Κοινωνια

Ο θάνατος του Θεού ως εγγυητή, ο Ευρωπαϊκός Νέο-Συντηρητισμός και το AfD

Πώς μπορεί η δημοκρατία να αντιμετωπίσει τον λαϊκισμό;

Νίκος Νικολινάκος
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ψυχαναλυτική ερμηνεία του πολιτικού φανατισμού: Πώς ο Νίτσε, ο Φρόυντ και ο Λακάν βοηθούν να ερμηνεύσουμε την άνοδο της ακροδεξιάς στη Γερμανία και την κρίση των αξιών στη σύγχρονη Ευρώπη.

Η Μεταφυσική Φιλοσοφική παράδοση ξεκινάει με τους αρχαίους Έλληνες (Παρμενίδης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης) και συνεχίζεται στον Διαφωτισμό (Καρτέσιος, Σπινόζα, Λάιμπνιτς, Καντ, Χέγκελ, Χάιντεγκερ). Σε αυτό το φιλοσοφικό σύστημα το ον Θεός λειτουργεί ως η αρχή που εγγυάται ότι ο κόσμος έχει νόημα, τάξη και ηθική συνέπεια. Ότι η αλήθεια δεν είναι απάτη, ότι ακόμη και το κακό εντάσσεται σε ένα ανώτερο σχέδιο, ότι αρετή και ευδαιμονία τελικά συμπίπτουν. Ο θεός είναι δηλαδή η εξωτερική εγγύηση που κρατά ενωμένο το ηθικό και το οντολογικό πεδίο. Οι θρησκείες του Αβραάμ (Εβραϊσμός, Χριστιανισμός, Μωαμεθανισμός) κινούνται σε αυτό το «υπερβατολογικό» πλαίσιο εμπλουτίζοντας το αφήγημά τους με ιστορικο-μυθολογικές αναφορές της περιοχής της Ιουδαίας και της Μέσης Ανατολής.

AfD και ευρωπαϊκός νεοσυντηρητισμός: Η ψυχολογία του ακροδεξιού λαϊκισμού

Ο Νίτσε (Friedrich Nietzsche)

Αυτή τη θέση θα έρθει να αμφισβητήσει ο Νίτσε δημιουργώντας ένα ρήγμα στη Μεταφυσική Φιλοσοφική κυριαρχία. Ο Νίτσε στο τέλος του 19ου αιώνα δεν λέει απλώς ότι «Ο θεός δεν υπάρχει». Μας λέει ότι η ίδια η ιδέα μιας «εξωτερικής αρχής» που μπορεί να εγγυηθεί έχει πλέον καταρρεύσει ως πεποίθηση. Η πασίγνωστη φράση «Ο Θεός είναι νεκρός» (Gottisttot) εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1882 στο έργο του «Η χαρούμενη επιστήμη» και επαναλαμβάνεται στο εμβληματικό του έργο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα».

Οι λόγοι και το χρονικό πλαίσιο αυτού του «θανάτου» συνοψίζονται στα εξής: στην άνοδο του Διαφωτισμού και των επιστημών και στην ίδια την αναζήτηση της αλήθειας που ανάγκασε τον άνθρωπο να εξετάσει κριτικά τη θρησκεία και να τη βρει ελλιπή.

Αυτό ανοίγει το χάσμα του μηδενισμού διότι, αν δεν υπάρχει πια εγγυητής, τότε οι αξίες μένουν χωρίς θεμέλιο. Η απάντηση που προτείνει έχει τη μορφή πρόσκλησης. Ο άνθρωπος γίνεται υπεράνθρωπος και καλείται να γίνει ο ίδιος νομοθέτης αξιών, χωρίς εξωτερική εγγύηση. Η πρότασή του είναι η «Θέληση για δύναμη» που είναι ο τρόπος λειτουργίας του σύμπαντος και είναι αυτό που αντικαθιστά τη θεϊκή τάξη ως αρχή οργάνωσης του νοήματος.

Η ψυχαναλυτική διέξοδος

Ο Φρόυντ (Το μέλλον μιας αυταπάτης, 1927) βλέπει τον θεό ως προβολή της πατρικής φιγούρας, μια ψυχική ανάγκη για προστασία και τάξη μπροστά στο άγχος της φύσης και του θανάτου. Η λειτουργία του «εγγυητή» δεν εξαφανίζεται με τον θάνατο του θεού, απλώς εσωτερικεύεται στο «υπερεγώ» που είναι τμήμα του ασυνείδητου, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του νόμου και της τιμωρίας μέσω της ενοχής.

Ο Λακάν το πάει πιο μακριά: το «Όνομα-του-Πατέρα» (Nom-du-père) είναι η συμβολική λειτουργία που εγγυάται τη συνοχή της γλώσσας και του νοήματος που ονομάζεται ο «Μεγάλος Άλλος». Ο θεός είναι ιστορικά το πιο τέλειο όνομα αυτής της λειτουργίας. Όταν πεθαίνει ο θεός, δεν χάνεται η ανάγκη για εγγυητή, μόνον μετατοπίζεται: ο «Μεγάλος Άλλος» γίνεται ελλιπής, οπότε και ασυνεπής. Δεν υπάρχει με την πλήρη έννοια, κι αυτό είναι δομικά το ίδιο κενό που περιγράφει ο Νίτσε. Για να αντιμετωπισθεί αυτό το «δομικό» πρόβλημα ο Ζακ Λακάν προτείνει την «ηθική της επιθυμίας» («να μην υποχωρείς ως προς την επιθυμία σου»). Αυτή είναι η δική του απάντηση στο ίδιο πρόβλημα. Δεν είναι μια νέα θεμελίωση αλλά ανάληψη της ευθύνης να ζει κανείς χωρίς εγγύηση, τοποθετώντας το υποκείμενο όχι σε σχέση με έναν νέο απόλυτο εγγυητή αλλά το ίδιο ως υπεύθυνο για την επιθυμία του.

Σαν σύνοψη θα λέγαμε ότι και οι τρεις οπτικές συγκλίνουν στο εξής: η «τάξη» που αποδιδόταν σε μια εξωτερική θεϊκή αρχή αποδεικνύεται προβολή μιας εσωτερικής ψυχολογικής ανάγκης (Φρόυντ), δομικής/συμβολικής (Λακάν) ή υπαρξιακής-αξιακής (Νίτσε). Η «θέση» του εγγυητή δεν καταργείται αλλά είτε παραμένει κενή (μηδενισμός/έλλειψη του Άλλου) είτε καλύπτεται από υποκατάστατα (υπερεγώ, ιδεολογίες, και «θάνατος του θεού» ως πρόσκληση αυτοδημιούργιας αξιών).

Ο φανατισμός ως συμπεριφορά

Ο φανατισμός μπορεί να διαβαστεί ως άρνηση της λακανικής έλλειψης: ο φανατικός χρειάζεται έναν Άλλον (αρχηγό, ιδεολογία, θρησκεία, ομάδα κ.λπ.) χωρίς ρωγμή, χωρίς αμφιβολία, εξ αυτού δεν ανέχεται καμία αμφισβήτηση στο σύστημά του, αφού αυτή θα αποκάλυπτε ό,τι ακριβώς προσπαθεί να αρνηθεί. Ο Νίτσε ονοματίζει το ίδιο φαινόμενο ως «παθητικό μηδενισμό» δηλαδή την αδυναμία να αντέξει κανείς την απουσία θεμελίου, που καταλήγει σε βίαιη, δογματική επαναβεβαίωση του απόλυτου νοήματος. Το συμπέρασμα είναι το ίδιο και με τις τρεις θεωρίες: όσο πιο βίαια χρειάζεται κανείς να υπερασπιστεί μια «βεβαιότητα», τόσο πιο έντονα φαίνεται η ανεπάρκειά της. Ο φανατισμός είναι σύμπτωμα ακριβώς της έλλειψης που προσπαθεί να αρνηθεί.

Ο ευρωπαϊκός νεο-συντηρητισμός και το AfD

Η βαθμιαία εκκοσμίκευση της δυτικής Ευρώπης (Διαφωτισμός, Νεωτερικοτητα, Μοντερνισμός κ.λπ.) αποδυνάμωσε τον παραδοσιακό εγγυητή νοήματος θεό χωρίς να τον αντικαταστήσει πλήρως. Τα καθεστώτα από την Γαλλική Επανάσταση και ύστερα δεν ζητούν μια υπερβατολογικη νομιμοποίηση, δεν είναι πλέον «ελέω θεού» αλλά «ελέω λαού». Σε αυτό το κενό που αντικειμενικά υπάρχει από τη μη πλήρη εκκοσμικευση, θεωρητικά ρεύματα πολιτικής ψυχολογίας (θεωρία του «λαϊκισμού» E. Laclau, C. Mouffe)* υποστηρίζουν ότι η αίσθηση απώλειας εγγύησης (ταυτότητας, ασφάλειας, προβλεψιμότητας) δημιουργεί χώρο για νέες μορφές απόλυτης βεβαιότητας (έθνος, λαός, ηγέτης) και ότι η εικόνα του «φανατικού άλλου» λειτουργεί ως σημείο εξωτερικής προβολής μιας εσωτερικής ανασφάλειας. Το μίσος και η μνησικακία ακολουθούν από κοντά μιας και εμπλέκονται πάντα στα ζητήματα ανάμιξης πληθυσμών με διαφορετικές ταυτότητες αλλά και στις περιπτώσεις σχέσεων μεταξύ εθνών. Αυτή είναι η ψυχαναλυτική ερμηνευτική άποψη ενώ άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις δίνουν προτεραιότητα σε υλικούς παράγοντες (οικονομική ανασφάλεια, στέγαση, θεσμική δυσπιστία κ.λπ.) αντί σε ψυχαναλυτικές εξηγήσεις.

Ανεξάρτητα από τη θεωρητική ερμηνεία, τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν σημαντική άνοδο: το AfD πέτυχε ένα ιστορικό ρεκόρ 29% στις πρόσφατες εκλογές του Σεπτέμβρη στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία αφήνοντας εκτός τοπικής βουλής τους Χριστιανοδημοκράτες του CDU, ενώ άλλη δημοσκόπηση της INSA το τοποθέτησε επίσης στο 29% σε πανεθνική κλίμακα. Άλλη έρευνα του ARD (Broadcast radio, television and online) αποκαλύπτει τη διάχυτη ανησυχία που τροφοδοτεί αυτή την άνοδο: το 69% θεωρεί μεγάλο τον κίνδυνο ισλαμιστικών επιθέσεων, το 71% υποστηρίζει την επέκταση συνοριακών ελέγχων, ενώ ταυτόχρονα το 59% τάσσεται υπέρ πανευρωπαϊκής λύσης στο μεταναστευτικό — δείχνοντας ότι η κοινή γνώμη δεν είναι μονολιθική. Σε άλλη δημοσκόπηση, το 19% όσων στρέφονται προς το AfD δήλωσε ότι μια αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική θα μπορούσε να τους αποτρέψει, στοιχείο που δείχνει τη μετανάστευση ως κεντρικό αλλά όχι αποκλειστικό παράγοντα. Σημειώνεται επίσης ότι η γερμανική υπηρεσία εσωτερικών πληροφοριών χαρακτήρισε το κόμμα ως επιβεβαιωμένη ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση, χαρακτηρισμό που το AfD αμφισβητεί δικαστικά.

O ακροδεξιός λαϊκισμός του AfD

Η ιστορική διαδρομή του AfD περιγράφει τη μεταμόρφωσή του από ένα αρχικά ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, που ιδρύθηκε το 2013 με επίκεντρο την κρίση του ευρώ, σε κόμμα της ριζοσπαστικής δεξιάς με έντονα λαϊκιστικά, εθνικιστικά και αντιμεταναστευτικά στοιχεία. Η στροφή αυτή επιταχύνθηκε μετά το 2015. Στα πρώτα της χρόνια, η αντιπαράθεση είχε οργανωθεί γύρω από τους πολίτες, απέναντι στα παλιά κόμματα, την κυβέρνηση, τις Βρυξέλλες και τις οικονομικές ελίτ.

Μετά το 2015, όμως, άλλαξε η αντιπαράθεση και δεν γινόταν πλέον μόνο με τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Επεκτείνεται όλο και περισσότερο στον μετανάστη, στον πρόσφυγα, στο Ισλάμ, στις πολιτικές της Μέρκελ, στην ΕΕ και γενικότερα σε ό,τι παρουσιαζόταν ως απειλή για τη γερμανική εθνική κοινότητα. Ουσιαστικά η λαϊκιστική λογική συνδέθηκε με μια εθνικιστική λογική. Συμπερασματικά, ο λαϊκισμός κατασκευάζει το «εμείς/αυτοί» απλουστεύοντας την πολυπλοκότητα μιας διαιρεμένης κοινωνίας και η ιδεολογία προσδιορίζει τελικά ποιοι είναι οι «εμείς» και ποιοι οι «αυτοί».

Στην περίπτωση του AfD το «εμείς» πήρε σε σημαντικό βαθμό τη μορφή της γερμανικής εθνικής κοινότητας. Η δε επίκληση του λαού εργαλειοποιείται από την ακροδεξιά ηγεσία του AfD με σκοπό τον αποκλεισμό ομάδων ή την υπονόμευση των πολιτικών δικαιωμάτων του συνόλου της κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση ο λαϊκισμός μετατρέπεται σε αντιδραστικό.

Ας δούμε τώρα πώς λειτουργεί αυτή η διεργασία ψυχαναλυτικά. Το υποκείμενο δυσκολεύεται να αντέξει την έλλειψη γιατί θέλει να ξέρει ποιος είναι, ποιοι είναι «οι δικοί του», ποιος φταίει για αυτό που του λείπει, που ενδεχομένως του το έχουν κλέψει.

Ο λαϊκιστικός λόγος μπορεί να προσφέρει ακριβώς αυτή τη συμβολική οργάνωση ως εξής: «Εμείς» είμαστε ο Λαός και «Αυτοί» είναι εκείνοι που μας εμποδίζουν να είμαστε αυτό που θέλουμε να είμαστε. Το κοινωνικό έλλειμμα αποκτά έτσι ένα πρόσωπο. Η πολιτική σύγκρουση γίνεται ευκολότερα κατανοητή όταν η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε αντιπαράθεση. Δεν χρειάζεται πλέον να αντιμετωπίσουμε την πολυπλοκότητα μιας διαιρεμένης κοινωνίας, όλα γίνονται απλούστερα διότι υπάρχει ένα «Εμείς» και υπάρχει ένα «Αυτοί».

Η αντιμετώπιση του λαϊκισμού μπορεί να γίνει μέσω μιας «δημοκρατικής πολιτικής» που δεν καταργεί το «εμείς/αυτοί». Προσπαθεί να μετατρέψει τον ανταγωνισμό σε πολιτική αντιπαράθεση θέσεων μεταξύ αντιπάλων, αντί να τον αφήσει να παραμένει μια σχέση εχθρών που πρέπει να εξαλειφθούν. Έτσι η απειλή για την ίδια την ταυτότητα του «Λαού» παύει να γίνεται απόλυτη και ζήτημα υπαρξιακής αντιπαράθεσης.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο αντικρουόμενες αναγνώσεις που αξίζει να παρατεθούν χωρίς να κριθεί ποια κερδίζει: Μια άποψη θεωρεί ότι η ανησυχία για «δεξιά συντηρητική ριζοσπαστικοποίηση» απαντά σε πραγματικά περιστατικά βίας, στην υπονόμευση θεμελιωδών δυτικό-ευρωπαϊκών πολιτισμικών συντεταγμένων και δεν είναι απλώς μια ψυχολογική μαζική αντίδραση.

Από την άλλη μια κριτική άποψη θεωρεί ότι η ακροδεξιά λαϊκίστικη ρητορική που δημιουργεί φανατισμό γενικεύει μια μικρή μειοψηφία σε ολόκληρη την κοινωνία, λειτουργώντας ακριβώς όπως περιγράφει το ψυχαναλυτικό μοντέλο, ως εξωτερίκευση εσωτερικής πολιτισμικής ανασφάλειας δυσανάλογης προς το πραγματικό μέγεθος της απειλής. Το μέλλον θα μας δείξει ποια προσέγγιση ταιριάζει περισσότερο με την πραγματικότητα.

Καταλήγοντας: Είναι καταστατική συνθήκη στις δημοκρατικές κοινωνίες ότι «δεν πρέπει να παύεις να αναζητάς μαζί με τους άλλους έναν κοινό κόσμο».

(*) Ernesto Laclau (Ερνέστο Λακλάου, 1935-2014): O Ερνέστο Λακλάου καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς θεωρητικούς με το βιβλίο «Hegemony and SocialStrategy» (1985) που συνέγραψε με τη Σαντάλ Μουφ (Chantal Mouffe). Ο Λακλάου δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε πολλά πανεπιστήμια στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία, και τη Νότια Αφρική. Τα τελευταία χρόνια κατείχε θέσεις στο SUNY Buffalo και το Northwestern University των ΗΠΑ.
Κυριότερα έργα του: Politics and Ideology in Marxist Theory (NLB, 1977), Hegemony and Socialist Strategy (μαζί με την Chantal Mouffe) (Verso, 1985), New Reflections on the Revolution of our Time (Verso, 1990), The Making of Political Identities (επιμελητής) (Verso, 1994), Emancipation(s) (Verso, 1996), Contingency, Hegemony, Universality (μαζί με την Judith Bulter και τον Slavoj Žižek) (Verso, 2000), On Populist Reason (Verso, 2005), The Rhetorical Foundations of Society (Verso, 2014).