Πολιτικη & Οικονομια

Αν τότε είχε δεχτεί ο…

Πιθανότατα η χώρα να μη βρισκόταν σήμερα στην απελπιστική κατάσταση

Ανδρέας Παππάς
ΤΕΥΧΟΣ 540
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ήταν καλοκαίρι του 2009 όταν ο Κώστας Καραμανλής συνειδητοποίησε ότι η χώρα βρισκόταν λίγα βήματα πριν από τη χρεοκοπία.

Ήταν καλοκαίρι του 2009 όταν ο Κώστας Καραμανλής συνειδητοποίησε ότι η χώρα βρισκόταν λίγα βήματα πριν από τη χρεοκοπία. Τα περιθώρια δανεισμού από τις αγορές έτειναν να εξαντληθούν, αφού βέβαια προηγουμένως ο Προκόπης είχε διορίσει ή μονιμοποιήσει στο δημόσιο περίπου όποιον μιλούσε ελληνικά.

Θορυβημένος ο Καραμανλής απευθύνθηκε τότε στον Γιώργο Παπανδρέου (ΓΑΠ), ζητώντας του να διαμορφώσουν από κοινού ένα πρόγραμμα οικονομικής σωτηρίας της χώρας και, ενδεχομένως, να συγκυβερνήσουν. Ο ΓΑΠ αρνήθηκε, σίγουρος ότι έρχεται σύντομα η ώρα του – αυτό, άλλωστε, έδειχναν οι δημοσκοπήσεις.

Τότε, ο Καραμανλής έκανε κάτι αρκετά ασυνήθιστο, αν όχι πρωτοφανές σε παγκόσμιο επίπεδο: προκήρυξε εκλογές προκειμένου να… τις χάσει, και έτσι να «την κάνει» πριν έρθει αντιμέτωπος με το φάντασμα της χρεοκοπίας – την άνοιξη του 2010 δεν θα υπήρχαν χρήματα ούτε για μισθούς και συντάξεις.

Οι αμαρτίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος (υπερτροφικό δημόσιο προκειμένου να εξυπηρετούνται πελατειακές ανάγκες, αλόγιστος δανεισμός, και μάλιστα με τα δανεικά να διοχετεύονται στην κατανάλωση και όχι σε παραγωγικές επενδύσεις και αναδιαρθρώσεις κ.ά.) ξεκινούν ασφαλώς από πολύ παλιότερα. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι η καταβαράθρωση της οικονομίας ήταν κατεξοχήν έργο της πενταετίας του Καραμανλή του Μικρού (2004-2009), όταν, μεταξύ άλλων, το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε από 185 σε 298 δισ. ευρώ και οι δημόσιες δαπάνες από 20,5 σε 59(!) δισ.

Για να επανέλθω όμως στη σύντομη αυτή πολιτική αναδρομή, ο ΓΑΠ έτρεξε ενθουσιασμένος να πάρει την μπάλα της διακυβέρνησης της χώρας, που του πρόσφερε ο Καραμανλής – χωρίς, βέβαια να κοιτάξει στο κάτω μέρος της μπάλας, όπου σιγόκαιγε ένα μικρό φυτίλι, όπως γίνεται στα καρτούν. Μάλιστα, ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός του, ώστε διαβεβαίωνε ότι «λεφτά υπάρχουν» και έσπευδε να συμπεριλάβει στην πρώτη κυβέρνησή του οικογενειακούς γνωστούς και φίλους, αλλά και αρειμάνιες παλαιοπασοκικές φιγούρες όπως τη Λούκα Κατσέλη, η οποία, ως υπουργός Οικονομικών είχε τη φαεινή ιδέα στα τέλη του 2009 να δοθούν αυξήσεις(!) στους δημοσίους υπαλλήλους. Όλα αυτά, μάλιστα, στο όνομα ενός κακοχωνεμένου και ψευδεπίγραφου «κεϊνσιανισμού» (α, ρε κατακαημένε Κέινς, πόσα και πόσα ανοσιουργήματα έχουν διαπραχθεί στ’ όνομά σου!).

Σύντομα, βέβαια, ο ΓΑΠ βρέθηκε μπροστά στο, έτσι ή αλλιώς, προβλεπόμενο αδιέξοδο. Υπέγραψε έτσι, περίπου άρον άρον, την πρώτη δανειακή σύμβαση (μνημόνιο). Γνωστά πράγματα αυτά, ας μη μακρηγορώ. Στο διάστημα που ακολούθησε, η Νέα Δημοκρατία, με αρχηγό πλέον τον Σαμαρά, κήρυξε αντιμνημονιακό ανένδοτο αγώνα, κατά τις «λαμπρότερες» παραδόσεις της ελληνικής πολιτικής ζωής που θέλουν την αντιπολίτευση να λέει «όχι» σε όλα. Και να Ζάππειο 1, και να Ζάππειο 2, και να, και να, και να.. Γνωστά κι αυτά, ας μην επιμείνω.

Το καλοκαίρι του 2011, βλέποντας ότι το πράγμα «δεν βγαίνει πέρα», ο ΓΑΠ πρότεινε, αυτός τώρα, στον Σαμαρά να συγκυβερνήσουν. Ο Σαμαράς απέρριψε ασυζητητί την πρόταση, βέβαιος ότι είχε τις λύσεις ώστε να κυβερνήσει χωρίς μνημόνιο και να οδηγήσει τη χώρα στην ανάπτυξη (sic). Με τούτα και μ’ εκείνα, ο Παπανδρέου εξαερώθηκε και, έστω και με κάποια καθυστέρηση, ο Σαμαράς κατάφερε τελικά να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές, όπως επιθυμούσε. Μάλιστα, μετά την ψυχρολουσία του Μαΐου 2012, όταν η Ν.Δ. έφτασε στο ιστορικό χαμηλό του 18,7%, κατάφερε με δεύτερες εκλογές να γίνει επιτέλους πρωθυπουργός, έστω και επικεφαλής κυβέρνησης συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Και βέβαια, ως πρωθυπουργός, ο Σαμαράς ξέχασε τα Ζάππεια και άλλα ελαφρολαϊκά παρόμοια και έσπευσε να υπογράψει νέο μνημόνιο προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Φτάσαμε έτσι στις αρχές του 2015 όπου, με τη βοήθεια κυρίως του θλιβερού Κουβέλη, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε αυτό ακριβώς που επιδίωκε: εκλογές εδώ και τώρα, χωρίς καν να περιμένει να ολοκληρώσουν οι άλλοι τη λεγόμενη «βρώμικη δουλειά» ώστε να έρθει στα πράγματα με πιο ομαλό το πεδίο και πιο ξεκαθαρισμένο το περιβάλλον. Ακολούθησαν επτά μήνες «έτσι, χωρίς πρόγραμμα», με μια κυβέρνηση ανίκανων, ιδεοληπτικών, δραχμιστών και άλλων, μια κυβέρνηση που δεν ήξερε πού πατάει και πού πηγαίνει. Γνωστά κι αυτά, ας μην επανέρχομαι. Και βέβαια, και πάλι για να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία, δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την υπογραφή τρίτου μνημονίου, αφού βέβαια πρώτα η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου είχε φεσώσει τη χώρα περίπου 50 δισ. ακόμα.

Ωστόσο, όταν προτάθηκε στον Τσίπρα, από διάφορες πλευρές και όχι μόνον από τη Νέα Δημοκρατία, να σχηματιστεί κυβέρνηση ευρύτερης πολιτικής σύνθεσης προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα δυσθεώρητα προβλήματα, είπε κι εκείνος «όχι», προτιμώντας να διατηρήσει τον αποκλειστικό έλεγχο του κράτους, μαζί με τους πειθήνιους όσο και γραφικούς συμμάχους του.

Συμπέρασμα αλλά και ηθικόν επιμύθιον: αν το 2009 ο ΓΑΠ είχε δεχτεί την πρόταση του Καραμανλή, αν το 2011 ο Σαμαράς είχε δεχτεί την πρόταση του ΓΑΠ, αν τον Ιανουάριο ο Τσίπρας δεν βιαζόταν τόσο ή αν τον Αύγουστο είχε δεχτεί να σχηματίσει κυβέρνηση ευρύτερης βάσης, πιθανότατα η χώρα να μη βρισκόταν σήμερα στην απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Γιατί, ας μην έχουμε αυταπάτες: απελπιστική είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε και ο κίνδυνος για τα χειρότερα πολύ απέχει από να έχει περάσει.

Σε αντιδιαστολή με όλες τις άλλες χώρες που υπέγραψαν μνημόνια, οι οποίες βρίσκονται ήδη σε φάση όχι μόνον ανάκαμψης αλλά και ανάπτυξης, εμείς κυνηγάμε επί έξι χρόνια την ουρά μας, με τον κάθε πολιτικό αρχηγό να θεωρεί ότι αυτός, και μόνον αυτός, έχει τις λύσεις ώστε να βγει η χώρα από την κρίση. Εμένα μού λες….