- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι loneliness influencers και τι θέλουν να μας πουν
Δεν έχουμε πάψει να είμαστε κοινωνικά όντα. Έχουμε αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε
Loneliness influencers: η νέα ψηφιακή τάση που μετατρέπει τη μοναχικότητα σε τρόπο ζωής και αποκαλύπτει πώς αλλάζουν οι ανθρώπινες σχέσεις.
Ας ξεκινήσουμε από το κοινότοπο, που όμως παραμένει αληθινό: η επιδημία της εποχής μας είναι η μοναξιά. Δεν πρόκειται πια για μια ποιητική μεταφορά, αλλά για ένα ζήτημα δημόσιας υγείας. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο άνοιας, καρδιαγγειακών νοσημάτων, κατάθλιψης και συνολικής επιβάρυνσης της ψυχικής και σωματικής υγείας. Κι όμως, την ίδια στιγμή που όλοι μιλούν για την ανάγκη να ξαναβρούμε τις ανθρώπινες σχέσεις, εμφανίζεται μια καινούργια ψηφιακή τάση που μοιάζει να υμνεί ακριβώς το αντίθετο.
Για αυτήν ενημερώθηκα τυχαία ακούγοντας ένα podcast των New York Times. Εκεί άκουσα για τους λεγόμενους loneliness influencers – ή, όπως προτιμούν αρκετοί, solitude influencers. Και ήδη εδώ υπάρχει μια σημαντική διάκριση. Άλλο η μοναξιά (loneliness), η οποία βιώνεται ως έλλειψη και πόνος, κι άλλο η μοναχικότητα (solitude), που μπορεί να είναι συνειδητή επιλογή, χώρος ηρεμίας και αυτογνωσίας.
Ποιοι είναι λοιπόν οι loneliness influencers;
Στην πλειονότητά τους πρόκειται για νέες γυναίκες από εικοσιτεσσάρων μέχρι τριάντα ετών που έχουν δημιουργήσει λογαριασμούς στο Instagram και στο TikTok, όπου καταγράφουν την καθημερινότητά τους ζώντας μόνες. Μαγειρεύουν, φροντίζουν τα φυτά τους, διαβάζουν βιβλία, πίνουν το βραδινό τους τσάι, περνούν τα Σαββατόβραδά τους στον καναπέ βλέποντας μια ταινία. Δηλώνουν ότι δεν αναζητούν σύντροφο, ότι δεν τις απασχολεί το φλερτ, πως δεν αισθάνονται την ανάγκη για κοινωνική ζωή όπως αυτή ορίζεται παραδοσιακά. Η ανεξαρτησία γίνεται ταυτόχρονα στάση ζωής και δημόσιο αφήγημα.
Ομολογώ ότι στην αρχή χάρηκα. Μου φάνηκε μια ενδιαφέρουσα αντίδραση στην αδιάκοπη πίεση να είμαστε διαρκώς κοινωνικοί, διαρκώς διαθέσιμοι, διαρκώς σε σχέση με κάποιον. Χάρηκα ακόμη περισσότερο όταν άκουσα μία από τις πιο γνωστές εκπροσώπους αυτής της τάσης να λέει: «Men die quicker, we live sicker». Οι γυναίκες, υποστήριζε, κουβαλούν ήδη δυσανάλογο ψυχικό και συναισθηματικό βάρος. Γιατί λοιπόν να συνεχίζουν να επιβαρύνονται και από σχέσεις που τις εξαντλούν; Η λύση είναι το σπίτι. Ο προσωπικός τους ναός. Εκεί όπου δεν χρειάζεται να φροντίζουν κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό τους.
Πήγα, σχεδόν αντανακλαστικά, να συγκρίνω τη δική μου γενιά με τη δική τους. Να πω ότι στα είκοσι τέσσερά μου αναζητούσα μόνο το «έξω», τους ανθρώπους, τις παρέες, την αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει συνεχώς. Αλλά αυτό θα ήταν το πιο εύκολο επιχείρημα. Και το πιο άχρηστο. Κάθε γενιά διαμορφώνεται από διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Δεν έχει νόημα να μετράμε ποια έζησε «σωστά» ή «καλύτερα».
Εκεί που άρχισα πραγματικά να προβληματίζομαι ήταν αλλού.
Όσο περισσότερο παρακολουθούσα αυτά τα προφίλ, τόσο περισσότερο μου φαινόταν ότι κάτι δεν ταίριαζε. Αυτές οι γυναίκες δηλώνουν πως έχουν επιλέξει να αποσυνδεθούν από τους ανθρώπους, όμως περνούν ένα μεγάλο μέρος της μέρας τους μιλώντας σε εκατοντάδες χιλιάδες αγνώστους. Υπερασπίζονται την ιδιωτικότητά τους, ενώ ταυτόχρονα δημοσιοποιούν κάθε στιγμή αυτής της ιδιωτικότητας. Υμνούν τη ζωή μακριά από τις κοινωνικές απαιτήσεις, όμως η επαγγελματική τους επιτυχία εξαρτάται από τη συνεχή προσοχή των άλλων.
Και τότε αναρωτήθηκα: πρόκειται πράγματι για μοναχικότητα; Ή μήπως για μια διαφορετική μορφή κοινωνικότητας; Η σύγχρονη κοινωνιολογία έχει έναν όρο γι' αυτό: παρακοινωνικές σχέσεις (parasocial relationships). Πρόκειται για σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα σε έναν δημιουργό περιεχομένου και στο κοινό του. Ο θεατής νιώθει ότι γνωρίζει τον άλλον, ότι συμμετέχει στη ζωή του, ενώ στην πραγματικότητα η σχέση αυτή δεν είναι αμοιβαία. Είναι ασφαλής, ελεγχόμενη και δεν απαιτεί τίποτε από τις δύο πλευρές πέρα από την προσοχή.
Υπάρχει, βέβαια, κάτι βαθιά απελευθερωτικό στην ικανότητα να μένει κανείς μόνος. Να γυρίζεις σπίτι και να απολαμβάνεις τη σιωπή. Να διαβάζεις ένα βιβλίο, να μαγειρεύεις μόνο για σένα, να βλέπεις μια ταινία χωρίς να χρειάζεται να γεμίσεις κάθε λεπτό με παρέες και υποχρεώσεις. Η μοναχικότητα, όταν είναι επιλογή και όχι αναγκαστική συνθήκη, είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας. Σημαίνει ότι μπορείς να αντέχεις τον εαυτό σου.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι παύουν να είναι απαραίτητοι. Ο άνθρωπος δεν εξελίχθηκε για να ζει μόνος. Ο εγκέφαλός μας διαμορφώθηκε μέσα από τη συνεργασία, τη φιλία, τον έρωτα, την οικογένεια, τις μικρές και μεγάλες κοινότητες. Χρειαζόμαστε κάποιον να μας ακούσει όταν φοβόμαστε, να γελάσει μαζί μας όταν κάτι είναι αστείο, να μας διορθώσει όταν κάνουμε λάθος, να μας παρηγορήσει όταν αποτυγχάνουμε. Αυτές είναι εμπειρίες που καμία οθόνη, όσο διαδραστική κι αν είναι, δεν μπορεί να αναπαράγει πλήρως.
Η αυτονομία, επομένως, δεν είναι το αντίθετο της σχέσης. Είναι η προϋπόθεση μιας καλής σχέσης. Να μπορείς να είσαι καλά μόνος σου, αλλά να επιλέγεις συνειδητά να μοιραστείς τη ζωή σου με άλλους ανθρώπους.
Ίσως λοιπόν το ενδιαφέρον δεν είναι ότι οι loneliness influencers είναι μόνες· αλλά ότι δεν είναι ποτέ πραγματικά μόνες. Έχουν απλώς αντικαταστήσει τις σύνθετες, απρόβλεπτες και συχνά κουραστικές σχέσεις του πραγματικού κόσμου με μια ψηφιακή κοινότητα, την οποία μπορούν να ελέγχουν πολύ περισσότερο.
Δεν θεωρώ ότι υπάρχει απαραίτητα κάτι μεμπτό σε αυτό. Ούτε πιστεύω ότι όλες αυτές οι γυναίκες υποκρίνονται. Αντίθετα, πολλές πιθανότατα εκφράζουν μια αυθεντική ανάγκη για ηρεμία, αυτονομία και προστασία από σχέσεις που τις τραυμάτισαν ή τις εξάντλησαν – αν και αναρωτιέμαι, πότε πρόλαβαν στα είκοσί τους χρόνια να τραυματιστούν τόσο πολύ από αποτυχημένες σχέσεις ώστε να μη θέλουν να σχετιστούν ποτέ ξανά. Είναι και χαρακτηριστικό της γενιάς τους αυτό, να επιδιώκουν λιγότερα, να «έχουν το κεφάλι τους ήσυχο». Η «σιωπηλή παραίτηση» (quiet quiting) ως φαινόμενο που χαρακτηρίζει τη στάση ζωής αυτής της γενιάς, έχει αναλυθεί αρκετά ήδη.
Ωστόσο, το φαινόμενο αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για την εποχή μας. Δεν έχουμε πάψει να είμαστε κοινωνικά όντα. Έχουμε αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε. Ακόμη και όταν διακηρύσσουμε την αυτάρκειά μας, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε το βλέμμα του άλλου. Μόνο που σήμερα αυτό το βλέμμα δεν προέρχεται απαραίτητα από έναν φίλο που κάθεται απέναντί μας, αλλά από χιλιάδες μάτια πίσω από μια οθόνη.
Ίσως, τελικά, οι loneliness influencers να μη μας μιλούν για τη μοναχικότητα. Ίσως μιλούν για τη νέα μορφή κοινωνικότητας που γεννήθηκε στην ψηφιακή εποχή: λιγότερο απαιτητική, περισσότερο ελεγχόμενη, αλλά εξίσου εξαρτημένη από την ανθρώπινη ανάγκη να μας βλέπουν.