Κοινωνια

Μπήκαμε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, είδαμε πώς ψηφιοποιείται η μνήμη της Ελλάδας

Η μνήμη του κράτους έγινε ψηφιακή - δεν χωρά πια μόνο σε χαρτί. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους ολοκληρώθηκε ένα από τα μεγαλύτερα έργα ψηφιοποίησης στην Ελλάδα

Λουκάς Βελιδάκης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Περισσότερες από 110 εκατομμύρια ψηφιακές λήψεις, επτά αιώνες ιστορίας και μια νέα ψηφιακή πύλη που θα επιτρέπει σε πολίτες και ερευνητές να αναζητούν τεκμήρια από οπουδήποτε στον κόσμο

Στα υπόγεια των Γενικών Αρχείων του Κράτους δεν ακούγεται σχεδόν τίποτα. Μόνο ο χαρακτηριστικός ήχος των σαρωτών που γυρίζουν αργά σελίδες εκατοντάδων ετών. Οι αρχειονόμοι ελέγχουν με προσοχή έγγραφα πριν αυτά περάσουν μπροστά από ειδικές κάμερες υψηλής ανάλυσης.

Ένα βασιλικό διάταγμα του 19ου αιώνα, μια διοικητική πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, ένα ενετικό έγγραφο από την Κέρκυρα. Κάθε σελίδα φωτογραφίζεται, τεκμηριώνεται και αποκτά πλέον μια δεύτερη ζωή στο ψηφιακό περιβάλλον.

Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα έργα ψηφιοποίησης που έχει πραγματοποιήσει ποτέ το ελληνικό Δημόσιο. Περισσότερες από 110 εκατομμύρια ψηφιακές λήψεις, περίπου 2.200 αρχειακές ενότητες και 300.000 φάκελοι από την Κεντρική Υπηρεσία και τις 57 περιφερειακές υπηρεσίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους ψηφιοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου που χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης. 

Δεν πρόκειται απλώς για ένα μεγάλο έργο πληροφορικής - είναι μια προσπάθεια να προστατευθεί και να γίνει προσβάσιμη η ίδια η μνήμη του ελληνικού κράτους.

Ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος στο γραφείο του στο κτίριο των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Η μνήμη του κράτους σε 110 εκατομμύρια λήψεις

«Εδώ συγκεντρώνονται τα αρχεία κατά βάση του κρατικού μηχανισμού. Εδώ διαφυλάσσουμε τη μνήμη του κράτους», λέει στην ATHENS VOICE ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Δημήτρης Σωτηρόπουλος.

«Και αυτή η μνήμη δεν αφορά μόνο τους ιστορικούς. Το κράτος βασίζεται στη μνήμη του για να λειτουργεί. Εδώ θα αναζητηθεί μια παλιά διοικητική απόφαση, ένας τίτλος ιδιοκτησίας, στοιχεία για μια δικαστική υπόθεση ή ακόμη και πληροφορίες για ένα οικογενειακό γενεαλογικό δέντρο».

Αρχεία όλων των υπουργείων, της κεντρικής διοίκησης, κανονικά από τη στιγμή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Η υπηρεσία συγκροτήθηκε το 1914, με πρωτοβουλία του Γιάννη Βλαχογιάννη, «ενός μανιακού συλλέκτη αρχείων της Επανάστασης». Ήταν ο πρώτος που διέγνωσε τη σημασία τους - και η προσωπική του συλλογή ήταν αυτή που συγκρότησε την πρώτη αρχειακή συλλογή των ΓΑΚ. Έπεισε τον Βενιζέλο.

Είχε υποστηρικτή και χρηματοδότη τον Μπενάκη, που του έδινε χρήματα για να αγοράζει συλλογές από ιδιώτες ή να ταξιδεύει και να τις εντοπίζει - «γιατί αυτός δεν ήταν ένας άνθρωπος που διέθετε μέσα, φτωχός άνθρωπος ήταν. Όμως είχε αυτή την ευαισθησία».

Έναν αιώνα μετά, ο Σωτηρόπουλος περιγράφει την αποστολή τους: «Είμαστε οι θεματοφύλακες της μνήμης του κράτους, διότι το κράτος βασίζεται στη μνήμη του και για κρίσιμες λειτουργίες του τρέχοντος χρόνου».

Οι δύο στόχοι

Ήδη από την πρώτη δεκαετία του 2000 υπήρχε ψηφιοποιημένο υλικό, πολύ μικρότερο, αναρτημένο στον λεγόμενο Αρχειομνήμονα - οι παλαιότερες κυρίως συλλογές. Αυτό που άλλαξε ήταν η κλίμακα και το χρήμα.

Ήταν ιδέα του Κυριάκου Πιερρακάκη, «ο οποίος ερχόταν από δύο σύμπαντα»: το ψηφιακό, ως πληροφορικός, και το ανθρωπιστικό. «Κατάλαβε την προτεραιότητα που πρέπει να έχει αυτό το πράγμα και το ενέταξε μέσα στα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Οπότε και τον ευχαριστούμε πολύ, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό και δεν ξέρω και πότε θα μπορέσει να ξανασυμβεί». Αναφέρει και τη Σοφία Ζαχαράκη, «η οποία το στήριξε μέχρι τέλους».

Δύο ήταν οι στόχοι. Ο ένας, η πρόσβαση. «Αντί να έρθεις εδώ, μπορείς να το δεις από το σπίτι σου. Δημοκρατικότερη πρόσβαση, γιατί μπορεί να είσαι σε κάποια άλλη πόλη της Ελλάδας, στην άλλη άκρη». Ή εκτός Ελλάδας. Η διασπορά, «μερικά εκατομμύρια ακόμα άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να έχουν επίσης ενδιαφέρον» και καμία δυνατότητα να έρθουν.

Το υλικό είναι ανοιχτό, με τις εξαιρέσεις που επιβάλλει το GDPR -εκεί θα χρειαστεί ενδεχομένως να κρυφτούν ονόματα- και με ορισμένες κλειστές συλλογές που ανοίγουν μόνο με απόφαση του εκάστοτε υπουργού Παιδείας.

Και με μια διευκρίνιση: δεν έρχονται όλα εδώ. Το υπουργείο Εξωτερικών κρατά το δικό του αρχείο. Το ίδιο και το ΓΕΕΘΑ. «Άρα εκεί έχουμε ορισμένες ειδικές κατηγορίες αρχείων, τα οποία για λόγους προφανείς ακολουθούν μια λίγο διαφορετική πολιτική».

Ο δεύτερος στόχος είναι διαφορετικής υφής: Προστασία από κινδύνους - φωτιά, φαινόμενα κλιματικής καταστροφής κάθε είδους, «ακόμα και πόλεμος». Πέρυσι ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος επισκέφθηκε το Κίεβο και τα αντίστοιχα Γενικά Αρχεία του Κράτους της Ουκρανίας. «Πήγα εκεί έτσι λίγο περιχαρής να τους πω ότι εμείς προχωράμε ένα τεράστιο πρόγραμμα ψηφιοποίησης, 110 εκατομμύρια».

Οι Ουκρανοί του ανέφεραν έναν πολλαπλάσιο αριθμό -γύρω στα 500 εκατομμύρια- και το είχαν ήδη κάνει. Και είχαν προχωρήσει και σε κάτι ακόμα: την κατασκευή ενός υπόγειου καταφυγίου όπου θα φυλάσσονταν οι πιο κρίσιμες συλλογές τους, «για να προστατευτούν ενόψει πιθανού χτυπήματος».

Το ίδιο κάνουν και οι Πολωνοί, «που είναι στην πρώτη γραμμή του πυρός», και γενικότερα η Ευρώπη. «Αυτά τα ζητήματα αποκτούν μια προτεραιότητα, ακριβώς διότι οι καιροί αλλάζουν. Δεν είναι δεδομένο τίποτα, ζούμε στην περίοδο της μεγάλης αβεβαιότητας».

«Σκέψου ένα κράτος το οποίο ξαφνικά σβήνεται όλη του η μνήμη». Είναι σαν έναν υπολογιστή που χάνει τα πάντα - «τώρα όσον αφορά σε ένα κράτος είναι πολλαπλάσιο, σε βαθμό ασύλληπτο».

«Είναι ζήτημα διασφάλισης της συνέχειας του κράτους. Διότι όταν λέμε κράτος, εννοούμε κάτι το οποίο έχει συνέχεια στον χρόνο - και τη συνέχεια στον χρόνο ποιος τη δίνει και ποιος τη διασφαλίζει;» Το παρελθόν του. «Εδώ βρισκόμαστε σε αυτό που θα μπορούσες να πεις, στην ψυχή του κράτους».

1384

Το πώς έγινε, πρακτικά, αναλαμβάνει να μας το εξηγήσει η Νατάσα Δικοπούλου, αρχειονόμος στα ΓΑΚ για πάνω από είκοσι χρόνια και επιχειρησιακή συντονίστρια της ψηφιακής δράσης. Τα μεγέθη: 110 εκατομμύρια σελίδες από αρχεία που φυλάσσονται στα ΓΑΚ σε όλη την Ελλάδα, σε 57 σημεία συν την κεντρική υπηρεσία. Περίπου 2.200 αρχειακές ενότητες, που αντιστοιχούν σε 300.000 φακέλους. «Αυτό σκεφτείτε ότι μπορεί να αντιστοιχεί σε ένα 20% των αποκτημάτων μας. Άρα έχουμε δρόμο πολύ».

Το φυσικό αντικείμενο καλύπτει εύρος επτά αιώνων. Το παλαιότερο αρχείο ξεκινά το 1384: το αρχείο της Εγχωρίου Διαχειρίσεως, από τα ΓΑΚ Κέρκυρας, αρχείο της ενετικής διοίκησης «που ξεκίνησε τότε και είχε συνεχή παρουσία ως φορέας μέχρι το 1929». Από τους Ενετούς πέρασαν αυτοκρατορικοί Γάλλοι, Άγγλοι, δημοκράτες Γάλλοι, Ιόνιο Κράτος.

«Γενικά είναι αρχεία τα οποία δείχνουν, αν θέλετε, τη συνεχή πορεία της διοίκησης, ανεξάρτητα των κυριαρχιών και της ίδρυσης του ελληνικού κράτους».

Η Νατάσα Δικόπουλου

Στα εργαστήρια, άνθρωποι σκανάρουν με προδιαγραφές, καθημερινά, δεκαέξι ώρες τη μέρα – από εκεί πέρασε ο μεγαλύτερος όγκος. Παράλληλα γινόταν και η τεκμηρίωση: τι είναι το έγγραφο, τι πληροφορίες περιλαμβάνει, λέξεις-κλειδιά. Έχουν ενσωματωθεί ήδη και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, που φιλτράρουν πολύ πιο γρήγορα και «σου δίνουν και άλλες ενδεχομένως δυνατότητες».

Ο σκοπός, σημειώνει ο Σωτηρόπουλος, είναι να πάει αυτό μακρύτερα. «Το έργο της ψηφιοποίησης μπορεί να τελειώνει εδώ, αλλά το έργο της αξιοποίησης δεν έχει τελειώσει».

Πέρα από τη σάρωση, αναπτύχθηκε ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα: το αποθετήριο που θα βλέπουν πολίτες και ερευνητές, σύστημα διαχείρισης και διακίνησης εγγράφων, το εσωτερικό σύστημα για τα μεταδεδομένα, το μητρώο φορέων και παραγωγών αρχείων, η διαδικτυακή πύλη, το σύστημα υποδοχής αιτήσεων από πολίτες, επιχειρήσεις και δημόσια διοίκηση. «Είμαστε έτοιμοι να καλύπτουμε αυτοματοποιημένα και online πλέον σχεδόν το σύνολο των υπηρεσιών μας», λέει η Δικοπούλου. 

Η ηλεκτρονική διεύθυνση θα ανακοινωθεί σε λίγο καιρό. Το νέο αποθετήριο δεν έχει «βαφτιστεί» ακόμα.

Το χαρτί δεν μας έχει προδώσει

Θα αντικαταστήσει το χαρτί; «Όχι, δεν σημαίνει ότι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους σταματούν να δίνουν και τη φυσική πρόσβαση», λέει η Δικοπούλου. «Εμείς εδώ δεν ψηφιοποιούμε και αποχωριζόμαστε, καθαρίζουμε ή πετάμε. Ό,τι υπάρχει εδώ μέσα είναι για να διατηρηθεί στο διηνεκές».

Ο Σωτηρόπουλος πάει το επιχείρημα ένα βήμα πιο πέρα. Σε ένα αρχείο «δεν έχει σημασία μόνο η πληροφορία, αλλά και το μέσο που φέρει την πληροφορία. Το ίδιο το χαρτί, η γραφή, τα υλικά». Ο ερευνητής εξακολουθεί να έχει λόγο να έρθει. Οι υπόλοιποι -αυτός που ψάχνει το γενεαλογικό του δέντρο, ο απόγονος στην Αυστραλία που θέλει να δει τι έκανε ο παππούς του- δεν χρειάζεται.

Παρότι δηλώνει υπέρ της τεχνολογίας, στέκεται εκεί: «Το χαρτί δεν μας έχει προδώσει μέχρι τώρα». Μια ανακάλυψη πέντε αιώνων και βάλε, που με λίγη συντήρηση αντέχει. «Δεν είμαι βέβαιος ότι πρέπει να απαλλαγούμε εντελώς από το χαρτί. Για να προετοιμάσει καλύτερα το μέλλον, πρέπει κανείς να έχει έναν καλό συνδυασμό παραδοσιακού και σύγχρονου».

Στους διαδρόμους και στις τουαλέτες

Γι' αυτό, μαζί με την ψηφιοποίηση, το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδότησε και ένα έργο storage: ασφαλής αποθήκευση των ενεργών και μη ενεργών αρχείων της διοίκησης, από ιδιωτικές εταιρείες με οργανωμένες αποθήκες. 

Όποιος έχει επισκεφθεί υπουργείο, τα έχει δει στοιβαγμένα στους διαδρόμους, στις τουαλέτες, σε τεράστιους φακέλους. «Δεν είναι θέμα μόνο αισθητικής και εικόνας». Το κράτος δεν έχει κουλτούρα αρχείου - «είναι κάτι που δεν έχει κατακτηθεί πλήρως».

Το Ταμείο έβαλε μπροστά τη συνήθεια. Από εκεί και πέρα, τα υπουργεία θα πρέπει να τη χρηματοδοτούν μόνα τους.

Η υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα

Γιατί μετρά όλο αυτό, το δείχνει καλύτερα ένα παράδειγμα: ο φάκελος διεκδίκησης των Μαρμάρων. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Σωτηρόπουλο, ήδη από την εποχή του Όθωνα η ελληνική διοίκηση είχε συγκροτήσει φάκελο με επιχειρήματα για την επιστροφή τους από το Λονδίνο.

Μόλις η Ακρόπολη ανακηρύσσεται μνημείο και παύει να είναι φρούριο, η οθωνική διοίκηση συγκροτεί φάκελο, τον οποίο παίρνει ο τότε πρέσβης στο Λονδίνο. «Αν διαβάσει κανείς εκείνα τα έγγραφα, θα διαπιστώσει ότι πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα είναι ουσιαστικά τα ίδια». 

Η ιστορία μιας κρατικής διεκδίκησης σχεδόν δύο αιώνων αποτυπώνεται μέσα στους φακέλους των ΓΑΚ. Δύο χρόνια δούλευαν πάνω του. «Αλλά τι μας δείχνει αυτό; Μας δείχνει τη συνέχεια του κράτους».

Το 80% που μένει

Μένει το πιο δύσκολο. Το επόμενο 80% των αποκτημάτων, που κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια πόσο είναι - και που μεγαλώνει διαρκώς. Επίσης, η μετάβαση σε αρχεία που γεννιούνται ηλεκτρονικά. «Είναι ένα πολύ μεγάλο στοίχημα αυτό», λέει η Δικοπούλου. 

Το πώς το κατάφεραν - το έργο έπιασε ορόσημα, χρόνο και στόχους- ο Σωτηρόπουλος το αποδίδει στο προσωπικό, όχι στη διοίκηση. Αρχειονόμοι και ιστορικοί, «άνθρωποι πολύ αφοσιωμένοι. Δεν έχουν την κουλτούρα του δημοσίου υπαλλήλου». «Γίνεσαι αρχειονόμος γιατί κάτι σε ψήνει», καταλήγει.

***

Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος (Αθήνα, 1972-) είναι καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Επίσης είναι Πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) και Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για την Διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη (ΟΗΤΕ), του Συμβουλίου της Ευρώπης ενώ είναι και Γραμματέας Σύνταξης της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ. Αρθρογραφεί συχνά στον ΤΥΠΟ ενώ τελευταίο του βιβλίο (μαζί με τον Ευ. Χατζηβασιλείου), “Στρεβλή πορεία, 1960-1974. Πολιτική και κουλτούρα από την δικτατορία στην δημοκρατία” (Μεταίχμιο, 2024).