Κοινωνια

Η Άννα Βίσση και τα 95.000 βλέμματα

Όταν το παρελθόν δεν επιστρέφει, αλλά τραγουδάει

Νίκος Νικολινάκος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Άννα Βίσση, ΟΑΚΑ και «Κοινωνία του Θεάματος»: όταν η μουσική, η εικόνα και η νοσταλγία γίνονται συλλογική εμπειρία

Δεν ήταν απλώς μια συναυλία. Ήταν επιπλέον ένα μαζικό γεγονός δημιουργίας αναμνήσεων και ταυτόχρονα μια τεράστια παραγωγή εικόνων και video τις οποίες θα συνεχίσουμε να βλέπουμε για καιρό αφού ήδη κατακλύζουν τα Social Media.

Εκείνο το βράδυ στο ΟΑΚΑ, η Άννα Βίσση βρέθηκε μπροστά σε περίπου 95.000 ανθρώπους, αλλά το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο της βραδιάς ίσως να μην ήταν μόνο η ίδια. Ήταν το κοινό. Eνα πλήθος που τραγουδούσε, θυμόταν, κινηματογραφούσε και μέσα από την εικόνα της Βίσση έβλεπε κάτι από τη δική του ζωή (Ότι έχω ζήσει το έχει πει η Βίσση).

Η συναυλία της Άννας Βίσση στο ΟΑΚΑ και η «Κοινωνία του θεάματος»

Η σκηνή, οι οθόνες, τα φώτα, η τεχνολογία και κυρίως η συνάντηση και ο διάλογος της σημερινής Βίσση με την ΑΙ ψηφιακή αναπαράσταση της 17χρονης Βίσση μετέτρεψαν το παρελθόν σε ένα είδος παρόντος. Κάπου εδώ η ποπ/λαϊκή κουλτούρα συναντά τον Γκι Ντεμπόρ και το έργο του «Η Κοινωνία του Θεάματος»* γραμμένο το 1967. Για τον Γκι Ντεμπόρ, το θέαμα δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή παράσταση. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο οργανώνονται οι κοινωνικές σχέσεις με τους ανθρώπους να συναντιούνται μέσα από εικόνες.

Αυτό ακριβώς συνέβη στην συναυλία. Το βράδυ της συναυλίας η Αννα Βίσση δεν ήταν μόνο μια τραγουδίστρια πάνω στη σκηνή. Ήταν το κέντρο μιας τεράστιας παραγωγής εικόνων και video, στην οποία συμμετείχε και το ίδιο το κοινό. Οι 95.000 άνθρωποι που τραγουδούσαν, σήκωναν τα κινητά τους και ενώ φωτίζονταν από τις οθόνες γίνονταν και οι ίδιοι μέρος του θεάματος. Η συναυλία δεν ήταν μόνο αυτό που συνέβαινε μπροστά τους. Μέσα από τις γιγαντιαίες οθόνες έβλεπαν και τους εαυτούς τους να συμμετέχουν σε αυτό το θέαμα.

Η Βίσση ως εικόνα και συλλογική μνήμη

Όμως εδώ μπορεί να τεθεί η ερώτηση: Τι αναζητά ο θεατής μέσα στην εικόνα; Γιατί η Βίσση δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα για όλους. Για κάποιον είναι ένας παλιός έρωτας, για άλλον η εφηβεία, για άλλον ένας άνθρωπος ή μια εποχή που χάθηκε.

Το ίδιο τραγούδι μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και να είναι απολύτως προσωπικό για τον καθένα. Η εικόνα, επομένως, γίνεται μια επιφάνεια πάνω στην οποία προβάλλεται η επιθυμία. Η Βίσση δεν είναι απαραίτητα αυτό που επιθυμούμε. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να επιθυμήσουμε, εκείνο το άπιαστο «κάτι» που κινεί την επιθυμία χωρίς ποτέ να μπορεί να την ολοκληρώσει.

Στη συναυλία μπορεί να είναι η νεότητα, ένας παλιός έρωτας, ένας χαμένος άνθρωπος, ένας παλιός εαυτός. Κανένα τραγούδι δεν μπορεί να μας επιστρέψει πραγματικά ό,τι χάθηκε. Μπορεί όμως να δημιουργήσει για λίγα λεπτά μια σκηνή (Φαντασίωση) μέσα στην οποία μπορούμε να το ξανασυναντήσουμε.

Εδώ το παράδοξο είναι ότι ο θεατής ξέρει ότι βρίσκεται μπροστά σε μια τεράστια σκηνοθεσία. Ξέρει ότι τα φώτα, οι οθόνες, η τεχνολογία και η είσοδος της σταρ αποτελούν μέρος ενός σχεδιασμένου θεάματος αλλά παρ' όλα αυτά συγκινείται. Δηλαδή δεν χρειάζεται να πιστεύουμε ότι η εικόνα είναι αυθεντική για να λειτουργήσει πάνω μας. Μπορούμε να ξέρουμε ότι είναι κατασκευασμένη και, παρ' όλα αυτά, να απολαμβάνουμε μέσω αυτής.

Η ψηφιακή επιστροφή στη νεότητα

Το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της βραδιάς ήταν η συνάντηση της σημερινής Βίσση με την ψηφιακή αναπαράσταση της 17χρονης Βίσση. Εδώ η τεχνολογία αγγίζει κάτι βαθύτερο από το να εντυπωσιάσει, σπρώχνει την ανθρώπινη επιθυμία να επιστρέψει στο παρελθόν. Η 17χρονη Βίσση υπήρξε πραγματικά.

Η εικόνα της όμως που εμφανίζεται σήμερα είναι μια ψηφιακή εικονική κατασκευή. Δεν είναι το παρελθόν. Είναι το παρελθόν που εμφανίζεται ως παρόν, η εικόνα που αποκτά αυτονομία. Η ψηφιακή Βίσση δεν μας γυρνάει στη νεότητα. Το παρελθόν δεν επιστρέφει παρά μόνον ως εικόνα και η συγκίνηση που προκαλεί είναι απολύτως πραγματική.

Και με τη μουσική τι γίνεται; Όταν αφαιρέσουμε για λίγο τις οθόνες, τα φώτα, την τεχνολογία, τη νοσταλγία και το γεγονός των 95.000 θεατών, τι μένει από την καθαυτό μουσική τέχνη; Μια μεγάλη παραγωγή δεν ακυρώνει από μόνη της τη καλλιτεχνική αξία της συναυλίας.

Η φωνή, η ερμηνεία, η σκηνική παρουσία, οι ενορχηστρώσεις, και η ικανότητα ενός καλλιτέχνη να μεταδίδει συναίσθημα παραμένουν τα κύρια στοιχεία της μουσικής πράξης. Και στην περίπτωση της Βίσση η αντοχή του ρεπερτορίου της στον χρόνο είναι αποδεδειγμένη με τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές εποχές και που εξακολουθούν να τραγουδιούνται χωρίς να έχουν γίνει αναμνήσεις.

Το κοινό λοιπόν συνεχίζει και τα τραγουδά και αυτό δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της εικόνας. Είναι και αποτέλεσμα μιας μουσικής μνήμης που έχει δημιουργηθεί μέσα από την πορεία της τραγουδίστριας εδώ και κάμποσες δεκαετίες.

Από την άλλη, η ίδια η υπερπαραγωγή θέτει ένα αισθητικό ερώτημα. Ο καταιγισμός από εικόνες και video μπορεί να ενισχύσει τη μουσική μπορεί όμως και να την πνίξει. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο όπου ο Ντεμπόρ συναντά τη μουσική κριτική δηλαδή ότι η αξία ενός καλλιτεχνικού γεγονότος δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το μέγεθος του θεάματός του.

Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι πρόκειται απλώς για «αλλοτρίωση» ή για ένα ακόμη παράδειγμα της κοινωνίας του θεάματος. Όμως οι 95.000 άνθρωποι δεν κοιτούσαν απλώς μια εικόνα. Τραγουδούσαν μαζί. Για λίγες ώρες, ένα τεράστιο πλήθος αγνώστων ανθρώπων συγχρονίστηκε μέσα στον ίδιο ρυθμό, στους ίδιους στίχους και στην ίδια συγκίνηση.

Το θέαμα, λοιπόν, μπορεί ταυτόχρονα να απομακρύνει από την πραγματικότητα και συγχρόνως να δημιουργεί μια πραγματική συλλογική εμπειρία. Και υπάρχει ένα ακόμη παράδοξο, ότι μέσα σε ένα πλήθος 95.000 ανθρώπων ο καθένας μπορεί να αισθάνεται μοναδικός. «Αυτό είναι το δικό μου τραγούδι», «Αυτό μου θυμίζει τη δική μου ζωή».

Και την ίδια στιγμή, χιλιάδες άλλοι αισθάνονται ακριβώς το ίδιο. Ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγάλες αντιφάσεις αλλά και το ατού της μαζικής κουλτούρας, να παράγει μαζικά την αίσθηση της προσωπικής μοναδικότητας.

Τώρα λοιπόν που τα φώτα του ΟΑΚΑ έσβησαν και η φαντασμαγορική σκηνή αποσυναρμολογήθηκε πρέπει να αναρωτηθούμε ποιο μπορεί τελικά να ήταν το πραγματικό αντικείμενο της συναυλίας; Δεν ήταν μόνο η Μουσική, αλλά και ο Χρόνος.

Για λίγες ώρες, το παρελθόν παρουσιάστηκε σαν να μπορούσε να επιστρέψει. Δεν επέστρεψε. Αλλά αναπαραστάθηκε τόσο πειστικά ώστε να μπορέσουμε να το νιώσουμε. Και αυτό αφήνει ένα ερώτημα που ξεπερνά την Άννα Βίσση και αφορά ολόκληρη την εποχή της εικόνας: Όταν μια κατασκευασμένη εικόνα μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε τέτοια συγκίνηση για κάτι που έχει χαθεί, γιατί να χρειάζεται άραγε αυτή η εικόνα να είναι αληθινή;

*Στην "Κοινωνία του θεάματος" -που κυκλοφόρησε το 1967-, ο GuyDebord εκθέτει συνεκτικά τους τρόπους λειτουργίας της σύγχρονης κοινωνίας όπως διαμορφώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και γιγαντώνεται, παροξυσμικά και παρανοϊκά, έως τις μέρες μας.

Μισό αιώνα μετά την πρώτη του έκδοση, αυτό το μοναδικό βιβλίο παραμένει δυναμικά επίκαιρο. Γράφει ο Debord: «Το θέαμα δεν μπορεί να εννοηθεί ως κατάχρηση ενός κόσμου της όρασης, ως το προϊόν των τεχνικών μαζικής διάχυσης εικόνων. Είναι μάλλον μια Weltanschauung [κοσμοθεώρηση] που έγινε πραγματική, που εκφράστηκε υλικά. Είναι μια θεώρηση του κόσμου που έγινε αντικειμενική)».