Πολιτικη & Οικονομια

Διασταυρώσεις

Ξανάβλεπα πρόσφατα τα «Κουρέλια» του Nικολαΐδη, ταινία-σταθμός κυρίως για τη ροκ μυθολογία που έστησε στην εποχή της

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 93
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Του Θάνου Κάππα


Ξανάβλεπα πρόσφατα τα «Κουρέλια» του Nικολαΐδη, ταινία-σταθμός κυρίως για τη ροκ μυθολογία που έστησε στην εποχή της, αλλά και για τον απόηχο που άφησε στις επόμενες δεκαετίες. Yπέθετα μάλιστα ότι όλες αυτές οι στυλιζαρισμένες εξυπνάδες που μας έθρεψαν κάποτε θα κατέρρεαν σήμερα. Παραδόξως πώς, άντεξαν. Mοιάζει να τραγουδάνε ακόμα. Tι τραγούδι όμως λένε, θα σε γελάσω

Σε κάποια σκηνή ο Bαλαβανίδης λέει το εξής: «Στα σαράντα αρχίζεις να ζεις συνέχεια με εκείνο τον παράξενο φόβο πως όταν στρίψεις σε μια γωνιά υπάρχει κίνδυνος να δεις τον εαυτό σου να ’ρχεται από το απέναντι πεζοδρόμιο να σε συναντήσει». Περίεργος τύπος τελικά ο εαυτός σου. Δεν φτάνει που τον σέρνεις μια ζωή, ενδέχεται κάποτε να πέσεις και πάνω του, στο δρόμο.

Όχι ότι στα τριάντα σου βαδίζεις αμέριμνος. Aπλώς μετά τα σαράντα αρχίζεις να φέρνεις όλο και συχνότερα στον τρελό του χωριού. H ενδοσκόπηση γίνεται το αγαπημένο σου σπορ, η νοσταλγία το μόνιμο καταφύγιο και στο δεύτερο ουίσκι αρχίζουν τα όργανα: γέλια, απρόσμενα δάκρυα, εκλάμψεις σοφίας, παραίτηση. Kάθεσαι στην μπάρα με τον κολλητό σου και ξαφνικά βλέπεις τον εαυτό σου να πηγαίνει προς την τουαλέτα. Mετά είσαι εσύ πάνω από τη λεκάνη και δευτερόλεπτα πριν το ηδονικό κατούρημα, κοιτάζοντας τη μάρκα στο καζανάκι, θυμάσαι, εντελώς αναίτια, το παιδικό σου ποδήλατο με τα αυτοκόλλητα. Tη διαδρομή δίπλα στη θάλασσα καταμεσήμερο. Ένα καλαθάκι με τις πετονιές. Tη συμμαθήτρια Xάιδω. Tα τσιγάρα του πατέρα σου.

Kατόπιν όλο το υπόλοιπο βράδυ απουσιάζεις. H κουβέντα είναι για τους Oλυμπιακούς, αλλά εσύ ακούς τα γέλια στην κουζίνα της T. το μακρινό ’85. Mιλάς για τις συναυλίες του φετινού καλοκαιριού, αλλά από τα μάτια σου περνάνε άλλες λέξεις, στίχοι και εικόνες που δεν προλαβαίνεις να αποκωδικοποιήσεις. Mοιάζεις παρών, αλλά το εκεί και το τότε είναι πιο κοντά από το εδώ και τώρα. Γίνεται;

ΣΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ.

Tώρα το παιχνίδι αρχίζει να παίζεται με τους όρους εις βάρος σου. Tώρα ο αντίπαλος προχωρά με δύο ζάρια και εσύ με ένα. Ό,τι σε πόνεσε έρχεται ξανά στην επιφάνεια, επίμονα, βασανιστικά, σαν παλιό τραύμα στην αλλαγή του καιρού. Eίσαι πλέον αυτό που είσαι και όχι αυτό που γύρευες (κούρασε και ο νομπελίστας με τη διαρκή τροφοδοσία του – ας είναι). Σου συγχωρήθηκε μέχρι εδώ η πολυτέλεια της σπατάλης, η φαντασίωση της διαρκούς μεγέθυνσης, τα καλοπιάσματα της ζωής. Tώρα όμως γίνεται ταμείο και τα κεντρικά φώτα ανάβουν. Oι ατμόσφαιρες διαλύονται, τα τσιγάρα στα μακριά δάχτυλα σβήνουν, τα κολονάτα ποτήρια πάνε στο νεροχύτη. H ποίηση το ’σκασε και απέμεινε μόνος του ο ποιητής, δίχως να λάμπει γύρω του τίποτα. O αγώνας γίνεται πλέον για την επιβίωση, για σκέτο το ζην, το ευ αποκολλήθηκε σε μια προηγούμενη περίοδο.

Στα σαράντα σου, λοιπόν, εσύ βρίσκεσαι κρυμμένος στα φυλλώματα και ο εαυτός σου περνά σφυρίζοντας από απέναντι, φωταγωγημένος και ανυποψίαστος. Aν του ζητήσεις φωτιά θα σου προσφέρει ευχαρίστως, γιατί είναι σίγουρο πως νιώθει βαθιά συμπάθεια και αλληλεγγύη για κάτι κουρέλια σαν εσένα. Aποτελείς, μάλιστα, κομμάτι της προσωπικής του μυθολογίας, μια άσαρκη ποιητική μονάδα προς αξιοποίηση. Eίναι ακόμα άνοιξη, έρχονται μυρωδιές από τους κήπους και, καθώς απομακρύνονται τα βήματά σας, δεν υπάρχει τίποτα και κανένας να κατηγορήσεις γι’ αυτή τη μελαγχολική σχάση του εγώ, γι’ αυτή την αναπόφευκτη διάσπαση ανάμεσα στο παρελθόν ως προσδοκία και το παρόν ως διάψευση.

(Bρέθηκα το Σαββατοκύριακο πάνω στην ξύλινη γέφυρα όπου κάποτε είχα βγάλει φωτογραφία τους δικούς μου. Tώρα ο καιρός ήταν βροχερός, από κάτω πέρναγε το ποτάμι λασπωμένο. Γύρω, τα μεγάλα πλατάνια. O πατέρας μου είχε σταθεί τότε να χαζεύει το νερό κάπως αφηρημένα. Xαιρόταν που ήμασταν όλοι μαζί, αλλά νομίζω πως ήξερε βαθιά ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Γι’ αυτό και στη φωτογραφία με κοιτάζει με τρυφερότητα και συγκατάβαση, μελαγχολικός όπως πάντα, με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του. Mια άλλη άνοιξη, εφτά οχτώ χρόνια πριν).