Κοινωνια

Η γειτονιά δεν αναβαθμίζεται όταν διώχνει τους ανθρώπους της

Οι αναπλάσεις, οι επενδύσεις και η άνοδος των αξιών δεν αρκούν. Η πραγματική επιτυχία κρίνεται από το ποιο@ ωφελείται, ποιο@ συμμετέχει και ποιο@ μπορεί να παραμείνει.

Γιάννης Καλαντζάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αστική ανάπτυξη και αναπλάσεις: γιατί η πραγματική επιτυχία κρίνεται από τη στέγαση, τη συμμετοχή των κατοίκων και τη μείωση των ανισοτήτων.

Ένας δρόμος πεζοδρομείται. Οι προσόψεις βάφονται. Ανοίγουν δύο καινούργια καφέ, ένα κατάστημα με προσεγμένο design και ένα μικρό ξενοδοχείο. Η γειτονιά αρχίζει να εμφανίζεται συχνότερα στα κοινωνικά δίκτυα. Οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν. Όλοι μιλούν για αναβάθμιση.

Λίγο αργότερα, όμως, το παλιό παντοπωλείο κλείνει. Μια οικογένεια που νοίκιαζε το ίδιο σπίτι για δεκαπέντε χρόνια αναζητεί κατοικία μακρύτερα. Μια νέα εργαζόμενη διαπιστώνει ότι δεν μπορεί πλέον να ζήσει κοντά στον χώρο εργασίας της. Η γειτονιά γίνεται πιο ελκυστική, αλλά όχι απαραίτητα για τους ανθρώπους που την έκαναν γειτονιά.

Είναι αυτό ανάπτυξη;

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο την Αθήνα. Αφορά τη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο και κάθε ελληνική πόλη στην οποία συναντώνται νέες επενδύσεις, τουριστική πίεση, δημόσια έργα, αύξηση των αξιών και ένα ήδη οξύ στεγαστικό πρόβλημα.

Στην Ελλάδα, το 29% του πληθυσμού των πόλεων ζούσε το 2024 σε νοικοκυριά όπου το κόστος κατοικίας ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος - το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχισαν να αυξάνονται και το πρώτο τρίμηνο του 2026, κατά 5,7% σε ετήσια βάση πανελλαδικά.

Οι αριθμοί αυτοί περιγράφουν μια τάση, αλλά δεν μας λένε, όμως, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σε κάθε γειτονιά.

Μια περιοχή μπορεί να εμφανίζει υψηλότερο μέσο εισόδημα επειδή βελτιώθηκε η οικονομική θέση των κατοίκων της. Μπορεί, όμως, να εμφανίζει το ίδιο αποτέλεσμα επειδή οι οικονομικά ασθενέστερ@ έφυγαν και αντικαταστάθηκαν από ανθρώπους υψηλότερου εισοδήματος.

Μια πρόσφατη ανάλυση του Brookings θέτει το ερώτημα με σχεδόν αφοπλιστική απλότητα: Ανάπτυξη, αλλά για ποιον; Προτείνει να μη μετράμε μόνο πόσα κεφάλαια επενδύθηκαν ή πόσο αυξήθηκαν οι αξίες, αλλά και αν οι υφιστάμεν@ κάτοικοι απέκτησαν καλύτερη ζωή, αν μπορούν να παραμείνουν στη γειτονιά και αν έχουν πραγματική φωνή στις αποφάσεις που την αλλάζουν.

Αυτή η διάκριση λείπει συχνά από τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε και αξιολογούμε τις ελληνικές πόλεις.

Μετράμε τα τετραγωνικά μέτρα μιας ανάπλασης, τα δέντρα που φυτεύτηκαν, τα έργα που ολοκληρώθηκαν και τα χρήματα που απορροφήθηκαν. Σπανιότερα μετράμε αν μειώθηκε το στεγαστικό βάρος, αν επέζησαν οι μικρές τοπικές επιχειρήσεις, αν οι ηλικιωμέν@ μπορούν να παραμείνουν στην περιοχή τους ή αν ένα νέο ζευγάρι μπορεί να βρει σπίτι εκεί.

Δεν αρκεί, επίσης, να καλούμε τους κατοίκους σε μία διαβούλευση.

Η συμμετοχή δεν κρίνεται από το πόσ@ κάθισαν σε μια αίθουσα ή συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο. Κρίνεται από το αν οι παρατηρήσεις τους άλλαξαν κάτι στην τελική απόφαση.

Υπάρχουν ήδη θετικές προσπάθειες συμμετοχικού σχεδιασμού, όπως η «Ανοιχτή Γειτονιά 15 λεπτών» του Δήμου Αθηναίων, όπου οι κάτοικοι εργάστηκαν πάνω στους χάρτες των περιοχών τους και πρότειναν διαδρομές και παρεμβάσεις. Το επόμενο βήμα είναι να γνωρίζουμε ποια από αυτά που ακούστηκαν εφαρμόστηκαν και ποιο αποτέλεσμα παρήγαγαν.

Η απάντηση δεν είναι να αντιμετωπίσουμε κάθε επένδυση ως απειλή. Μια πόλη που δεν επενδύει παρακμάζει. Μια πόλη, όμως, που επενδύει χωρίς να παρακολουθεί ποιοι ωφελούνται μπορεί απλώς να μεταφέρει τις ανισότητες από τη μία γειτονιά στην άλλη.

Στο Urban Policy Lab θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζουμε την αστική αλλαγή: έναν «Παλμό της Γειτονιάς». Ένα εργαλείο που δεν θα δίνει απλώς ακόμη έναν συνολικό βαθμό, αλλά θα παρακολουθεί τέσσερα απλά ερωτήματα.

Πού κατευθύνονται οι επενδύσεις; Ποιοι μπορούν να παραμείνουν; Ποιοι έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, πράσινο, μεταφορές και υγεία; Και ποιοι διαθέτουν πραγματική ισχύ στις αποφάσεις;

Τα στοιχεία υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό αλλά είναι κατακερματισμένα. Βρίσκονται σε δήμους, δημόσιες υπηρεσίες, απογραφές, άδειες, τιμές ακινήτων και περιβαλλοντικές μετρήσεις. Εκείνο που λείπει είναι η σύνθεσή τους σε ένα εργαλείο έγκαιρης προειδοποίησης και δημόσιας λογοδοσίας, προκειμένου να παρεμβαίνουμε πριν μια γειτονιά γίνει απρόσιτη. Όχι αφού έχουν ήδη φύγει οι άνθρωποί της.

Μια γειτονιά δεν βελτιώνεται όταν γίνονται ωραιότερα τα κτίριά της ενώ η ζωή των ανθρώπων της γίνεται πιο δύσκολη.

Και ασφαλώς δεν αναβαθμίζεται όταν εκείν@ δεν μπορούν πλέον να μείνουν σε αυτήν.