Κοινωνια

Οδοιπορικό στη Βικτώρια και τον Άγιο Παντελεήμονα: «Εδώ είμαστε πολίτες τέταρτης κατηγορίας»

Ρεπορτάζ από την πλατεία Βικτωρίας και τον Άγιο Παντελεήμονα, εκεί όπου η εγκληματικότητα, η ανασφάλεια και οι προκαταλήψεις συνθέτουν την καθημερινότητα μιας γειτονιάς που ζητά να μην ξεχαστεί

Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ 1017
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Επιθέσεις σε περαστικούς, περιστατικά βίας, διακίνηση ναρκωτικών, εγκληματικότητα κι εγκατάλειψη. Πλατεία Βικτωρίας και Άγιος Παντελεήμονας

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, οκτώμισι το βράδυ, στη γωνία Ελλοπίας και Αλκιβιάδου, λίγο πιο κάτω απ’ την πλατεία Βικτωρίας. Πέντε άτομα περικυκλώνουν τη δημοσιογράφο Χριστίνα Γαλανοπούλου και τη μητέρα της, μια μικροκαμωμένη γυναίκα 80 χρονών, καθώς οι δυο τους κατευθύνονται προς το διαμέρισμά τους, που βρίσκεται στην περιοχή.

Ο ένας σπρώχνει τη Χριστίνα, που έχει μπει ενστικτωδώς μπροστά. Ο άλλος γρονθοκοπεί τη μητέρα της στο πρόσωπο, την αρπάζει απ’ το πουκάμισο για να της πάρει την τσάντα και τελικά τη σέρνει από τη μικρή αλυσίδα που φοράει στον λαιμό, μέχρι να της τη σπάσει, κι έπειτα πετάει τη γυναίκα με το πρόσωπο στην άσφαλτο. Οι υπόλοιποι κάνουν κλοιό γύρω τους μέχρι να τελειώσουν.

«Το μόνο που θυμάμαι, εκτός από τα πρόσωπα των δύο από αυτούς, ήταν το αίμα της μάνας μου παντού, στην άσφαλτο, πάνω μου, στο φόρεμά της», έγραψε δύο μέρες αργότερα η Χριστίνα, σε μια σοκαριστική ανάρτηση της στα social media. Δύο αστυνομικοί προσπάθησαν να σταματήσουν την αιμορραγία. Γείτονες κατέβηκαν να βοηθήσουν μάνα και κόρη, οι οποίες έφτασαν στον Ευαγγελισμό με ΙΧ. Σπασμένη μύτη, μώλωπες και πληγές σε όλο το σώμα. Η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη δύο εκ των δραστών λίγο αργότερα, κοντά στη γειτονιά. Σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν ανήλικοι.

Η Γαλανοπούλου γνωρίζει τη γειτονιά - η οικογένειά της ζει εκεί χρόνια τώρα. Μια περιοχή που άλλαξε πολλές φορές πρόσωπο. Η οργή της δεν στρέφεται συλλήβδην εναντίον των μεταναστών, αλλά πρωτίστως προς το κράτος και τις δημοτικές αρχές, που θεωρεί ότι άφησαν τους κατοίκους να συμβιώνουν με την εγκατάλειψη και την εγκληματικότητα. 

Οι δρόμοι της γύρω περιοχής, μέσα από τον φωτογραφικό φακό του urban photographer John Calyvas, ο οποίος είναι και ο ίδιος κάτοικος της γειτονιάς

Λίγες εβδομάδες μετά την επίθεση, περπατώ στη γειτονιά μαζί με τη Χριστίνα. Από την Πλατεία Βικτωρίας προς τα στενά, την πρώτη αίσθηση δημιουργούν οι βαριές οσμές από κουζίνες που ανακατεύονται με τη μυρωδιά του χασίς. Τη δεύτερη τα βλέμματα: καχύποπτα, κυρίως προς εμένα - έναν άντρα που το παρουσιαστικό του φαίνεται να μην κολλάει στην περιοχή. Ενώ περπατάμε, ξεκλέβω ματιές. Με ζυγίζουν, ίσως θεωρούν ότι είμαι αστυνομικός με πολιτικά. Στη διαδρομή η Χριστίνα μού δείχνει το ένα κλειστό μαγαζί μετά το άλλο. Ρολά κατεβασμένα σε δρόμους που κάποτε είχαν ζωή. Πίσω από μια πόρτα που χάσκει μισάνοιχτη αχνοφαίνονται αρκετά μηχανάκια με τις χαρακτηριστικές θήκες των delivery πίσω. Η περιοχή ανά σημεία, έχει τη δική της «οικονομία».

Δεν είναι μόνο οι προσωπικές μαρτυρίες που συνθέτουν την εικόνα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες καταγράφηκε μια σειρά σοβαρών περιστατικών βίας στην ευρύτερη περιοχή. Στις 23 Σεπτεμβρίου, ένας 29χρονος δέχτηκε επίθεση με μαχαίρι στην οδό Φυλής και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με σοβαρό τραύμα.

Δύο ημέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου, άγνωστοι άνοιξαν πυρ με καλάσνικοφ εναντίον καταστήματος στην οδό Αγορακρίτου. Από τους πυροβολισμούς τραυματίστηκε ένα 10χρονο κορίτσι. 

Είχαν προηγηθεί κι άλλες επιθέσεις. Στις 26 Αυγούστου, δύο άτομα πέταξαν μολότοφ σε επιχείρηση στον Άγιο Παντελεήμονα. Στις 8 Σεπτεμβρίου, κατάστημα στην οδό Αχαρνών έγινε στόχος επίθεσης με χειροβομβίδα. Επίσης, στις 5 Οκτωβρίου, το ίδιο κατάστημα δέχτηκε νέα επίθεση με χειροβομβίδα, η οποία αυτή τη φορά δεν εξερράγη.

Κάτοικοι και επαγγελματίες περιγράφουν μια καθημερινότητα ανάμεσα στον φόβο και την προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανή η γειτονιά © John Calyvas

«Πολίτες τέταρτης κατηγορίας»

Ο Κωνσταντίνος Κυριακάκης έχει από το 1980 γκαλερί στην οδό Χέυδεν, λίγα μέτρα από την πλατεία Βικτωρίας. Τον συναντάμε χωμένο ανάμεσα σε πίνακες, αφίσες και κορνίζες. Μια μορφή ασκητική. «Ήταν καλύτερη περιοχή. Ανταγωνιζόταν το Κολωνάκι, γιατί είχε πολλούς καλλιτέχνες. Η πλατεία ήταν στέκι. Συγγραφείς, φοιτητές, καλλιτέχνες. Δεν ήταν όπως είναι τώρα. Γνωριζόμασταν όλοι. Ήμασταν μια γειτονιά».

Η πορνεία υπήρχε πάντα στην περιοχή, αλλά δεν τον επηρέαζε. Και θυμάται με χιούμορ: «Εγώ είχα πολλές πελάτισσες από εκεί τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Ερχόντουσαν κι ό,τι αφίσα έβαζα στη βιτρίνα με τη Μέριλιν Μονρόε δεν καθόταν πάνω από μία μέρα. Την αγόραζαν. Γιατί τότε ήταν πολλές και οι Ελληνίδες που είχαν σπίτια εδώ». Σήμερα η εικόνα είναι άλλη. «Τις βλέπω που πάνε δίπλα στο καφέ – δουλεύουν στη Φυλής. Είναι όλες αλλοδαπές και μικρές σε ηλικία. Δεν ξέρω, αλλά φαίνονται πολύ μικρές».

Η αλλαγή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 2000. «Φύγανε πάρα πολλοί Έλληνες και πήγανε πιο βόρεια, νότια, αφήσανε κενό και ήρθανε μετανάστες. Αυτό έγινε το 2005, κάπου εκεί ξεκίνησε. Το 2010 επιδεινώθηκε. Με την κρίση άρχισε μια πτώση, και γύρω στο 2015 δεν μπορούσαμε να μπούμε στο μαγαζί, οι μετανάστες κοιμόντουσαν απέξω». Πρόνοια από το κράτος; «Καμία… Μερικοί ιδιώτες φέρνανε φαγητό».

Έζησε και τα χρόνια της Χρυσής Αυγής στην περιοχή. Θυμάται περιστατικά όπως μια νυχτερινή επίθεση στην Αριστοτέλους, όταν άντρες με μηχανές σταμάτησαν κι άρχισαν να κυνηγούν γυναίκες που βρίσκονταν στον δρόμο. «Ήμουν κι εγώ από πίσω τους με τη μηχανή και σταματάω λιγάκι και πάω να βάλω τις φωνές. Αλλά τους βλέπω με τα μαύρα και με κάτι μπράτσα τεράστια και λέω “ωχ, θα τις φάω εγώ στο τέλος”. Δεν μίλησα κι έφυγα». Το κουβαλάει ακόμα μέσα του: «Το έχω βάρος».

Και σήμερα; «Πιστεύω ότι έχει πέσει η παραβατικότητα, αλλά υπάρχει απίστευτη βρόμα στην περιοχή. Κάνουν την ανάγκη τους έξω, φτύνουν, ο δήμος δεν καθαρίζει. Σιχαίνεσαι να πατήσεις – είναι μαύρα εντελώς τα πεζοδρόμια». Και τα ναρκωτικά; «Άμα βγεις μέχρι την πλατεία, σου έρχεται η μυρωδιά συνέχεια». Η φήμη της περιοχής κοστίζει και στη δουλειά του. Πελάτες σταμάτησαν να έρχονται, καταστήματα κλείνουν. «Δυο τρία μαγαζιά, που είχαν ακόμα λίγο περιθώριο οι ιδιοκτήτες μέχρι να βγουν στη σύνταξη, κλείσανε».

Έχει γίνει μάρτυρας αρκετών περιστατικών βίας. Είδε τέσσερις άντρες να χτυπούν μια συμπατριώτισσά τους. «Της έριχνε ένας σφαλιάρες. Και, με το που πλησιάζω λίγο, με τραβάει ο φίλος μου – βλέπω ότι δύο με κοιτάνε άγρια, κάνω πίσω και φεύγω». Άλλο βράδυ, δύο άντρες έσπαγαν το αυτοκίνητο μιας γειτόνισσας απέναντι από την γκαλερί. «Ο ένας καθόταν στα σκαλιά του σχολείου κι ο άλλος το έσπαγε. Βάζω τις φωνές: “Τι κάνεις εκεί;”. Και γυρνάει, με κοιτάει με μίσος και σιγά σιγά σηκώνει το χέρι προς εμένα». Κάλεσε την αστυνομία, αλλά, όση ώρα περίμενε εκεί, περιπολικό δεν εμφανίστηκε. Το χειρότερο το είδε πριν από 10 χρόνια, έξω από την πόρτα του: Πέντ’ έξι άντρες περικύκλωσαν έναν άλλον, που προσπάθησε να αμυνθεί με μια αλυσίδα. «Πετάγεται ένας και του ρίχνει τρεις μαχαιριές στα πλευρά. Μένω άφωνος».

Τώρα προσπαθεί να συγκεντρώσει υπογραφές για ένα κείμενο διαμαρτυρίας προς τον δήμο, το υπουργείο και την αστυνομία. Δυσκολεύεται ακόμη και να βρει κάποιον να το γράψει. «Τους λέω φέρτε μου ένα κείμενο και θα μαζέψω υπογραφές. Και μου λένε ο ένας “δεν μπορώ”, ο άλλος “δεν ξέρω”, φοβούνται». Θέλει να δείξει ότι ο κόσμος πλέον έχει αγανακτήσει, αλλά θέτει έναν όρο: «Ένα κείμενο που να μην είναι κατά των μεταναστών».

Τι ζητά; «Αστυνόμευση με περιπολικά που να μην έχουν τον φάρο. Γιατί, όταν σταματάει απέξω ένα αυτοκίνητο με τον φάρο, είναι σαν να λες σε όλους τους παραβατικούς “τρέξε”, “φύγε”. Άσ’ τον τον φάρο. Βγες με πολιτικά». Και, βέβαια, καθαριότητα, καθώς «εδώ πλέον είμαστε πολίτες τέταρτης κατηγορίας». Όταν του ζητώ ένα μήνυμα που θέλει να περάσει μέσα από το ρεπορτάζ, απαντά: «Μία λέξη: Βοήθεια!».

Ο Κωνσταντίνος Κυριακάκης διατηρεί από το 1980 γκαλερί στην οδό Χέυδεν, λίγα μέτρα από την πλατεία Βικτωρίας. Έχει ζήσει όλες τις αλλαγές της γειτονιάς και σήμερα ζητά περισσότερη αστυνόμευση και καθαριότητα. «Εδώ πλέον είμαστε πολίτες τέταρτης κατηγορίας», λέει

«Εδώ είμαστε στη Λωρίδα της Γάζας»

Περπατάμε μέσα στην Πλατεία Βικτωρίας. Μια παρέα μεταναστών στέκεται κρατώντας έναν μεγάλο σκύλο. Τριγύρω υπάρχουν νεαροί (στην πλειονότητά τους Αιγύπτιοι), που μάλλον αδιαφορούν για τους περαστικούς που επιταχύνουν τον βηματισμό τους καθώς διέρχονται. Ένας καταστηματάρχης δέχεται να μιλήσει υπό τον όρο της ανωνυμίας. Η εικόνα που περιγράφει για την πλατεία είναι ζοφερή. «Το τελευταίο διάστημα έρχονται τουλάχιστον τέσσερις πέντε φορές τη μέρα αστυνομικοί. Τα ναρκωτικά είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Ψάχνουν όλες τις κρυψώνες που τα βάζουν, στα παρτέρια, παντού».

Η αστυνομική παρουσία, όπως λέει, είναι πρόσφατη. «Δεν υπήρχε καμία αστυνόμευση μέχρι πρότινος. Περνούσαν πού και πού οι ΔΙ.ΑΣ., αλλά κι αυτοί απλά έκαναν βόλτα πάνω στην πλατεία κι έφευγαν». Δεν το χρεώνει στους αστυνομικούς. «Τα παιδιά εντολές είχαν».

Τι είναι αυτό που βλέπει; «Σοβαρή εγκληματικότητα». Περιγράφει μια πρόσφατη συμπλοκή που ξέσπασε εκεί. «Ξαφνικά γίνεται ένας σκοτωμός από το πουθενά. Κι αυτό που παρατήρησα είναι με τι βιαιότητα αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον». Ο ίδιος θεωρεί ότι τέτοιες συγκρούσεις –που είναι συχνές– σχετίζονται με τον έλεγχο της περιοχής και τη διακίνηση ναρκωτικών. Από κουβέντες με κόσμο της περιοχής, είναι κάπως σαν κοινό μυστικό ότι η πλατεία έχει γίνει στέκι διακίνησης.
Ρωτάω αν συνεχίζονται οι μεταναστευτικές ροές. «Βλέπεις συνέχεια ανθρώπους με αποσκευές εδώ. Πρόχειρες αποσκευές. Και περιμένουν συνέχεια κάποιους να τους παραλάβουν. Όμως αυτή τη στιγμή δεν είναι αυτό το πρόβλημα, αλλά η εγκληματικότητα. Έχει αυξηθεί πολύ. Δεν τα είχαμε αυτά παλιά».

Ο φόβος έχει αλλάξει και τις δικές του συνήθειες. «Παλιά έπινα ένα ποτάκι και διέσχιζα την πλατεία. Τώρα τι κάνω; Φοβάμαι. Εγώ, που είμαι τόσο εξοικειωμένος με όλη αυτή την εικόνα. Δεν συζητάω για την κόρη μου και τη γυναίκα μου, που, όταν φεύγουμε αργά από δω, αν δεν την πάω εγώ μέχρι το αυτοκίνητο, να βεβαιωθώ ότι έχει φύγει, δεν φεύγω».

Παρά τα όσα περιγράφει, συνεχίζει να επενδύει στη γειτονιά. Δεν το κάνει χωρίς φόβο. Αντιθέτως, στις επιλογές του διακρίνεται η ανησυχία για το ποιοι θα εγκατασταθούν δίπλα του. 

Η περιοχή έχει ένα ατού, τον τουρισμό. Το Αρχαιολογικό Μουσείο βρίσκεται σε μικρή απόσταση, το μετρό συνδέει τη Βικτώρια με το υπόλοιπο κέντρο, τα καταστήματα μπορούν να προσελκύουν επισκέπτες. Μα κι αυτό είναι εύθραυστο. Ο καταστηματάρχης θυμάται μια συμπλοκή που τρόμαξε τους πελάτες. «Ένα βράδυ που έγινε μια πολύ μεγάλη φασαρία, σηκώθηκαν κι έφυγαν όλοι. Τρομακτικό είναι. Είσαι τουρίστας, για ποιο λόγο να το ζήσεις;» 

Ένας γνωστός του που διαχειρίζεται διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης στην περιοχή τού έχει μεταφέρει ότι οι κρατήσεις έχουν υποχωρήσει και τα αρνητικά σχόλια πληθαίνουν. «Παρά τα λίγα μέτρα που μας χωρίζουν από το κέντρο της Αθήνας –το Αρχαιολογικό Μουσείο είναι δίπλα, δύο χιλιόμετρα η Ακρόπολη– είμαστε τελείως απομονωμένοι. Είναι σαν να είσαι κάπου αλλού. Εδώ είμαστε σαν στη Λωρίδα της Γάζας».

Η πλατεία Βικτωρίας παραμένει σημείο συνάντησης διαφορετικών κοινοτήτων, αλλά και πεδίο έντονων αντιθέσεων © John Calyvas

Ανάμεσα στον φόβο και την προκατάληψη

Ο πατέρας Νικόλαος είναι ιερέας ο οποίος λειτουργεί στον Άγιο Παντελεήμονα τα τελευταία 13 χρόνια. Δεν μένει στη γειτονιά, έρχεται όμως κάθε μέρα και γνωρίζει την περιοχή όσο λίγοι, έχοντας ζήσει μερικές από τις πιο φορτισμένες στιγμές της. Θυμάται ένα περιστατικό με πέντε γκαζάκια δεμένα με ταινία κι ένα φιτίλι, «για να μας τινάξουν στον αέρα». Αναφέρεται σε φωτιές που έφτασαν μέχρι τα καμπαναριά και υποστηρίζει ότι η αστυνομία παρενέβη σε περιστατικό με εμπρηστικούς μηχανισμούς. 

Τον συναντώ μια Κυριακή αμέσως μετά τη θεία λειτουργία κι ενώ η εκκλησία είναι γεμάτη από Γεωργιανούς που παρακολουθούν τη λειτουργία στη γλώσσα τους. Δεν είναι εύκολη η συζήτησή μας – ο ιερέας επανέρχεται συνεχώς στην ανάγκη προστασίας του ναού και των πιστών, αλλά είναι δύσπιστος, αδυνατεί να δεχτεί ότι κάποιος θα νοιαστεί για κείνους, οπότε έχει μια απροθυμία να μου ανοιχτεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, για να γίνει η Ανάσταση, πρέπει κάθε χρόνο να ειδοποιείται το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Αγρυπνία δεν μπορεί να κάνει. «Η μόνη αγρυπνία που γίνεται είναι η Ανάσταση. Και τη συντομεύουμε για να μπορέσουν οι άνθρωποι, τρεις τρεις, πέντε πέντε, να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους».

Η περιοχή γύρω από τον ναό έχει απασχολήσει την αστυνομία και για διακίνηση ναρκωτικών. Στις 14 Ιανουαρίου 2026, 5 άτομα συνελήφθησαν, κατηγορούμενα ότι διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες χρησιμοποιώντας ως κρυψώνα μια ειδικά τροποποιημένη υδρορροή της εκκλησίας. Το καλοκαίρι, περιγράφει, διάφοροι κάθονταν μπροστά στις πόρτες και οι πιστοί δεν μπορούσαν να μπουν στην εκκλησία. Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, ένας άντρας μπήκε στον ναό με μαχαίρι. Ο ιερέας κάλεσε την αστυνομία, πήραν τον εισβολέα στο τμήμα και, όπως λέει, σύντομα ο τελευταίος ήταν και πάλι έξω.

Ρωτώ αν γνωρίζει ποιοι ευθύνονται για τα περιστατικά που περιγράφει. Δεν απαντά ευθέως: «Δεν το ξέρουμε. Μπορεί να είναι Έλληνες, μπορεί να είναι ξένοι». Η κουβέντα πηγαίνει αναπόφευκτα στους μετανάστες. Ο πατέρας Νικόλαος θεωρεί ότι το ράσο προκαλεί αντιδράσεις «στους ξένους». Τον ρωτώ αν του έχουν πει κάτι, αν τον έχουν προπηλακίσει. Παραδέχεται ότι δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο στον ίδιο. Αναφέρει, όμως, περιστατικά ανθρώπων που γελούν όταν περνά ή σηκώνουν τα κινητά τους για να φωτογραφίσουν τις λιτανείες. «Όμως εδώ οι ξένοι ήρθαν σε ορθόδοξο κράτος», λέει.

Θυμάται ένα διαμέρισμα στη γωνία Πιπίνου και Αχαρνών, που, όπως υποστηρίζει, πουλήθηκε σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή, επειδή ο ιδιοκτήτης ήθελε πάση θυσία να φύγει. Το επιχείρημά του ήταν ότι «το παιδί του δεν μπορούσε να βλέπει μαύρους ανθρώπους όταν κατέβαινε για το σχολείο». Τον ρωτώ αν το πρόβλημα είναι απλώς η παρουσία Αφρικανών ή αν δημιουργούνται συγκεκριμένα προβλήματα. «Τότε έτσι είπε αυτός», απαντά.

Η συνομιλία αποκαλύπτει κάτι που συναντώ στη γειτονιά: πραγματικά περιστατικά βίας και παραβατικότητας συνυπάρχουν με φόβους που δεν στηρίζονται πάντοτε σε προσωπικές εμπειρίες. Η διάκριση δεν είναι εύκολη για τους ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται εδώ. Είναι όμως απαραίτητη για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει.
Τον ρωτάω αν έχει νιώσει κίνδυνο. «Κίνδυνο διατρέχουμε όλοι όσοι μένουμε εδώ», απαντά. Ο ίδιος ούτε στη λαϊκή της περιοχής δεν πηγαίνει. «Είναι δύσκολη η περιοχή».

Ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα, στο επίκεντρο μιας περιοχής που έχει βρεθεί επανειλημμένα στην επικαιρότητα για περιστατικά βίας και διακίνησης ναρκωτικών. Ο ιερέας και οι άνθρωποι της ενορίας περιγράφουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή λειτουργία του ναού

«Δεν έχω κινδυνεύσει, αλλά φοβάμαι»

Ο κ. Αντώνης, επίτροπος του ναού, μένει στην περιοχή 25 χρόνια. «Όσοι μετανάστες έχουν μαγαζιά είναι εντάξει», λέει, παρατηρώντας ότι αυτοί που προκαλούν προβλήματα είναι κυρίως νεότεροι άντρες, που περιφέρονται στους δρόμους. Αναφέρεται σε ανθρώπους από την Τυνησία και την Αίγυπτο. Ναρκωτικά ο ίδιος δεν έχει δει, αλλά συμπεραίνει ότι υπάρχει διακίνηση, καθώς έχει παρακολουθήσει πολλές φορές αστυνομικούς να ψάχνουν στην πλατεία, μέσα στα λουλούδια. Έχει ακούσει επίσης για αρπαγές τσαντών, για κλοπές αλυσίδων από ηλικιωμένους κ.ο.κ.

Τον ρωτώ αν έχει δεχτεί επίθεση, αν έχει δει συγκρούσεις, αν έχει κινδυνεύσει επιστρέφοντας στο σπίτι του.«Όχι, δεν έχω κινδυνεύσει. Αλλά κινούνται πάρα πολλοί ξένοι». Επιμένω: Τι σημαίνει «κινούνται»; Απλώς περπατούν στους δρόμους; Εξηγεί πως, όταν βλέπει μια ομάδα αντρών το βράδυ, φοβάται κι αλλάζει πορεία. «Όταν βλέπουμε πέντ’ έξι μαζί, ας πούμε, κι εγώ φοβάμαι το βράδυ. Περνώ από δίπλα. Μέχρι στιγμής δεν έχω πάθει τίποτα».

Η κατάσταση, σχολιάζει, είχε βελτιωθεί κάπως τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, πριν από περίπου έναν χρόνο, ήρθαν καινούργιοι στην περιοχή και ζόρισε πάλι. Όταν τον ρωτώ τι θα έλεγε στον πρωθυπουργό αν μπορούσε, η απάντησή του είναι ψύχραιμη. «Οι ροές δεν σταματάνε. Δεν πρόκειται να σταματήσουν, είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Θα ήθελα να διαμοιραστούν και σε άλλες περιοχές της Αθήνας».

Παρά τα προβλήματα, υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να επιλέγουν την περιοχή για να ζήσουν. Ορισμένοι νέοι κάτοικοι βλέπουν στη Βικτώρια μια πολυπολιτισμική γειτονιά με δυνατότητες, που δεν εξαντλείται στην εικόνα της εγκληματικότητας © John Calyvas

«Δεν μετανιώνω σε καμία περίπτωση»

Υπάρχει και η άλλη όψη. Ο Γιάννης Καλύβας έζησε 17 χρόνια στη Νέα Φιλαδέλφεια, αλλά είναι «λάτρης του κέντρου». Όταν ήρθε η ώρα ν’ αγοράσει σπίτι, έψαξε από τα Πετράλωνα ως τα Άνω Πατήσια και κατέληξε σ’ ένα στη Μιχαήλ Βόδα, κοντά στη Βικτώρια. Πριν το αποφασίσει, καθόταν επί τρεις εβδομάδες στον δρόμο μέχρι τις τρεις τέσσερις τα ξημερώματα, για να δει πώς είναι η γειτονιά τη νύχτα. «Εμένα μου λέγανε “να φύγεις, πού θα έρθεις εδώ;”». Ενάμιση χρόνο μετά, δεν έχει πρόβλημα. «Μου αρέσει».

Δεν εξωραΐζει τίποτα. Τα προβλήματα που βλέπει είναι οι τοξικοεξαρτημένοι και η καθαριότητα. «Οι κάδοι απορριμμάτων συνέχεια αδειάζουν από τοξικοεξαρτημένους που ψάχνουν στα σκουπίδια για να φάνε, για να βρουν διάφορα πράγματα – πάντα βλέπεις σκουπίδια στον δρόμο». Επιθέσεις ή βία δεν έχει δει. Νιώθει ασφαλής όταν επιστρέφει αργά τη νύχτα, γιατί το σπίτι του είναι σε σχετικά κεντρικό σημείο, ανάμεσα σε ξενοδοχεία. «Αν ήταν σε στενό, δεν θα το έπαιρνα».

Η γειτονιά γύρω του είναι, όπως λέει, μισοί Έλληνες, μισοί ξένοι, και στην περιοχή του Αγίου Παύλου πάρα πολλοί Έλληνες, οργανωμένοι σε μια ομάδα στο Facebook που ανεβάζει συνεχώς φωτογραφίες και προειδοποιήσεις του τύπου «εκεί γίνεται αυτό, εκεί μην πάτε». «Οι τοξικοεξαρτημένοι που περιφέρονται δεν είναι τόσοι όσοι στο Δημαρχείο της Αθήνας ή λίγο πιο κάτω, στη Μάρνη», λέει και συμπληρώνει: «Δεν μετανιώνω σε καμία περίπτωση για το ότι μένω εδώ».