Κοινωνια

Δεν είναι φυλακές. Είναι γραφεία μεγαλοεγκληματιών.

Ο εγκλεισμός τους δεν προστατεύει την κοινωνία. Προστατεύει τους ίδιους από τους ανταγωνιστές τους ενώ ταυτόχρονα τους επιτρέπει να κάνουν ό,τι θα έκαναν αν ήταν ελεύθεροι.

Μάνος Βουλαρίνος
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η υπόθεση Αλκέτ Ριζάι, η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη, οι άδειες κρατουμένων, η ασφάλεια στις φυλακές και τα όρια των δικαιωμάτων των καταδίκων.

Ο καταδικασμένος για τη δολοφονία δυο ανθρώπων εγκληματίας Αλκέτ Ριζάι είχε βγει από τη φυλακή με άδεια. Ήταν η 16η άδεια που του χορηγήθηκε τα τελευταία χρόνια προκειμένου η ψυχούλα του δολοφόνου να μην πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Το ότι εκτός από δολοφονίες είχε και δύο αποδράσεις να επιδείξει δεν φάνηκε να κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντικό και σίγουρα όχι σημαντικότερο από την ικανοποίηση της επιθυμίας του. Από αυτή του την άδεια λοιπόν ο δολοφόνος –που κανείς δεν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να φοράει ένα βραχιολάκι εντοπισμού– δεν γύρισε στη φυλακή αλλά, όπως είπε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη (όταν ρωτήθηκε από τους Οικονόμου - Πιτταρά στον ΣΚΑΙ), «θα κάθεται έξω να κάνει τι;».

Και πιθανότατα ο υπουργός να έχει δίκιο αφού οι φυλακές για τους επικίνδυνους εγκληματίες λειτουργούν περισσότερο ως προστατευόμενα αρχηγεία παρά ως χώροι απομόνωσης για την προστασία της κοινωνίας. Από ό,τι μαθαίνουμε η φυλάκιση δεν εμποδίζει τους μεγαλοεγκληματίες να κάνουν τις δουλειές τους και να κινούν τα νήματα των εγκληματικών επιχειρήσεών τους. Ο εγκλεισμός τους δεν προστατεύει την κοινωνία. Προστατεύει τους ίδιους από τους ανταγωνιστές τους ενώ ταυτόχρονα τους επιτρέπει να κάνουν ό,τι θα έκαναν αν ήταν ελεύθεροι.

Μιλώντας για τη (μιντιακή) δραστηριότητα την οποία είχε μέσα από τη φυλακή ένας άλλος κατάδικος, ο Ηλίας ο Κασιδιάρης, ο σύντροφος Χρυσοχοΐδης είπε «ο Κασιδιάρης πρώτον, όπως όλοι οι κρατούμενοι, έπαιρνε άδειες, δεύτερον έχει δικηγόρο, τρίτον με τα σημερινά τεχνικά μέσα όλα αυτά είναι τόσο εύκολα να γίνουνε» επιβεβαιώνοντας την απροθυμία της πολιτείας να προστατεύσει την κοινωνία. Απροθυμία που μοιάζει να έχει γίνει κοινός τόπος για όλους μας έτσι ώστε κανείς να μην αναρωτιέται για τα πιο απλά: Γιατί ένας δολοφόνος να παίρνει άδεια; Γιατί έναν καταδικασμένος ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης να μπορεί να τηλεφωνεί σε εκπομπές μέσα από τη φυλακή; Γιατί οι δικηγόροι που μπαίνουν στη φυλακή να μην ερευνώνται εξονυχιστικά και γιατί η συνομιλία με τον πελάτη τους να μη γίνεται από απόσταση; Γιατί η συνομιλία τους να μην καταγράφεται;

Η απάντηση σε αυτά και σε άλλα πολλά «γιατί» θα επικαλείται τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Μόνο που σε αυτά ως άνθρωποι λογίζονται μόνο οι εγκληματίες. Οι υπόλοιποι που δεν εγκληματούν δεν έχουν δικαίωμα προστασίας ή, ακόμα κι αν έχουν, αυτό είναι υποδεέστερο των δικαιωμάτων των εγκληματιών να συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους μέσα από τη φυλακή.

Και είναι απολύτως λογικό.

Η εγκληματική δράση, οι άδειες, οι δυνατότητες πρόωρης αποφυλάκισης, το μάξιμουμ του εγκλεισμού και τόσα άλλα δικαιώματα τα οποία απολαμβάνουν μέχρι και οι κατά συρροή δολοφόνοι, δημιουργούν ανάγκη για δικηγορική εργασία. Και το επάγγελμα το οποίο εκπροσωπείται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στο κοινοβούλιο είναι αυτό του δικηγόρου. Γιατί λοιπόν να μη ντυθούν με τον μανδύα των ανθρώπινων δικαιωμάτων όλα όσα αυξάνουν τον κύκλο εργασιών του συγκεκριμένου επαγγέλματος; Κορόιδα είναι οι νομοθέτες; Και μπράβο τους.