Κοινωνια

Πυρετός το Σαββατόβραδο

Πότε ήταν μικρούλης και πότε έγινε 13 κι άρχισε να βγαίνει με τους φίλους του... Δεν συνηθίζεται εύκολα, όσο κι αν χαίρεσαι που μεγαλώνουν.

Στέφανος Δάνδολος
ΤΕΥΧΟΣ 1016
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένας πατέρας περιμένει τον 13χρονο γιο του στη Γλυφάδα ένα Σαββατόβραδο. Μια τρυφερή ματιά στην εφηβεία, την ανεξαρτησία και τις αγωνίες της πατρότητας.

Το ραντεβού με τους φίλους του είναι στην πλατεία Εσπερίδων μπροστά από τα Starbucks στις επτά και μισή. Είμαστε εκεί τρία λεπτά νωρίτερα. «Πάρε και το μπουφάν σου», του λέω. «Όχι, δεν κρυώνω», μου απαντάει. «Μπορεί να κρυώνεις πιο μετά». «Μπα, θα είμαι οκέι». «Καλώς, θα βρίσκομαι τριγύρω. Αν κρυώσεις, πάρε με να σου το φέρω». «Εντάξει, μπαμπά». «Να προσέχεις, έτσι;» «Ναι, μπαμπά». «Και να απαντάς στο τηλέφωνο». Τον αφήνω.

Παρακολουθώντας τον να ξεμακραίνει, νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά. Πότε ήταν μικρούλης και βλέπαμε «Charlie and the numbers» τέτοια ώρα τα Σάββατα, και πότε έγινε 13 κι άρχισε να βγαίνει με τους φίλους του. Δεν συνηθίζεται εύκολα, όσο κι αν χαίρεσαι που μεγαλώνουν. Βάζω πρώτη και προχωράω αργά, ενώ τον παρατηρώ από τον καθρέφτη. Έχει βρει την παρέα του. Στέκονται στο πεζούλι και μιλάνε χαμογελαστοί. Χαμογελάω κι εγώ. Ύστερα κοιτάζω το μπουφάν που δεν πήρε μαζί του. Το χαμόγελο σβήνει. Θα κρυώνει άραγε; Δεν θα κρυώνει; Ρίχνω μια ματιά έξω. Τα μισά παιδιά είναι με μπουφάν, τα άλλα μισά χωρίς. Τέλος πάντων, εδώ τριγύρω θα είμαι έτσι κι αλλιώς· αν κρυώνει, θα με ειδοποιήσει να του το πάω.

Στα πεζοδρόμια κόσμος πολύς. Η Γλυφάδα είναι τίγκα. Βρίσκω να παρκάρω επί της Γρηγορίου Λαμπράκη, κατόρθωμα για Σαββατόβραδο. Δεν ξέρω αν κι άλλοι μπαμπάδες κάνουν το ίδιο. Εγώ, προς το παρόν, δεν μπορώ να μη βρίσκομαι κάπου κοντά του. Πόσες φορές έχει βγει μόνος με τους φίλους του; Όχι πολλές. Το κέντρο της Γλυφάδας δεν είναι πια αυτό που ήταν. Τόσα ακούγονται. Για ξυλοδαρμούς, συμμορίες. Τις προάλλες έπιασαν έναν δεκαεπτάχρονο που πούλαγε μαύρο. Δεν είμαι ο Τσαρλς Μπρόνσον στο «Death Wish», αλλά κάτι να συμβεί, κάτι να χρειαστεί…

Βγαίνω από το αυτοκίνητο κι αρχίζω τον άσκοπο ποδαρόδρομο, γίνομαι ένα με την Generation Alpha, τους γεννηθέντες μεταξύ 2010 και 2013. Το χαίρομαι κατά βάθος. Είναι σαν να ξαναζώ τη δική μου εφηβεία στα ίδια ακριβώς μέρη. Σάββατο βράδυ, όπως το 1985, το ’86 και το ’87, που με τον Αλέκο, τον Χρήστο και τον Μιχάλη ανακαλύπταμε τον κόσμο και τους εαυτούς μας. Τότε που ξεκινούσαμε από το Άννα Ντορ με ταινία και καταλήγαμε στο Queen ή στο Royal για χάμπουργκερ και βάφλες. Βολτάραμε δίχως να κουραζόμαστε. Σαράντα χρόνια μετά, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ίδια γεωγραφία, άλλος κόσμος.

Κρατώ το μπουφάν του στα χέρια μου, μπας και μου τηλεφωνήσει. Η οδός Μεταξά πάλλεται από γέλια, φωνές. Εκατοντάδες έφηβοι του γυμνασίου συνειδητοποιούν ότι έχουν αφήσει προ πολλού πίσω τους τα τουβλάκια, το «Roblox» και την «Ντόρα την Εξερευνήτρια». Στην ουσία υποδύονται τους γονείς τους ή όποιο γονεϊκό πρότυπο έχουν. Άλλοι γελούν, άλλοι μιλούν έντονα, άλλοι φαίνονται πιο κλειστοί, πιο απόμακροι. Μα όλοι ξεπατικώνουν μια ηλικία μεγαλύτερη από τη δική τους, θέλουν να αποδείξουν ότι ανήκουν στο τώρα, στην παρέα, στο τοπίο που τους περιβάλλει.

Γωνία Μεταξά και Δούσμανη, αφήνομαι σ’ αυτό το απέραντο κύμα πυρετού που απαρτίζουν οι παρέες. Κάθομαι και τις χαζεύω. Ιδού η γενιά της ομοιομορφίας. Αισθητικά είναι όλες οι φυλές η εξής μία: ένα σκουρόχρωμο ποτάμι. Μαύρες μπλούζες και μαύρες φόρμες τα αγόρια, μαύρα μπουστάκια και μαύρα κολάν τα κορίτσια. Σπανίως βλέπεις μείξη αρσενικού και θηλυκού σ’ αυτή την ηλικία. Εκείνοι πάνε μόνοι τους, εκείνες πάνε μόνες τους. Στήνω αυτί. Τα κορίτσια έχουν κάτι πιο εμφατικό στη συμπεριφορά τους. «Όχι, δεν πρόκειται να συμβεί αυτό! Δεν πρόκειται!» λέει η 13χρονη Χ στη 13χρονη Ψ, και η 13χρονη Ψ απαντάει: «Και βέβαια δεν θα συμβεί! Αυτό έλειπε!».Μοιάζουν απόλυτες, όπως οι μανάδες τους. Στα αγόρια διακρίνεις μιαν αμυδρή αμφιβολία. «Τι λες; Να πάω;» λέει ο 13χρονος Χ στον 13χρονο Ψ, και ο 13χρονος Ψ απαντάει: «Μάλλον. Δεν ξέρω». Τριγύρω αστυνομικοί με άγρυπνο βλέμμα, ομάδες ΔΙ.ΑΣ. – είπαμε, τα κρούσματα είναι πολλά, η ζούγκλα του μαυροπίνακα ελλοχεύει.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Δεν είναι ο γιος μου, αλλά η μητέρα του. «Το φόρεσε το μπουφάν;» «Όχι». «Μα κάνει παγωνιά, θα ξυλιάσει». «Το έχω μαζί μου, άμα κρυώσει θα μου τηλεφωνήσει και θα του το πάω». «Μήπως να τον πάρεις εσύ; Μπορεί ήδη να κρυώνει». «Άσε, δεν θέλω να τον πρήξω, θα με ειδοποιήσει εκείνος». Με το μπουφάν στα χέρια, διανύω όλη την απόσταση από το ύψος του Αριάν μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο και ξαναγυρίζω πίσω. Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι κάτω από τους ευκάλυπτους στον δρόμο των ποιητών, που τώρα έχει πεζοδρομηθεί. Κάποτε εκεί πάρκαρε ο πατέρας μου. Στο παγκάκι είναι γραμμένο με λευκή μπογιά το εξής: «Όλι αρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας. Νίκος Εγγονόπουλος, Μπολιβάρ». Βλέπω κι άλλες παρέες. Καμιά τους, φυσικά, δεν γνωρίζει από Εγγονόπουλο – τέτοιοι ποιητές είναι για αργότερα στη ζωή, αν αγαπήσουν τη λογοτεχνία, τώρα οι έφηβοι το μόνο είδος ποίησης που αναγνωρίζουν είναι αυτό των ενστίκτων. «Πήγαινε, ρε, να της μιλήσεις», λέει ένας υψηλόσωμος χοντρούλης στον φίλο του. «Όχι, δεν πάω», λέει ο άλλος. «Πήγαινε, γιατί αλλιώς θα σε πάω εγώ». «Όχι, όχι». Ο υψηλόσωμος χοντρούλης τον παίρνει σηκωτό και τον αφήνει μπροστά σε μια έκπληκτη πριγκίπισσα. Γελάω. Τι ωραίο να είσαι δεκατριών.

Έπειτα συνειδητοποιώ ότι ο οδικός άξονας αυτής της σαββατιάτικης εξόδου είναι για την εν λόγω γενιά προκαθορισμένος αυστηρότατα. Ξεκινάει από τα Starbucks, επεκτείνεται προς τις κούνιες της παιδικής χαράς (δεν κάνουν κούνια, απλώς συζητάνε γύρω από τις κούνιες) και ύστερα περιλαμβάνει σταθμούς: είτε τα Friday’s πλησίον του δρόμου των ποιητών, είτε το ιστορικό Blanos διακόσια μέτρα πιο κάτω (εκεί πηγαίναμε κι εμείς το ’86), είτε τα MacDonald’s και τα KFC στο άλλο άκρο της πλατείας. Βαδίζουν ατέρμονα, πάνω κάτω, πάνω κάτω. Θα παίξουν μια παρτίδα μπόουλινγκ, αν είναι τυχεροί και δεν έχει μεγάλη αναμονή. Θα καθίσουν σε κάποιο πεζούλι. Θα φάνε fast food. Και αυτό ήταν.

Η ώρα όσο κρατάω το μπουφάν του δεν περνάει γρήγορα, γιατί σκέφτομαι ότι μπορεί να κρυώνει. Αλλά κάποια στιγμή, γύρω στις 8:15, μου τηλεφωνεί. «Μπαμπά, είμαι έξω από το Blanos, είσαι κοντά;» «Ναι», του απαντάω, κι ας είμαι ενάμισι χιλιόμετρο μακριά. «Μπορείς να μου φέρεις το μπουφάν; Κρυώνω». «Σου το φέρνω». Και ιδού ένας 56χρονος που δρασκελίζει τρέχοντας τους δρόμους και τις πλατείες μ’ ένα μπουφάν στα χέρια. Λίγα λεπτά αργότερα του το δίνω και το φοράει. «Ευχαριστώ», μου λέει μπροστά στους φίλους του («Ευχαριστώ, μπαμπάκα», θα μου έλεγε ίσως αν ήμασταν μόνοι μας, ωστόσο αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία των αγοριών από καταβολής κόσμου, όταν είσαι με τους κολλητούς, επικρατεί η ορολογία της ωρίμανσης). Φεύγω ξανά. Βρίσκω άλλο παγκάκι. Κοιτάζω το ρολόι μου. Τώρα ξέρω ότι η ώρα θα περάσει πολύ πιο γρήγορα, αφού δεν κρυώνει. Σε λίγο θα τον έχω στο αυτοκίνητο και θα γυρνάμε σπίτι.