- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
638 ημέρες για μια απόφαση: Η ακτινογραφία της ελληνικής Δικαιοσύνης
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης στην ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης - Τι δείχνει η έρευνα του ΚΕΦΙΜ
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, και ο επικεφαλής Ερευνών, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, εξηγούν γιατί οι καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης επιβαρύνουν την οικονομία, τις επενδύσεις και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς
Μια δικαστική απόφαση που χρειάζεται σχεδόν δύο χρόνια για να εκδοθεί σε πρώτο βαθμό δεν είναι απλώς ένας ακόμη αρνητικός δείκτης για τη χώρα, αλλά ένας παράγοντας που επηρεάζει τις επενδύσεις, καθυστερεί την οικονομική δραστηριότητα, αυξάνει το κόστος για επιχειρήσεις και πολίτες, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς το κράτος δικαίου.
Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), με βάση τα δεδομένα του EU Justice Scoreboard 2026 που αφορούν το έτος 2024, η Ελλάδα χρειαζόταν κατά μέσο όρο 638 ημέρες για την επίλυση μιας αστικής, εμπορικής και διοικητικής υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, όταν η διάμεσος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις 100 ημέρες. Αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης με τίτλο «Η ακτινογραφία της Ελληνικής Δικαιοσύνης σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕ», την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας και ο επικεφαλής ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος.
Η εικόνα στις επιμέρους κατηγορίες είναι ανησυχητική. Στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις ο εκτιμώμενος χρόνος επίλυσης έφτανε τις 737 ημέρες, ενώ μια υπόθεση προστασίας καταναλωτή απαιτούσε κατά μέσο όρο 1.643 ημέρες - περίπου 4,5 χρόνια.
Το ποσοστό επίλυσης των εκκρεμών αστικών και εμπορικών υποθέσεων μειώθηκε κατά 11,8% μέσα σε έναν χρόνο, γεγονός που δείχνει ότι το σύστημα δεν προλαβαίνει να διεκπεραιώσει όσες νέες υποθέσεις εισέρχονται σε αυτό. Αντίθετα, η διοικητική δικαιοσύνη συνεχίζει να μειώνει τις εκκρεμότητές της, με ποσοστό επίλυσης σταθερά πάνω από το 100%.
Η μελέτη καταγράφει διακυμάνσεις ανά κατηγορία: η μέση διάρκεια των υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες μειώθηκε κατά 89%, όμως στις υποθέσεις δωροδοκίας αυξήθηκε κατά 62%, από 356 σε 576 ημέρες, ενώ οι διαδικασίες ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού επιβαρύνθηκαν κατά 53%, από 861 σε 1.319 ημέρες.
Υπάρχουν όμως και ενθαρρυντικά πρώτα σημάδια. Εννέα μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του Νέου Δικαστικού Χάρτη, ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης στο σύνολο των Πρωτοδικείων μειώθηκε από 705 σε 364 ημέρες, δηλαδή κατά 48% - στην Αθήνα η μείωση έφθασε το 64%, στη Θεσσαλονίκη το 40% και στον Πειραιά το 23%.
«Όποιος έχει άδικο απλώς κωλυσιεργεί»
Γιατί, παρά τις μεταρρυθμίσεις, παραμένουμε τόσο πίσω; Ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος ξεκαθαρίζει καταρχάς το χρονικό πλαίσιο: «Αυτά τα στοιχεία είναι του 2024, άρα υπάρχει μια υστέρηση δύο ετών για να έχουμε τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία. Η εικόνα λοιπόν αποτυπώνει τις μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει μέχρι και το 2024, οι οποίες δεν ήταν πολλές. Οι μεγαλύτερες και εμβληματικότερες έρχονται το 2025 με τον νέο δικαστικό χάρτη».
Και διευκρινίζει κάτι κρίσιμο: οι 638 ημέρες αφορούν μόνο τις πρωτόδικες αποφάσεις. «Αυτό που λέμε 600 κάτι ημέρες είναι αν έχουμε μια διαφορά και πρέπει να βγει σε πρώτο βαθμό η απόφαση. Για να τελεσιδικήσει μια υπόθεση θέλει πολύ παραπάνω χρόνο. Σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει και στα 10 χρόνια».
Η καθυστέρηση, εξηγεί, δεν είναι απλώς στατιστική - διαμορφώνει συμπεριφορές. Σε μια ευρωπαϊκή χώρα όπου η απόφαση βγαίνει σε τρεις μήνες -ή και σε 40 ημέρες, όπως στη Δανία- ο πολίτης σταθμίζει σοβαρά αν αξίζει να προσφύγει στο δικαστήριο. Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίστροφο: «Αν έχεις άδικο στην Ελλάδα, πας στα δικαστήρια, γιατί ξέρεις ότι θα πάρει δύο χρόνια να βγει πρώτα η απόφαση και μετά θα πάρει αρκετά χρόνια παραπάνω μέχρι να τελεσιδικήσει. Άρα όποιος έχει άδικο απλώς κωλυσιεργεί και πάει στα δικαστήρια. Στο εξωτερικό αυτό δεν ισχύει. Όταν υπάρχει μια διαφωνία, μέσα σε μερικούς μήνες το θέμα έχει κλείσει».
«Θα πάω στη Βουλγαρία…»
Ο Νίκος Ρώμπαπας μεταφέρει τη συζήτηση στο πεδίο της οικονομίας: «Αν εγώ βρίσκομαι σε μια διένεξη, θέλω να χτίσω ένα ξενοδοχείο και μου βάλουν ένα εμπόδιο το οποίο πρέπει να το προσπεράσω δικαστικά, αν ξέρω από την εμπειρία μου στην Ελλάδα ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε να ασκήσει μια αίτηση και να με πάει στο δικαστήριο, δεν θα κάνω την επένδυση. Ακόμα κι αν ξέρω ότι στο τέλος θα έχω δίκιο, θα δικαιωθώ, ότι θα προχωρήσω με την επένδυσή μου, αν αυτή πάρει τα δύο χρόνια που λέμε εδώ, αυτές τις 600 μέρες για να δικαστεί, εγώ θα πάω στη Βουλγαρία, θα πάω στη Λετονία, θα πάω στην Κύπρο, θα πάω σε άλλες χώρες - όχι επειδή θα διευκολυνθώ λόγω του νομικού συστήματος, αλλά επειδή η επένδυσή μου δεν θα καθυστερήσει για δύο χρόνια».
Υπάρχει και μια ακόμα διάσταση: η σχέση της αργής δικαιοσύνης με την εγκληματικότητα. «Αν η αστυνομία συλλάβει κάποιον για μια επίθεση σε έναν άλλο πολίτη ή για μια κλοπή, θα τον συλλάβει και πολύ δύσκολα θα τον κρατήσει προφυλακισμένο δύο έτη - δεν γίνεται να τον κρατήσει προφυλακισμένο τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Άρα αυτός ο άνθρωπος μετά από μερικές εβδομάδες θα κυκλοφορεί πάλι ελεύθερος και θα μπει στη διαδικασία να ξανακάνει και άλλες κλοπές, να επιτεθεί σε άλλους ανθρώπους ή ακόμα και να σκοτώσει έναν συμπολίτη μας. Άρα δεν είναι μόνο τα οικονομικά. Το αίσθημα που έχουμε για την παραβατικότητα σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε αυτό το κομμάτι. Στο εξωτερικό θα σε πιάσει η αστυνομία, μέσα σε δύο-τρεις μήνες θα έχεις δικαστεί και θα πρέπει να εκτίσεις την ποινή που θα πρέπει να εκτίσεις».
Δεν λείπουν οι δικαστές - λείπουν τα «χέρια»
Πού βρίσκεται λοιπόν το βασικό μποτιλιάρισμα του συστήματος; Στις εμπορικές και αστικές υποθέσεις, απαντά ο Κ. Σαραβάκος - «τις υποθέσεις εκείνες που αφορούν κυρίως την οικονομία». Στα ποινικά και ιδιαίτερα στα διοικητικά δικαστήρια η εικόνα έχει βελτιωθεί, ενώ οι υποθέσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας παίρνουν τον περισσότερο χρόνο, πάντα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
«Στην Ελλάδα δεν έχουμε έλλειψη δικαστών, όπως βλέπουμε και στα στοιχεία του EU Justice Scoreboard. Αλλά έχουμε δύο προβλήματα». Το πρώτο είναι η κατανομή τους: οι δικαστές συγκεντρώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ ο φόρτος και οι εκκρεμότητες βρίσκονται κυρίως στην περιφέρεια. Το δεύτερο είναι ότι «δεν υπάρχουν χέρια να βοηθήσουν τους δικαστές» - διοικητικοί υπάλληλοι που θα διαχειριστούν τον γραμματειακό όγκο. «Ο δικαστής σήμερα στην Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί πράγματα γραμματειακής υποστήριξης για να φέρει το έργο του εις πέρας».
Στην ψηφιοποίηση, τα βήματα είναι πρόσφατα: οι τηλεματικές δίκες, ο νέος δικαστικός χάρτης το 2025 και η ψηφιοποίηση των αρχείων που προχώρησε τον τελευταίο χρόνο. Παράλληλα, τρέχουν τα μεγάλα έργα πληροφορικής για την ψηφιοποίηση του συνόλου των δικαστηρίων της χώρας: «Προβλέπεται ότι θα ολοκληρωθούν φέτος το καλοκαίρι και από τη στιγμή που θα ολοκληρωθούν και θα μπουν σε λειτουργία, σίγουρα θα συμβάλουν σημαντικά και στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και στη διευκόλυνση και των πολιτών και των δικηγόρων στην επαφή τους με το δικαστικό σύστημα. Βέβαια, μέχρι να δούμε τα αποτελέσματα, χρειάζεται ένας χρόνος ωρίμανσης».
Πότε θα δούμε καθαρά την επίδραση των μεταρρυθμίσεων του 2025; «Από την επόμενη χρονιά κιόλας θα μπορέσουμε να έχουμε μια καλύτερη εικόνα, αλλά την πιο ξεκάθαρη θα πρέπει να την περιμένουμε το 2028», εξηγεί ο κ. Σαραβάκος, καθώς τα στοιχεία του 2026 θα δημοσιευθούν με τη γνωστή υστέρηση δύο ετών. Και για τα έργα πληροφορικής, ο ορίζοντας πάει ακόμα πιο μακριά: «Θα πρέπει να περιμένουμε το 2029, το 2030 για να δούμε αν τα έργα πληροφορικής έφεραν αποτέλεσμα».
Τρεις παρεμβάσεις - και μια ιδέα για τους νομικούς
Αν η κυβέρνηση ζητούσε τρεις παρεμβάσεις, ποιες θα ήταν; Ο κ. Σαραβάκος τονίζει την ανακατανομή των δικαστών στην περιφέρεια και τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξή τους. Και προσθέτει μια τρίτη: την επιμόρφωση.
«Αυτή τη στιγμή οι δικαστές στην Ελλάδα δεν γνωρίζουν καλά οικονομικά. Είναι ένα από τα προβλήματα τα οποία συναντάμε πολύ συχνά στις αστικές και κυρίως εμπορικές υποθέσεις. Οπότε πολλές φορές έρχεται να ανατραπεί μια απόφαση πρωτόδικα στον δεύτερο βαθμό, επειδή ακριβώς δεν είχε βγει η σωστή απόφαση». Προγράμματα επιμόρφωσης, όπως προέβλεπε η Έκθεση Πισσαρίδη, ήδη τρέχουν - η επίδρασή τους όμως δεν μπορεί ακόμα να μετρηθεί.
Ο κ. Ρώμπαπας κλείνει με μια πρόταση: «Στην Ελλάδα είμαστε τυχεροί που έχουμε πολλούς και υψηλού επιπέδου νομικούς. Θα μπορούσε το ελληνικό κράτος να προσλάβει κάποιους από αυτούς για τη γραμματειακή υποστήριξη των δικαστών». Όχι απλοί γραμματείς, δηλαδή, αλλά νομικοί με θητεία μερικών ετών, που θα βοηθήσουν να μειωθεί το απόθεμα των εκκρεμών υποθέσεων - «το χρειαζόμαστε για δύο, τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια», όχι για πάντα. Επίσης, «πρέπει να υποστηριχτούν σωστά τα έργα πληροφορικής που θα μπουν αυτή τη στιγμή σε λειτουργία σε όλη την Ελλάδα - και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και δεν είναι καθόλου δεδομένο».