Πολιτικη & Οικονομια

Η νέα Αριστερά του 19ου αιώνα

O κρατισμός, ο εθνολαϊκισμός και η διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων δεν είναι Αριστερά

Γιώργος Σιακαντάρης
ΤΕΥΧΟΣ 536
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σ’ αυτές τις εκλογές κάποιοι ισχυρίζονται πως ο ΣΥΡΙΖΑ «νομοτελειακά» θα καταλάβει το χώρο της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Ξεχνούν βεβαίως πως το μόνο αφήγημα του κ. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμη και τώρα το «ψηφίστε με για να υλοποιήσω καλύτερα το Μνημόνιο (που σας έβαλα) και παράλληλα θα εφαρμόζω και τμήματα του προγράμματος Θεσσαλονίκης.

Με αυτό το Πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ των Τσίπρα-Λαφαζάνη ως σχέδιο Α κέρδισε τις εκλογές. Οι περισσότερες ενστάσεις αφορούν στο αν ήταν υλοποιήσιμο ή όχι. Λίγοι εστιάζουν στο ότι αυτό το πρόγραμμα δεν ήταν καθόλου αριστερό. Εκτός αν αριστερό σημαίνει να λες «πράγματα που ακούονται ευχάριστα στα αυτιά», αν Αριστερά σημαίνει τελειοποίηση του ψέματος ως πολιτικού όπλου. 

Γιατί μη μου πείτε πως ήταν αριστερές οι προτάσεις για φορολόγηση της επιχειρηματικότητας στην υπάρχουσα παραγωγική βάση, η γενικευμένη ρύθμιση των χρεών, η κρατικοποίηση των τραπεζών, το γενικό πάγωμα των ιδιωτικοποιήσεων, η συνέχιση των μη στοχευμένων επιδοματικών πολιτικών, οι υποσχέσεις για σταδιακή επιστροφή όλων των μισθών εκεί που ήταν το 2009; Είναι μήπως αριστερό να μη πρωτοστατεί η Αριστερά στην ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων, αφού ως γνωστό ο κατακερματισμός των ταμείων δημιουργεί πυραμιδικά ασφαλιστικά συστήματα, τα οποία αυξάνουν τις κοινωνικές ανισότητες και προσιδιάζουν στο λεγόμενο συντηρητικό-συντεχνιακό μοντέλο κράτους πρόνοιας (G. Esping-Andersen); Μήπως πάλι είναι αριστερό να συνεχίζεται επί διακόσια σχεδόν έτη η πολιτική υποφορολόγηση (Γιώργος Β. Δερτιλής) κάποιων που δηλώνουν αγρότες; Πολιτική που αποσκοπούσε στη συναίνεσή τους στην αναβολή της αγροτικής μεταρρύθμισης.

Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιλαμβάνονται πως οι επιδοματικές πολιτικές μόνο συμπληρωματικό ρόλο έχουν σε ένα κράτος πρόνοιας. Γι’ αυτό και δεν εστιάζουν στην αλλαγή της παραγωγικής βάσης και στην υποστήριξη της υγιούς και ελεγχόμενης όσον αφορά τη νομιμότητα των ενεργειών της επιχειρηματικότητας, αλλά στη συνέχιση των επιδοματικών πολιτικών. Το ελληνικό «μεγάλο» κράτος είναι το υποκατάστατο της αδυναμίας της ελληνικής «αστικής τάξης» να παραγάγει θέσεις εργασίας και εξαγώγιμα προϊόντα και της αδυναμίας του κράτους να επιτελέσει τον πραγματικά κοινωνικό του ρόλο. Με τη σειρά του η λογική των επιδομάτων λειτουργεί  ακόμη και σήμερα ως υποκατάστατο της αδυναμίας του κράτους πρόνοιας να προσφέρει δωρεάν ποιοτικές υπηρεσίες σε υγεία, παιδεία και ατομική ασφάλεια.

Το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης πρότεινε την αναπαραγωγή ενός υπερτροφικού κράτους-βιομήχανου, πελάτη και προμηθευτή παρασιτικών αστικών στρωμάτων. Οι προτάσεις του στερούν πόρους οι οποίοι θα μπορούσαν να αναδιανεμηθούν υπέρ ενός κράτους παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν κατανοούν τη διαφορά μεταξύ του επιχειρηματικού κράτους (Μαριάνα Ματσουκάτο) και του κράτους-βιομήχανου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης ενίσχυε μόνο τα κρατικοδίαιτα στρώματα, αναπαράγοντας τις συνθήκες που γεννούν ανισότητες και φτώχεια. Αυτό το σούπερ «αριστερό» πρόγραμμα διατηρούσε εν ζωή όλα τα αρνητικά στοιχεία του αρτηριοσκληρωτικού παραγωγικού μοντέλου που έφερε τη χώρα ως εδώ. Η «υλοποιήσιμη αντιπρόταση» του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα πρόγραμμα διαιώνισης του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων, συνοδευόμενο με δυνατές νότες εθνικισμού. Μήπως όμως οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ που ξεφεύγουν της άμεσης οικονομικής πολιτικής ήταν αριστερές; Ήταν και είναι αριστερό να θεωρείς πως «ο πολιτισμός αποτελεί προστατευόμενο από το κράτος κοινό (δημόσιο) αγαθό» και όχι ύψιστη έκφραση της ανθρώπινης δημιουργικότητας, η οποία βεβαίως πρέπει να στηρίζεται και στη δημόσια υποστήριξη;

 

Αριστερό πρόγραμμα, μεταξύ πολλών άλλων, θα σήμαινε η όποια ρύθμιση χρεών να στηρίζεται σε κοινωνικά κριτήρια, να λαμβάνει υπόψη της και τα συμφέροντα των καταθετών. Θα σήμαινε όχι κρατικοποιήσεις και υπερφορολόγηση. Όχι κρατικές συντεχνίες και κράτος «βιομήχανο», αλλά ανάπτυξη των δημόσιων υπηρεσιών του σε υγεία, πρόνοια, παιδεία, ατομική ασφάλεια. Ενίσχυση εκείνης της παραγωγικής επιχειρηματικότητας που αποδίδει θέσεις εργασίας και αυξημένα φορολογικά έσοδα. Όλα τα παραπάνω όμως βρίσκονται μακριά από την κουλτούρα και την παιδεία τόσο του αντιπολιτευόμενου όσο και του πρωθυπουργού κ. Τσίπρα, αλλά και από το τι καταλαβαίνει ο κ. Λαφαζάνης ως Αριστερά. Οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν απέρριψαν αριστερές προτάσεις, αλλά προτάσεις βαθύτατα συντηρητικές, ξεπερασμένες, διαιώνισης του κρατισμού.

Έλεγαν κάποτε «αν θυμάσαι τη δεκαετία του ’60 τότε δεν την έζησες». Ο κ. Τσίπρας καθόλου δεν έζησε τη Σοσιαλδημοκρατία. Επειδή τώρα τη θυμάται, δεν σημαίνει πως την πιστεύει, όπως δεν πίστευε πολλά από όσα έλεγε και όλα όσα τώρα κάνει.

Πάει πολύ κάποιοι να τον αναγορεύουν σήμερα σοσιαλδημοκράτη. Ο Μακιαβέλι συμβούλευε τον «Ηγεμόνα» πως αυτός «είναι πολύ πιο εύκολο να κάνει φίλους εκείνους τους ανθρώπους που ήταν ικανοποιημένοι από την προηγούμενη κυβέρνηση, και γι’ αυτό ήσαν εχθροί του». Ο κ. Τσίπρας αυτό μάλλον δεν το έχει διαβάσει, αλλά το ξέρει καλά.   

Τελικά αν ο κ. Τσίπρας και ο κ. Λαφαζάνης ρωτούσαν έναν καθρέφτη ποιος είναι πιο αριστερός, θα τους έλεγε: Κανένας από τους δυο σας, κύριοι, ο κρατισμός, ο εθνολαϊκισμός και η διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων δεν είναι Αριστερά. Απάτη και ψέμα είναι. Εκτός κι αν θέλουμε να δικαιωθούν όσοι λένε πως Αριστερά είναι κάτι τέτοιο. Τότε και οι δυο είναι αριστεροί.