Κοινωνια

Παιδικά καλοκαίρια, τότε και σήμερα

Μαθητές σε διακοπές + εργαζόμενοι γονείς = Χ

Αριστοτέλης Σταμούλας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η σύγκριση ανάμεσα στο καλοκαίρι ενός παιδιού σήμερα και στο καλοκαίρι ενός παιδιού στα 80s ισοδυναμεί σχεδόν με πολιτισμικό σοκ

Το καλοκαιρινό κλείσιμο των σχολείων στις 15 Ιουνίου δίνει αυτομάτως σήμα έναρξης της πιο ξέγνοιαστης περιόδου για τους μικρούς μαθητές του Δημοτικού, με υπέροχη συνδυαστική γεύση θαλασσινής αλμύρας και λιωμένου παγωτού, αλλά και ενός ακόμη «δρόμου αντοχής» για τους σύγχρονους γονείς, που χωρίς ανάσα απλώς συνεχίζουν τον εξαντλητικό μαραθώνιο του χειμώνα. Και που, συν τοις άλλοις, πρέπει να τα βάλουν κάτω για να βρουν λύση σε μία από τις δυσκολότερες εξισώσεις της χρονιάς: «Μαθητές σε διακοπές + εργαζόμενοι γονείς = Χ». Όπου ζητούμενο είναι να εξασφαλιστεί ότι το παιδί περνά δημιουργικά και με ασφάλεια το διάστημα μέχρι να ξεκινήσουν οι οικογενειακές διακοπές, ενώ παράλληλα οι γονείς μπορούν να ανταποκριθούν στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, που φυσικά δεν σταματούν με τη λήξη των σχολείων.

Τα τελευταία πάρτι γενεθλίων είναι πλέον παρελθόν, η συνάντηση των τελικών βαθμών με τη δασκάλα της τάξης ολοκληρώθηκε, η γιορτή αποφοίτησης έλαβε τέλος μέσα σε συγκίνηση και δάκρυα χαράς, οι έλεγχοι (ή τα απολυτήρια των αποφοίτων, πλέον υποψήφιων γυμνασιόπαιδων) πήραν την άγουσα για να γίνουν αναμνηστικά κάδρα, οι φίλοι αποχαιρετίστηκαν σφιχταγκαλιασμένοι, δόθηκαν τα απαραίτητα ραντεβού στον αγιασμό του επόμενου Σεπτέμβρη, ενώ η βαριά καγκελόπορτα του σχολικού περίγυρου έκλεισε σιγά-σιγά τρίζοντας, μέχρι να ανοίξει για να υποδεχτεί ξανά όλο αυτό το παιδολόι σε τρεις μήνες.

Τα πάντα με κάποιον τρόπο φαίνονται υπέροχα τακτοποιημένα και τέλεια βαλμένα στη θέση τους, εκτός από το αιωρούμενο ερώτημα της επόμενης μέρας, που στοιχειώνει και τρομοκρατεί τους γονείς όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν: «Τι θα κάνετε με τον Γιαννάκη φέτος το καλοκαίρι;». «Πού θα τη βγάλει η Ελενίτσα μέχρι να πάρετε άδεια;». Οι πρώτες διστακτικές απαντήσεις ανταλλάσσονται μεταξύ γονέων σχεδόν συνωμοτικά και με ύφος ανακάλυψης του τροχού στο προαύλιο την ώρα της γιορτινής αποφοίτησης ή λίγο αργότερα, γύρω από το στρωμένο τραπέζι του σουβλατζίδικου, όπου λαμβάνει χώρα η καθιερωμένη πλέον ομαδική έξοδος μετά το χαρμόσυνο γεγονός.

Οι επιλογές, λίγο-πολύ δεδομένες και συγκεκριμένες: Όπου υπάρχει παππούς, γιαγιά (ή, ζωή να ‘χουν, και οι δύο μαζί), τότε η συζήτηση είναι ψιλοτελειωμένη από τα αποδυτήρια. Αν, μάλιστα, είναι ακόμα κοτσονάτοι, καλοστεκούμενοι και συνδυάζουν, ταυτόχρονα, σπίτι στο χωριό ή στην εξοχή κοντά σε θάλασσα, δίνεται μέχρι και βραβείο στους (υπερ)τυχερούς γονείς. Από κει και πέρα, αρχίζουν τα δύσκολα, που λέει και το δημοφιλές ποπ άσμα.

Η καλοκαιρινή κατασκήνωση συγκαταλέγεται παραδοσιακά στις top προτιμήσεις των γονέων, για τον λόγο ότι με σχετικά χαμηλό κόστος (ιδίως εάν αξιοποιείται παράλληλα και κάποιο πρόγραμμα κρατικής επιδότησης) το παιδί περνάει άνετα δύο (ή και περισσότερες) βδομαδούλες στη διάρκεια των πιο δύσκολων μηνών (Ιούνιο-Ιούλιο), συμμετέχοντας σε οργανωμένα ημερήσια προγράμματα ποικίλων δραστηριοτήτων (αθλητικών και μη) υπό την επίβλεψη ομαδαρχών, εκπαιδευτών και ιατρικού προσωπικού. Αλλά πάνω που πας σίγουρος και αποφασισμένος να ξεφουρνίσεις τη -μέχρι εκείνη τη στιγμή- λαμπρή ιδέα, σου προκύπτει ότι λογάριασες χωρίς τον ξενοδόχο: Το πιτσιρίκι δηλώνει περίτρανα ότι δεν πάει πουθενά και, μάλιστα, για δεκαπέντε ολόκληρα μερόνυχτα χωρίς την παρέα του. Το «τυράκι» της δημιουργίας νέων φίλων σε ένα καινούργιο περιβάλλον, που εις μάτην παρουσιάζεται ως ειδυλλιακό, σπάνια εγγυάται επιτυχία στη μεταστροφή της παιδικής γνώμης άπαξ και κατέστη αμετακίνητη. Μηδέν εις το πηλίκο.

Διάφορα καλοκαιρινά προγράμματα τύπου ΚΔΑΠ, που οργανώνονται από τους κατά τόπους Δήμους, αποτελούν οπωσδήποτε μία οικονομική και συχνά βολική λύση, η οποία συνδυάζει κοντινή απόσταση από το σπίτι, ασφαλές και σταθερό πρόγραμμα, αλλά με ανυπέρβλητο μειονέκτημα την εξαιρετικά μεγάλη ζήτηση και τις περιορισμένες θέσεις, που αφήνει εκτός διεκδίκησης (και εντός της εναγώνιας αναζήτησης) πολλούς ενδιαφερόμενους γονείς.

Τα ιδιωτικά summer camps, μία μετεξελιγμένη εκδοχή των κατασκηνώσεων σε μορφή καθημερινού σχολικού προγράμματος, όπου το παιδί περνάει δημιουργικά σχεδόν όλη τη μέρα και το απόγευμα γυρίζει για να διανυκτερεύσει σπίτι, είναι μία από τις επιλογές που κερδίζουν συνεχώς έδαφος τα τελευταία χρόνια, δεδομένου ότι οι σχολικές παρέες δεν «σπάνε» εύκολα και, έτσι, προβάλλεται λιγότερο η καθολική άρνηση της κατασκήνωσης. Από την άλλη, βέβαια, το σχετικό κόστος εδώ είναι συγκριτικά μεγαλύτερο και αυξάνει ανάλογα με τις παροχές (γεύματα, μετακινήσεις, πλήθος/είδος δραστηριοτήτων, κ.λπ.), τη διάρκεια παραμονής και την άνεση/έκταση των εγκαταστάσεων, γεγονός που, από οικονομικής άποψης, δεν καθιστά πάντοτε τα summer camps μία ισότιμη και προσιτή επιλογή για το βαλάντιο όλων ανεξαιρέτως των γονιών.

Η ημερήσια «φιλοξενία» του παιδιού στο σπίτι κάποιου συγγενή ή οικογενειακού φίλου είναι από τις πιο ανακουφιστικές και ασφαλείς επιλογές του γονέα που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει κάποια λύση στην «καυτή» εξίσωση του καλοκαιριού, πλην όμως δεν είναι ούτε σταθερή ούτε διαρκής (πιο πολύ μοιάζει με τραυμαπλάστ σε πληγή που κανονικά θέλει ράμματα…). Η ανταλλαγή παιδικών επισκέψεων ανάμεσα σε γονείς που ενδεχομένως έχουν την πολυτέλεια της ευέλικτης εργασίας και μπορούν με αυτόν τον τρόπο να «βγάζουν» μία αμοιβαία υποχρέωση σίγουρα δίνει κάποια προοπτική, αλλά και πάλι μιλάμε για εντελώς αποσπασματικές καταστάσεις, στις οποίες δεν μπορείς να βασίζεσαι μακροπρόθεσμα για να «βγάλεις» ξένοιαστα ολόκληρο καλοκαίρι (ή, τουλάχιστον, ικανοποιητικό μέρος του) μέχρι να έρθει η ώρα της κανονικής άδειας.

Και περνάμε υποχρεωτικά σε λύσεις έκτακτης ανάγκης, όπου όταν πια έχεις ξεμείνει κυριολεκτικά από εναλλακτικές, η δουλειά του μπαμπά ή της μαμάς φαντάζει μονόδρομος χωρίς πολλή σκέψη. Κάποιες φορές, δε, μοιάζει και με cheerful playground, όταν αποδεικνύεται ότι δύο, τρεις ή περισσότεροι συνάδελφοι γονείς με το ίδιο άγχος με σένα είχαν την ίδια φαεινή ιδέα, «διακτινίζοντας» τους νεαρούς απογόνους σχεδόν αποκοιμισμένους από τα κρεβάτια τους κατευθείαν ανάμεσα σε διαχωριστικά γραφείων και ένα σωρό από εξελόφυλλα στις 7.30 το πρωί. Και, μάλιστα, υπό το αψυχολόγητο βλέμμα του προϊσταμένου, που κάνεις πως δεν βλέπεις αλλά το νιώθεις διαρκώς καρφωμένο στην πλάτη σου να σου δημιουργεί ανησυχία και ενοχές. Λες και αν είχες άλλη προσφορότερη επιλογή, δεν θα την είχες πιάσει κυριολεκτικά από τα μαλλιά για να μην τον έχεις ανάγκη…    

Η σύγκριση ανάμεσα στο καλοκαίρι ενός παιδιού σήμερα και στο καλοκαίρι ενός παιδιού στα δικά μου χρόνια, την ανέμελη δεκαετία του 1980, ισοδυναμεί σχεδόν με πολιτισμικό σοκ. Δεν μιλάμε απλώς για διαφορετικές επιλογές· μιλάμε για διαφορετικό τρόπο ζωής, διαφορετική κοινωνία, διαφορετική αντίληψη ασφάλειας και, γενικότερα, για διαφορετική σχέση παιδιού-γονέα.

Τα παιδιά περνούσαν τότε τα καλοκαίρια τους μακριά από εξαρτησιογόνες οθόνες, χωρίς τεχνολογία, ελεύθερα στη γειτονιά και εγγύτερα στο φυσικό περιβάλλον, στο χωριό, στη θάλασσα, με ελάχιστη επίβλεψη, σε μία κοινωνία περισσότερο ανοικτή και λιγότερο φοβική και με σχεδόν μηδενικό κόστος για τα μηνιαία οικονομικά του νοικοκυριού. Ενώ σήμερα, το καλοκαίρι έχει αναχθεί σε μία καλά οργανωμένη, δομημένη, αλλά αγχωτική αγορά υπηρεσιών, που επιπλέον προκαλεί μία αυξημένου προϋπολογισμού έγνοια, διότι πολύ απλά οι γονείς δουλεύουν περισσότερο και με ασφυκτικότερα ωράρια, άρα με περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο που πρέπει κάπως να αναπληρωθεί, την ίδια στιγμή που και η ίδια η κοινωνία έχει αναπτύξει εντονότερα ανησυχητικά ανακλαστικά, θέτοντας ισχυρή την απαίτηση για περισσότερη επίβλεψη των ανηλίκων ενόψει της αντιμετώπισης σοβαρότερων και διαρκώς νεοεμφανιζόμενων κινδύνων.

Σίγουρα, και οι δύο εποχές έχουν τα καλά τους: Το παλιό επέτρεπε μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας, παιχνίδι στην αλάνα, χώρο στην ατομική δημιουργικότητα και αυθεντικότερες εμπειρίες· το σημερινό δίνει έμφαση σε περισσότερη ασφάλεια, πιο σφιχτή οργάνωση, καλύτερο προγραμματισμό και ποιοτικότερες δραστηριότητες απασχόλησης. Για τους γονείς πάντως, ασχέτως τα «συν-πλην» κάθε εποχής, το ουσιαστικό ενδιαφέρον παραμένει στον πυρήνα του ίδιο και απαράλλαχτο: Πώς να περάσουν τα παιδιά τους όσο το δυνατόν ομορφότερα στη διάρκεια μίας υπέροχης περιόδου, χτίζοντας πάνω στην ανεπίστρεπτη αγνότητα ανεξίτηλων αναμνήσεων, που μόνο η παιδική ηλικία εξασφαλίζει, τα θεμέλια της μετέπειτα ενήλικης ζωής τους. 

Όσο για το αυξημένο άγχος που βιώνουν σήμερα; Καταλαγιάζει κάπως και ξεχνιέται στο τέλος της ημέρας, σε μία δύσκολη κυκλική, αλλά πλήρως ανταποδοτική σε συναισθήματα καθημερινότητα, που τους τροφοδοτεί με υπερδυνάμεις αντοχής. Όπως ακριβώς γινόταν όλο τον χειμώνα που πέρασε και προβλέπεται καρμπόν να γίνεται και τον επόμενο που έρχεται…