Πολιτικη & Οικονομια

Πλάτων Τήνιος

Αλεξάνδρεια 1963 - Αθήνα 2015

Πλάτων Τήνιος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αλεξάνδρεια 1963 - Αθήνα 2015

Από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα στην Ακυβέρνητη Πολιτεία του Τσίπρα

Μόνιμη επωδός στις αναλύσεις των τελευταίων ημερών είναι ότι δεν υπάρχει προηγούμενο για αυτό που γίνεται. Όμως εμείς, οι Αιγυπτιώτες, θυμούμαστε τις τελευταίες μέρες της δικής μας Αλεξάνδρειας: την επιβολή ελέγχων στο συνάλλαγμα, τα προβλήματα στις μετακινήσεις, τη διάχυτη αβεβαιότητα. Και μετά από τα απειλητικά σύννεφα ήλθαν τα έκτακτα μέτρα, και τέλος η διασπορά των Αλεξανδρινών σε όλο τον κόσμο. Καθώς η κρίση βαθαίνει, το κλίμα θυμίζει σε κάποιους από εμάς ημέρες που ζήσαμε στις αρχές του ’60.

Προχτές πήγα να δώ τους δύο πιο αγαπημένους Αλεξανδρινούς φίλους των γονιών μου. Με τα παιδιά τους μεγαλώσαμε μαζί. Μια εποχή που καθώς εκείνοι μετράγανε τις τελευταίες μέρες της παλιάς τους ζωής, η πόλη μας άδειαζε από Ελληνες. Σήμερα, στα 90 τους, με σφριγηλό μυαλό και ολοζώντανες αναμνήσεις, μας θύμησαν τη δική μας Αλεξάνδρεια του 1963.

Αυτά που έμεναν στη μνήμη τους και αυτά που έχουν καρφωθεί στη δική μου, είναι η καθημερινότητα. Πώς οι γονείς μας και η παρέα τους αντιμετώπιζαν δυσκολίες με χιούμορ, κέφι και κουράγιο – να μην τρομάξουμε εμείς τα παιδιά. Η εικόνα του πατέρα μου που εισέβαλε με μπρίο στην κουζίνα, αποφασισμένος να φτιάξει πατέ ρέγκας, μεθυσμένο με κονιάκ που βρέθηκε στο βάθος ενός ντουλαπιού. Εκείνη την εποχή είχε φτάσει σοβιετικό καράβι ανθρωπιστικής βοήθειας και επί δύο εβδομάδες τρώγαμε κυρίως ρέγκες, αφού στα μαγαζιά δεν είχε και τίποτε άλλο. Η φιλότιμη προσπάθεια του μπαμπά για cucina povera (υψηλή μαγειρική με ταπεινά υλικά) στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία: Όλη η καλή θέληση και η έμπνευση δεν αρκούσανε να πειστούν δύο επτάχρονοι και δύο ενδεκάχρονοι ότι τους αρέσει το παστό ψάρι. Aκόμη και αν οι ρέγκες ήταν τουλάχιστον αλλαγή από το πολωνικό βούτυρο ή το ουκρανικό αλεύρι (που αν έβγαζες τα σκουλήκια με κόσκινο, ήταν μια χαρά). Το φαγητό ήταν απαίσιο, αλλά αυτό που μένει χρόνια μετά ήταν το κέφι τεσσάρων 40ρηδων γονιών, το γέλιο που κάναμε όλοι και που έχει τελείως σβήσει την οσμή της ψαρίλας.

image

Φωτογραφία του κτιρίου του Ταχυδρόμου στην Αλεξάνδρεια από την δεκαετία ’30, Rue Zangarola 4

Αλλά και άλλες μνήμες από τότε: την επίσκεψη του Χρουστσόφ στην Αλεξάνδρεια (παρέλαση στη Rue Fouad, όρθιος σε ανοιχτή αμερικάνικη λιμουζίνα μαζί με τον Νάσερ). Σοβιετικοί ναύτες αργότερα στην Αλεξάνδρεια (Χαρσούφ τους φώναζαν παραφράζοντας το «kharasho»). Τα διαβατήρια με τις πολλές σφραγίδες και τα τριάντα (;) δολάρια που μπορούσαμε να εξάγουμε ακόμη και εμείς οι μικροί, όταν πηγαίναμε τα καλοκαίρια στην Ελλάδα. Αλλά και τις τάξεις στο σχολείο που συνεχώς αδειάζανε από παιδιά. Τις συζητήσεις των μεγάλων για το πώς και πού θα ξαναρχίσουν τα ζωή τους και με τι χρήματα. Τους ψίθυρους για το πώς πιάσανε τον «τάδε» ή τον δείνα επειδή προσπαθούσε να βγάλει λεφτά. Το πώς ρευστοποιούνταν περιουσίες και μπαίνανε χρήματα σε αιγυπτιακές λίρες σε λογαριασμούς στους οποίους δεν υπήρχε καμιά σχεδόν πρόσβαση. Τέλος εποχής.

Τις παιδικές αναμνήσεις ήλθε να επιβεβαιώσει το βιβλίο (2010) του ιστορικού Philip Mansel, Levant: «Splendourand Catastrophe on the Mediterranean» (Λεβάντε: Λαμπρότητα και Καταστροφή στη Μεσόγειο). Μια παράλληλη ιστορία των τριών «παγκόσμιων πόλεων» της Μεσογείου – της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας και της Βηρυττού από την ακμή του 19ου αιώνα ως την επάλληλη καταστροφή τους στον 20ό. To κεφάλαιο 14 (Εξαιγυπτισμός - Egyptianization) καλύπτει ακριβώς την περίοδο που θυμάμαι σαν 7χρονος. Το βιβλίο συμπλήρωσε τη μεγάλη εικόνα, η οποία είχε αποτελέσει το φόντο των παιδικών εμπειριών που έζησα.

Ο Mansel δίνει το χρονικό του πώς ο Νάσερ αναγκάστηκε να αλλάξει στρατόπεδο μετά την άρνηση της Παγκόσμιας Τράπεζα να χρηματοδοτήσει το φράγμα στο Ασουάν. Η απόφαση αυτή, μετά τον άφρονα τρόπο που χειρίστηκαν οι Αγγλοι και οι Γάλλοι το Σουέζ, σήμανε το τέλος της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας, της δικής μας πόλης. Η στροφή επιβλήθηκε στον Νάσερ από τη συγκυρία. Τη διευκόλυνε η άφθονη αντιαποικιακή ρητορεία (που εν πολλοίς επινοήθηκε εκ των υστέρων). Αποτέλεσμα ήταν πως η πόλη γύρισε την πλάτη της στον έξω κόσμο της Μεσογείου και παρασύρθηκε από την εσωστρέφεια της αραβικής μονο-εθνικής ενδοχώρας.

Το πώς αυτός ο αναπροσανατολισμός επηρέασε τη μελλοντική πορεία της Αλεξάνδρειας και της Αιγύπτου είναι αντικείμενο άλλης έρευνας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στέρησε από την πόλη το ειδικό της βάρος και μαζί με αυτό στέρησε και το λόγο ύπαρξης από εμάς τους Αλεξανδρινούς στην πολύβουη κοινωνία της πόλης. Ο μηχανισμός αποκοπής και εσωστρέφειας άρχισε από ελέγχους κεφαλαίων, οι οποίοι γινόντουσαν σταδιακά πιο αυστηροί. Από εκεί πέρασε στη στοχοποίηση των ξένων –πρώτα των Εβραίων και των Κυπρίων με αγγλικά διαβατήρια–, μετά των υπολοίπων ημών. Οι διαβεβαιώσεις που επανειλημμένα λάμβαναν ελληνικές κυβερνήσεις ότι εμείς οι Ελληνες είμαστε διαφορετική περίπτωση, δεν μέτρησαν τελικά για τίποτε. Ο μαρασμός της Αλεξάνδρειας, σε αντίστιξη με τη Σμύρνη και τη Βυρηττό, δεν ήρθε απότομα. Ηταν μια μακρόσυρτη διαδικασία που άρχισε ελπιδοφόρα το 1952 (εκδίωξη Βασιλιά Φαρούκ) και δεν ολοκληρώθηκε παρά 15 χρόνια μετά, με τον πόλεμο του 1967. Είναι μεγάλο επίτευγμα του αιγυπτιακού λαού ότι αυτή η διαδικασία κρατήθηκε μακριά από ακρότητες σε προσωπικό επίπεδο (ο Mansel αναφέρει ότι οι αστυφύλακες δάκρυσαν στο λιμάνι βλέποντας ξένους να φεύγουν). Τρανή απόδειξη για αυτό οι θερμές αναμνήσεις –δικές μας και των γονιών μας– της πόλης στην οποία γεννηθήκαμε.

Από τότε πέρασαν 50 χρόνια. Η ιστορία των Αιγυπτιωτών (αν και δυστυχώς όχι της Αιγύπτου) έχει πολλά θετικά να δείξει. Στην πόλη που οι γονείς μας διάλεξαν να πάρει την θέση της Αλεξάνδρειας απειλείται τώρα αναπροσανατολισμός. Ενας (ίσως και δικαιολογημένος) θυμός για τη στάση των Eυρωπαίων θέτει σε αμφισβήτηση στην πράξη κρίσιμες σταθερές της ζωής μας.

Έτσι το ότι στην Αθήνα το 2015 ένα ηλικιωμένο αλεξανδρινό ζευγάρι θυμήθηκε ένα πατέ από ρέγγες που σερβιρίστηκε το 1963, άφησε μια πικρή γεύση που έμεινε και μετά που σίγησαν τα γέλια. Την πρόγευση μιας κοινωνίας που την περιμένει κατάρρευση βλέπουμε στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Τσίρκα. Οποιος διαβάζει τα μυθιστορήματα δεν ξεχνά ότι η αλλαγή προσανατολισμού της χώρας θα σημάνει τελικά και το τέλος της γενέθλιας πόλης. Παρόμοιο πικρό προαίσθημα αναδύεται, δειλά ακόμη, καθώς η «Ακυβέρνητη Πολιτεία» του Τσίπρα αφήνει την αβεβαιότητα να την παρασύρει. Είναι κοινοτοπία ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Όμως είναι εξίσου αληθές ότι αν δεν προσπαθήσουμε, εμείς τα υποκείμενά της, δεν αποκλείεται να επαναληφθεί.


*Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς