξαιτίας της δικτατορικής κυβέρνησης που συνέπεσε με τη γερμανική εισβολή: η ελληνική άκρα Δεξιά συμπεριφέρθηκε όπως το καθεστώς του Βισύ· η εθνικοφροσύνη ταυτίστηκε με τον παραδοσιακό ραγιαδισμό· η αντίσταση έπεσε στους ώμους της Αριστεράς. Κοντολογίς, η Αριστερά (μαζί με το τότε νεφελώδες, άστατο, Κέντρο) έφερε σε πέρας την αντίσταση. Και παρ’ όλ’ αυτά, στη συνδιάσκεψη του Λιβάνου τον Μάιο του 1944, το ΕΑΜ αναγκάστηκε να θέσει τις υπολογίσιμες δυνάμεις του σε κυβερνητικό έλεγχο και να μη συμμετάσχει όσο του αναλογούσε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Η συνδιάσκεψη του Λιβάνου παραμέρισε το ΕΑΜ και, εφόσον η Ελλάδα φαινόταν να κατατείνει προς τη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας, οι Σοβιετικοί έπαψαν να ενθαρρύνουν τις βλέψεις του για την εξουσία.

Τα άμεσα αίτια των Δεκεμβριανών ήταν οι παραπάνω ταπεινωτικές συμφωνίες, καθώς και η ιστορική ένταση –το άσβεστο μίσος– μεταξύ της πατριωτικής Αριστεράς και της δοσίλογης Δεξιάς. Για μια ακόμα φορά, το «Κέντρο» τραμπαλιζόταν: ο εμπαθής αντικομμουνισμός του τού αφαιρούσε κάθε αίσθημα δικαιοσύνης. Η Ελλάδα είχε ήδη δρασκελίσει τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου: από τη μια πλευρά βρισκόταν το ΕΑΜ, που ελεγχόταν από το ΚΚΕ και είχε ακόμα μεγάλη απήχηση σε πολλές περιοχές, μιας και ήθελε να αποτρέψει την επάνοδο του βασιλιά και να μηδενίσει τις πιθανότητες σύστασης μιας κυβέρνησης στα μεταξικά πρότυπα. Όσο για την «άλλη» πλευρά συγκέντρωνε τις αντικομμουνιστικές ένοπλες δυνάμεις, τους βασιλόφρονες και τους αγγλόφιλους φιλελευθέρους. Έτσι, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου δεν ήταν ούτε «εθνική» ούτε ενωτική: ο πλήρης και χωρίς όρους αφοπλισμός των ανταρτών κατέληξε στην παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ και στη διαδήλωση που έγινε αφορμή για τις πολυαίμακτες συγκρούσεις, στα Δεκεμβριανά.

Το ζητούμενο εδώ δεν είναι η διφορούμενη ιδεολογία και η φιλοσοβιετική και προσωπολατρική στάση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σ’ εκείνη τη φάση της ιστορίας, η Αριστερά που διεκδικούσε την κατάργηση της μοναρχίας και τη συμμετοχή στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας με δίκαιους όρους, δεν έκανε ακόμα λόγο για καθεστώς σοβιετικού τύπου. «Δημοκρατικό» ήταν και το περιεχόμενο της διαδήλωσης της 3ης Δεκεμβρίου που χτυπήθηκε από το κτίριο της αστυνομικής διεύθυνσης με αποτέλεσμα 28 νεκρούς και 140 τραυματίες. Από τη στιγμή αυτή διαφαίνεται καθαρά ο εμφύλιος πόλεμος: στις 4 Δεκεμβρίου, και ενώ είχε κηρυχθεί γενική απεργία, μια ακόμα διαδήλωση χτυπήθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας, από μια ετερόκλητη παράταξη εθνικοφρόνων ομάδων. Η πόλη έγινε πεδίο μάχης: κατά πάσα πιθανότητα οι Βρετανοί παρακολουθούσαν την Αθήνα να καίγεται όπως ο Νέρωνας τη Ρώμη· οι ταραχές συνεχίστηκαν μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του ’45 και σταμάτησαν οριστικά στις 11 του μηνός, μετά από συμφωνία του ΕΑΜ με τον στρατηγό Σκόμπι.

Το «καλό» δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο. Μέσα στο χάος της ρημαγμένης Αθήνας, η ΟΠΛΑ βρήκε την ευκαιρία να βγάλει από τη μέση τους λεγόμενους λιγκβινταριστές, δηλαδή, κυρίως, τους αντιφρονούντες τροτσκιστές: δεν έχουμε λόγο να μην πιστέψουμε τον Άγι Στίνα, μιας και το ΚΚΕ αποτελούσε ήδη μικρογραφία σταλινικού καθεστώτος. Ενώ συνεχίζονταν οι συγκρούσεις, τα Χριστούγεννα έγινε σύσκεψη στην Αθήνα για τον τερματισμό τους· στην πραγματικότητα, αν δούμε την κατάσταση αναδρομικά, η σύσκεψη –παρουσία του Τσόρτσιλ– έγινε για τον μονομερή αφοπλισμό των δυνάμεων της αντίστασης. Από μια άποψη, οι Βρετανοί εξώθησαν τους Έλληνες στον εμφύλιο πόλεμο: όχι όμως ότι την ευθύνη φέρουν οι Βρετανοί.

 

Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1945, μολονότι περιείχε αδυναμίες και σκοτεινά σημεία, υποσχόταν δημοκρατία και διαφάνεια. Αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ: μερικές μονάδες του ΕΛΑΣ δεν την δέχτηκαν και κατέφυγαν πάλι στα βουνά, ενώ από την πλευρά της Δεξιάς εξαπολύθηκε λευκή τρομοκρατία: ο στρατός, η εθνοφυλακή, τα σώματα ασφαλείας, οι ομάδες Χ επιδόθηκαν σε όργιο βίας, εκφοβισμού και παρανομίας· οι γερμανοτσολιάδες αναδείχτηκαν σε κυρίαρχο σώμα· όχι μόνον οι αριστεροί –που καταγγέλλονταν και εκτελούνταν για εγκλήματα (στις περισσότερες περιπτώσεις κατασκευασμένα, συχνά τόσο ψεύτικα που καταντούσαν εξωφρενικά)– αλλά ο κάθε δημοκρατικός πολίτης βρέθηκε υπό ανελέητο διωγμό. Από μια δεύτερη άποψη, η Δεξιά εξώθησε τους Έλληνες στον εμφύλιο πόλεμο, υπό την έννοια ότι ο εμφύλιος (η κατάλυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο στρατιωτικός νόμος, η παρόξυνση του μίσους) συνεχίστηκε χωρίς διάλειμμα μετά την ήττα των Γερμανών και των συνεργατών τους με πρωτοβουλία της Δεξιάς και του παρακράτους το οποίο είχε εκθρέψει.

Ακριβώς όπως η σημερινή παραδοσιακή «Αριστερά» (τοποθετώ πάντα εισαγωγικά διότι τη θεωρώ υπερβολικά συντηρητική για να ορίζεται ως Αριστερά) δεν έχει σταθεί με γενναιότητα και ειλικρίνεια μπροστά στην ιστορία της (και στα εγκλήματά της), η Δεξιά δεν έχει απολογηθεί για το ότι έσυρε την πλειοψηφία των Ελλήνων στην ανώμαλη κατάσταση που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο. Τα Δεκεμβριανά υπήρξαν η αρχή ενός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που έχει μοιραίες επιπτώσεις μέχρι σήμερα: η λευκή τρομοκρατία από το 1944 μέχρι το 1946 ανάγκασε τους πολίτες να πάρουν τα βουνά· στην κυριολεξία. Τα όσα συνέβησαν στη συνέχεια ήταν συνδυασμός πολιτικού φανατισμού, δολοπλοκιών, ονείρων, αθετημένων υποσχέσεων και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης που εκδηλώνει παρόμοια χαρακτηριστικά κάτω από οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα.