Πολιτικη & Οικονομια

Η στέρηση της οικονομικής ελευθερίας είναι φασισμός

Η ύπαρξη προστατευμένων επαγγελμάτων και ολιγοπωλίων είναι μία στρέβλωση αντιδημοκρατική

Νίκος Κτιστάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Aς φανταστούμε μία κυβέρνηση που θα απαγόρευε την ελευθερία του λόγου, της έκφρασης και της ελευθεροτυπίας. Θα υπήρχε κανείς που θα αμφισβητούσε ότι είναι μία δικτατορική κυβέρνηση και φασιστικό καθεστώς; Ή έστω ότι κάποιοι θα επιχειρούσαν με νομοθετικά μέτρα να φιμώσουν, να απαγορεύσουν τη γνώμη ενός μέρους της κοινωνίας μας. Πόση θύελλα αντιδράσεων –και σωστά– θα ξεσήκωνε αυτή η παρεκτροπή στα δημοκρατικά αισθήματα;

Και φανταστείτε ακόμη κάποιους να τολμούσαν να μειώσουν τα δικαιώματα ομοφυλοφύλων ή να νομοθετήσουν εις βάρος μειονοτήτων φυλών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Όλοι μας θα επαναστατούσαμε, θα αγωνιζόμασταν να μην περάσουν αυτές οι αδικίες, θα ταυτιζόμασταν με τους καταπιεζόμενους. Και καλά θα κάναμε, αφού το απαύγασμα της δημοκρατίας είναι η προστασία της μειοψηφίας από την ισχυρή πλειοψηφία.

Η ελευθερία όμως έχει πολλές εκφράσεις και εκφάνσεις, και από τις σημαντικότερες είναι η οικονομική ελευθερία.

Στη χώρα μας ζούμε μια ιδιότυπη καταπίεση της οικονομικής ελευθερίας, ένα είδος οικονομικού φασισμού, αλλά κανένα δεν τον απασχολεί. Δεν είναι το πεδίο διαμαρτυρίας που συγκινεί και όλες οι κυβερνήσεις φροντίζουν να το εκμεταλλεύονται.

Τα τελευταία χρόνια νομοθετήθηκε η υποχρέωση του φορολογούμενου να αποδείξει ο ίδιος τη νομιμότητα των χρημάτων και των περιουσιακών του στοιχείων και όχι της δημόσιας διοίκησης ότι είναι παράνομος, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής του αστικού και ποινικού δικαίου που λέει ότι αυτός που εγείρει αγωγή ή μηνύει κάποιον, αυτός είναι υποχρεωμένος να τεκμηριώσει τις κατηγορίες του.

Όλοι είμαστε ένοχοι απέναντι στις φορολογικές αρχές, μέχρι μόνοι μας να αποδείξουμε την αθωότητά μας. Είδατε ποτέ να γίνεται καμία διαδήλωση γι’ αυτό; Να απεργήσουν οι δικηγορικοί σύλλογοι; Να νομολογήσουν αντίθετα οι διοικητικοί δικαστές; Ποτέ, γιατί η οικονομική ελευθερία είναι ελευθερία Β΄ κλάσης, και δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους ακτιβιστές της αριστεράς που για αυτούς η επαγγελματική ελευθερία περιορίζεται στο δικαίωμά τους να διορίζονται στο δημόσιο.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα από ένα νόμο που συμπεριλαμβάνεται στους 400 νόμους και διατάξεις υπό κατάργηση της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ. Λέει λοιπόν πως όποιος θέλει να παράγει τσιμέντο πρέπει να έχει σιλό (δηλαδή απλουστευμένα ένα μεγάλο μεταλικό χωνί) χωρητικότητας 500 τόνων. Αυτή η κατασκευή έχει το μέγεθος πολυκατοικίας και κοστίζει εκατομμύρια.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι είναι δύο νεαροί, ο ένας μηχανικός και ο άλλος γεωλόγος, και πειραματίστηκαν με μία νέα συνταγή τσιμέντου. Έφτιαξαν τα χαρμάνια τους, ανακάτεψαν τον ασβεστόλιθο με τύρφη, άνθρακα και χημικά και πέτυχαν μία καλή ποιότητα τσιμέντου που βαθμολογήθηκε άριστα και την έκαναν πατέντα. Τα δύο νεαρά παιδιά έχουν ένα μικρό κεφάλαιο, μπορεί να πάρουν και δάνειο και έχουν όρεξη να ξεκινήσουν παραγωγή. Μπορούν;

Όχι, δεν μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Ο νόμος είναι σαφέστατος. Μόνο αν διαθέτεις σιλό των 500 τόνων μπορείς να παράγεις τσιμέντο. Δηλαδή μπορούν μόνο οι μεγιστάνες, αφού η οικονομική ευχέρεια των νέων επιχειρηματιών περιορίζεται στην κατασκευή 20-30 τόνων σιλό.

Αυτό είναι ένα μικρό παράδειγμα καταπίεσης της οικονομικής ελευθερίας, της ισονομίας και της δημοκρατίας. Που στην πραγματικότητα μας αφορά όλους γιατί αν υπήρχαν δεκάδες μικρές βιοτεχνίες τσιμέντων, τότε η τιμή των προϊόντων θα έπεφτε, η αγορά θα δούλευε περισσότερο, θα δημιουργούνταν περισσότερες θέσεις εργασίας και το κράτος θα εισέπραττε από τα πολλαπλασιακά αποτελέσματα περισσότερους φόρους.

Η ύπαρξη προστατευμένων επαγγελμάτων και ολιγοπωλίων στη χώρα μας είναι μία στρέβλωση κυρίως αντιδημοκρατική. Το να στερείς το δικαίωμα σε έναν πτυχιούχο φαρμακοποιό να ανοίξει την επιχείρησή του ή σε έναν επαγγελματία οδηγό να αποκτήσει άδεια φορτηγού είναι στέρηση οικονομικής ελευθερίας.

Και το χειρότερο είναι πως ολόκληρες δεκαετίες αυτού του είδους η αντικοινωνικότητα έφτασε στη χώρα μας να θεωρείται αυτονόητη.