Κοινωνια

Καλοκαίρι και ενδοοικογενειακή βία

Τι γνωρίζουμε για τη σύνδεση κλιματικής αλλαγής και έμφυλης βίας

Παναγιώτα Μπαλή
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πέρα από τη σωματική υγεία: Πώς οι καύσωνες επηρεάζουν τις οικογενειακές αλλά και γενικά τις ανθρώπινες σχέσεις

Το καλοκαίρι συνδέεται συνήθως με διακοπές, ξεκούραση και περισσότερο χρόνο με την οικογένεια. Ωστόσο, για ορισμένους ανθρώπους, οι θερμότεροι μήνες δεν αποτελούν περίοδο ηρεμίας, αλλά περίοδο αυξημένου κινδύνου. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερες επιστημονικές μελέτες διερευνούν κατά πόσο οι υψηλές θερμοκρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα σχετίζονται με αυξημένα περιστατικά ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας. Η σχέση αυτή, όμως, είναι πιο σύνθετη απ' όσο ίσως φανταζόμαστε.

Διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι κατά τις περιόδους έντονης ζέστης ή καύσωνα καταγράφονται περισσότερες καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας, αυξημένες κλήσεις σε γραμμές υποστήριξης θυμάτων και μεγαλύτερη συχνότητα περιστατικών συντροφικής βίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, έχει παρατηρηθεί ότι μετά την έναρξη ενός καύσωνα αυξάνονται αρχικά οι κλήσεις στις τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας, ενώ στη συνέχεια καταγράφεται αύξηση και στα περιστατικά ακραίας μορφής βίας.

Η ζέστη, ωστόσο, δεν «προκαλεί» τη βία. Η άσκηση βίας αποτελεί πάντοτε προσωπική επιλογή και αποκλειστική ευθύνη του δράστη. Οι υψηλές θερμοκρασίες δεν μετατρέπουν έναν άνθρωπο σε κακοποιητή. Μπορούν, όμως, να λειτουργήσουν ως επιβαρυντικός παράγοντας που αυξάνει την ένταση και τον κίνδυνο σε σχέσεις όπου ήδη υπάρχουν έλεγχος, επιθετικότητα ή κακοποιητικές συμπεριφορές.

Πώς εξηγείται, όμως, αυτή η σχέση; Η έντονη ζέστη επηρεάζει τόσο τη φυσιολογία όσο και την ψυχολογία του ανθρώπου, προκαλώντας δυσφορία, ευερεθιστότητα, κόπωση και μειωμένη ικανότητα αυτοελέγχου. Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες διαταράσσουν συχνά τον ύπνο, γεγονός που συνδέεται με αυξημένη συναισθηματική ένταση και δυσκολία στη διαχείριση των συγκρούσεων. Θεωρίες, όπως η «υπόθεση θερμοκρασίας-επιθετικότητας» (temperature-aggression hypothesis), υποστηρίζουν ότι η σωματική δυσφορία που προκαλεί η ζέστη μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αυξήσει την πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικών συμπεριφορών.

Από την άλλη πλευρά, το καλοκαίρι συνοδεύεται συχνά από αλλαγές στην καθημερινότητα που ενδέχεται να αυξήσουν το στρες μέσα στην οικογένεια. Τα σχολεία κλείνουν, τα παιδιά παραμένουν περισσότερες ώρες στο σπίτι, οι γονείς καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες απαιτήσεις φροντίδας, ενώ η οικονομική πίεση μπορεί να ενταθεί λόγω των εξόδων για διακοπές, μετακινήσεις ή ακόμη και του αυξημένου κόστους ψύξης της κατοικίας. Παράλληλα, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ σε κοινωνικές εκδηλώσεις και οι περισσότερες ώρες συνύπαρξης μέσα στο ίδιο περιβάλλον μπορούν να επιδεινώσουν τις υπάρχουσες δυσλειτουργικές σχέσεις.

Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να έχουν και οι κοινωνικές ανισότητες. Άτομα που ζουν σε νοικοκυριά με περιορισμένους οικονομικούς πόρους, σε κατοικίες χωρίς επαρκή μέσα κλιματισμού ή σε περιοχές που πλήττονται περισσότερο από το φαινόμενο της «αστικής θερμικής νησίδας» (urban heat island), φαίνεται να επηρεάζονται δυσανάλογα από τις υψηλές θερμοκρασίες. Οι συνθήκες αυτές ενδέχεται να δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα των οικογενειών και να περιορίζουν την πρόσβαση σε πόρους και υποστηρικτικά δίκτυα, αυξάνοντας την ευαλωτότητα απέναντι στη βία.

Καθώς η κλιματική αλλαγή οδηγεί σε συχνότερους και εντονότερους καύσωνες, οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται μόνο στη σωματική υγεία ή στο φυσικό περιβάλλον. Επηρεάζουν και την ψυχική υγεία, τις κοινωνικές σχέσεις και, ενδεχομένως, τη συχνότητα ορισμένων μορφών βίας. Για τον λόγο αυτό, οι πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τη διάσταση της έμφυλης και της ενδοοικογενειακής βίας, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους ιδιαίτερα υψηλών θερμοκρασιών.

Η ενδοοικογενειακή βία, βέβαια, δεν είναι εποχικό φαινόμενο ούτε μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Οι υψηλές θερμοκρασίες δεν αποτελούν την αιτία της. Η καλύτερη κατανόηση της σχέσης μεταξύ υψηλών θερμοκρασιών και ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη αποτελεσματικότερων στρατηγικών πρόληψης, στην ενίσχυση των υπηρεσιών υποστήριξης και, τελικά, στην προστασία των θυμάτων.