Κοινωνια

«Μας καταστρέφουν, ξαναχτίζουμε»: Πέντε ζωές, τέσσερις δημιουργοί και 75 χρόνια προσφυγικής μνήμης

Από τη Μόρια και τη Μαριούπολη μέχρι τη Γάζα και την Αθήνα, οι ιστορίες πίσω από την έκθεση «Μνήμη και Κουράγιο»

Λουκάς Βελιδάκης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στην έκθεση «Μνήμη και Κουράγιο» του Refugee Week Greece, πρόσφυγες, μετανάστες και καλλιτέχνες αφηγούνται πώς ξαναχτίζεται μια ζωή όταν όλα έχουν αλλάξει

Ο Χαμζά ήταν 15 ετών όταν έφτασε μόνος του στη Μόρια. Η Αλίνα κουβαλά πέντε ιστορίες Ουκρανών που έχασαν τα σπίτια τους στον πόλεμο. Ο Άγγελος φωτογραφίζει μετανάστες που χορεύουν και γελούν τις Κυριακές στην Αθήνα. Και κάπου ανάμεσα βρίσκεται η Σάφα, μια Παλαιστίνια σκιτσογράφος στη Γάζα, που έχασε εννέα συγγενείς μέσα σε μία εβδομάδα.

Στην έκθεση «Μνήμη και Κουράγιο» του Refugee Week Greece θα βρει κανείς πρόσωπο, όνομα και φωνή. Στους τοίχους του Stelios Foundation στην Πλάκα κρέμονται φωτογραφίες από τη δεκαετία του '50 μέχρι τις πιο πρόσφατες κρίσεις στη Συρία, στο Αφγανιστάν και στο Σουδάν.

Ανάμεσά τους, τέσσερα καινούργια έργα. Αυτή ήταν η ιδέα, εξηγεί η Αφροδίτη Κωνσταντοπούλου, υπεύθυνη επικοινωνίας του ACCMR, του Κέντρου Συντονισμού του Δήμου Αθηναίων για θέματα μεταναστών και προσφύγων. Το στοίχημα της έκθεσης ήταν «να βάλουμε σε συνομιλία, σε ανοιχτό διάλογο, μαζί με νέους καλλιτέχνες και νέες συμμετοχές και να δούμε πώς η μνήμη και το κουράγιο συνομιλούν μεταξύ τους - και τι βγαίνει από αυτό».

Τα τέσσερα έργα επιλέχθηκαν μέσα από το Diaspora Artist Commission, μια ανοιχτή πρόσκληση σε καλλιτέχνες από προσφυγικό και μεταναστευτικό υπόβαθρο να υποβάλουν δουλειά γύρω από τη φετινή θεματική, «το κουράγιο».   

Από την πλευρά της Ύπατης Αρμοστείας, η υπεύθυνη επικοινωνίας Στέλλα Νάνου τοποθετεί την έκθεση σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Είναι αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων, στις 20 Ιουνίου, αλλά τιμά κάτι παλιότερο: «Μια υπόσχεση που έδωσε η ανθρωπότητα πριν από 75 χρόνια: κανένας άνθρωπος του οποίου η ζωή κινδυνεύει και διαφεύγει εξαιτίας βίας, πολέμων και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα μείνει χωρίς ασφάλεια και προστασία».

Χαμζά Ματιακούμποβ - «24 Hours Local»

«Με λένε Χαμζά, κατάγομαι από το Ουζμπεκιστάν. Ήρθα στην Ελλάδα πριν από έξι χρόνια, όταν ήμουν 15 χρονών», λέει ο Χαμζά Ματιακούμποβ. Σπούδασε σκηνοθεσία και η ταινία που δείχνει στην έκθεση, το «24 Hours Local», είναι η πτυχιακή του. «Είναι για έναν νεαρό Σύρο πρόσφυγα που φτάνει στην Ελλάδα» - μια ιστορία που, όπως λέει, ξεκίνησε από τον ίδιο.

Ο Χαμζά έφτασε στην Ελλάδα όπως ο ήρωάς του. «Ήρθα μόνος και ανήλικος». Η αφορμή ήταν απότομη και βίαιη. «Ένα βράδυ οι γονείς μου, μου είπαν να φύγω, γιατί είχαν μπλέξει και, νομίζω, επρόκειτο να μπουν στη φυλακή. Μου είπαν να φύγω και μου είπαν πού να πάω. Ήρθα εδώ – εκείνοι από τότε είναι στη φυλακή. Θα είχα μείνει μόνος, ολομόναχος στη χώρα μου, αν δεν είχα φύγει».

Του ζητώ να συμπυκνώσει εκείνη την πρώτη περίοδο. Διστάζει και μετά λέει: «Ήταν μια εντελώς ξένη χώρα. Δεν μιλούσα αγγλικά, δεν μπορούσα να μιλήσω ελληνικά, δεν ήξερα κανέναν. Και το να αφήνεις έναν ασφαλή χώρο, το σπίτι σου, και να έρχεσαι σε ένα καινούργιο μέρος ήταν πραγματικά δύσκολο για μένα». Ο πρώτος σταθμός ήταν ο καταυλισμός της Μόριας, στη Λέσβο. «Ήταν ένας από τους πιο μεγάλους και πιο αηδιαστικούς καταυλισμούς της Ευρώπης». Έμεινε δέκα μήνες. «Σε εκείνο το μέρος τα σκυλιά και οι γάτες είχαν καλύτερη μεταχείριση από μένα».

Από εκεί και πέρα, η διαδρομή του είναι μια σειρά από μικρές πόρτες που άνοιξαν. Μετά τη Μόρια έψαχνε μαθήματα και βρήκε μια ΜΚΟ, την Better Days, που έκανε σεμινάρια φωτογραφίας. Από τη φωτογραφία πέρασε στο βίντεο, άρχισε να γυρίζει ντοκιμαντέρ για διάφορες οργανώσεις -σε Σάμο, Αθήνα, Βερολίνο- και μέσα από αυτές τις γνωριμίες βρήκε τη σχολή κινηματογράφου. Σήμερα σκοπεύει να μείνει στην Ελλάδα. Το λύκειο το τελείωσε στα ελληνικά, στη Λέσβο.

Γιατί να δει κανείς το «24 Hours Local»; Η απάντησή του ταυτίζει τη φετινή θεματική με την ίδια του τη ζωή. «Η ταινία μου μιλάει για έναν νέο άνθρωπο που βρίσκει το θάρρος και μπορεί να επιλέξει αυτό που θέλει να κάνει, σε ένα εντελώς διαφορετικό, παράξενο σκηνικό. Και νομίζω πως είναι κάτι πολύ θαρραλέο, να μπορείς ακόμα να κάνεις, σε ένα εντελώς ξένο μέρος, αυτό που θέλεις να κάνεις».

Αλίνα Κασιτσίνα - «Place of Peace»

Η Αλίνα Κασιτσίνα είναι αρχιτέκτονας και καλλιτέχνις από τη Βίνιτσια της Ουκρανίας. Ζει στην Ελλάδα 11 χρόνια, είναι παντρεμένη με Έλληνα και το 2023 τελείωσε εδώ μια δεύτερη σχολή - βγήκε πρώτη και διάβασε τον όρκο. Δεν ήρθε λόγω του πολέμου. Έφτασε το 2015 ακολουθώντας τη σχέση της. Αρχικώς η γλώσσα ήταν τοίχος. «Το πρώτο χρόνο τα ελληνικά μου φαίνονταν σαν ένας ήχος. Σιγά σιγά ξεκίνησα να ξεχωρίζω τις λέξεις».

Η ένταξη δεν ήταν παντού ομαλή. Από τους συμφοιτητές και την οικογένεια του συζύγου της ένιωσε στήριξη, αλλά κάποιοι καθηγητές που δεν ήξεραν αγγλικά την υποδέχτηκαν αλλιώς, καθώς εκείνη ζητούσε να δίνει εργασίες στα αγγλικά. Τη ρωτούσαν «και πώς μπήκες εδώ;», της έλεγαν πως «ποτέ δεν θα τελειώσεις αυτή τη σχολή». «Έφαγα λίγο bullying, η αλήθεια είναι. Οπότε το ένιωσα».

Το έργο της, το «Place of Peace», είναι μια art documentary ταινία μικρού μήκους, φτιαγμένη με μια ομάδα Ουκρανών καλλιτεχνών που ζουν στη Γερμανία. «Αυτό το έργο λέει την ιστορία πέντε προσφύγων από την Ουκρανία, που από την αρχή του πολέμου πήγαν στη Γερμανία. Βλέπουμε ότι κάθε ιστορία έχει όνομα, διαφορετική ηλικία, έχει μία ιστορία από πίσω, έχει συναισθήματα, έχει τραύμα, έχει πολλά πράγματα. Όταν ο θεατής τις διαβάσει ο πόλεμος σταματάει να είναι αφαιρετική και γίνεται προσωπική εμπειρία».

Οι πέντε ιστορίες είναι αληθινές, κι η Αλίνα τις δίνει με κολάζ και λέξεις-κλειδιά. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ογδόντα χρόνων από την Οδησσό, που «σηκώθηκαν και έφυγαν με αμάξι χωρίς GPS, χωρίς χάρτες» προς τα σύνορα της Μολδαβίας. Μια δεκαοχτάχρονη που οι γονείς της την πήραν τηλέφωνο και της είπαν «πάρε την αδελφή σου, φύγε στο εξωτερικό, εμείς πάμε για πόλεμο». Μια γυναίκα με το παιδί της από τη Μαριούπολη, που αιχμαλώτισαν τον σύζυγό της. Ένας νεαρός προγραμματιστής που πήγε εθελοντικά στον πόλεμο και έχασε το μισό του πόδι κι έναν φίλο. Μια νέα γυναίκα που έμεινε έγκυος στη Γερμανία μέσα στον πόλεμο και βρήκε ξανά νόημα.

Δίπλα στην ταινία στήνει ένα installation, την «Πόλη στο χαλί»: ένα χαλί σχεδιασμένο με παραδοσιακό ουκρανικό τρόπο, που «αν το βλέπεις από πάνω, σου θυμίζει χάρτη, τον χάρτη της πόλης». Μιλάει για τη γενιά που «θα ξαναχτίσει την Ουκρανία από την αρχή». Και κλείνει, λέγοντας: «Μας καταστρέφουν, ξαναχτίζουμε. Μας διαλύουν, ζούμε. Οπότε δεν υπάρχει καταστροφή η οποία μπορεί να μας καταστρέψει ως έθνος, ως λαό, ως Ουκρανούς».

Άγγελος Μπαράι - «I feel good»

Ο Άγγελος Μπαράι γεννήθηκε το 1994 στην Αλβανία και ήρθε στην Ελλάδα το '98. «Είμαι παιδί δεύτερης γενιάς μεταναστών» κι αυτό το υπόβαθρο είναι το ίδιο το βλέμμα της δουλειάς του. Το έργο του λέγεται «I feel good», «Νιώθω καλά»: δεν κοιτάει τη μετακίνηση ή την κρίση, αλλά τη χαρά. Τι κάνουν οι μετανάστες πέρα από το να δουλεύουν, όταν έχουν χρόνο. «Τις Κυριακές πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώνονται με άλλους ανθρώπους, μιλάνε τη γλώσσα τους, τραγουδάνε, χορεύουν». Το δουλεύει από το 2012-13, πριν καν το προσφυγικό - και με τα χρόνια άνοιξε σε νέες εθνικότητες.

Για την έκθεση διάλεξε να δείξει την αφρικανική κοινότητα. Οι Αλβανοί, εξηγεί, και ειδικά η δεύτερη γενιά, έχουν αφομοιωθεί - γειτονικές χώρες, κοινές μουσικές, κοινά φαγητά. Για την αφρικανική κοινότητα τα πράγματα είναι αλλιώς. «Είναι πιο δύσκολο να σε αποδεχτούν όταν είσαι σκούρος στην Ελλάδα. Ζούμε σε μια χώρα η οποία δεν αποδέχεται εύκολα το χρώμα».

Μιλάει κυρίως για τα παιδιά δεύτερης γενιάς, όπως κι ο ίδιος, που όμως δεν έχουν την ίδια αναγνώριση. Δίνει κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Άμα δεν γίνεις σημαντικός, δεν είσαι σαν τον Αντετοκούνμπο, δεν σε αναγνωρίζει η κοινωνία». Το ίδιο φαίνεται και στην καθημερινότητα. «Άνθρωποι από αφρικανικές ή αραβικές κοινότητες πάνε να νοικιάσουν ένα σπίτι και δεν τους το δίνουνε. Δεν τους εμπιστεύονται».

Παρ' όλα αυτά, δεν είναι απαισιόδοξος. «Σίγουρα έχουν γίνει πολλά βήματα μπροστά». Παλιότερα υπήρχε η «επιχείρηση σκούπα, όταν η αστυνομία σταμάταγε λεωφορεία μέσα στο κέντρο της Αθήνας και έλεγε "όποιος είναι ξένος, ας βγει έξω"». Σήμερα κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αποδεκτό. Το ζητούμενό είναι να αλλάξει η ίδια η λέξη. «Η λέξη μετανάστης δεν είναι μόνο συνδεδεμένη με το μίσος, τη φτώχεια, τη μιζέρια».

Οι εικόνες του δείχνουν ανθρώπους που γελάνε και χορεύουν. «Το να περνάς καλά, το να ενώσεσαι με άλλους ανθρώπους, να παντρεύεσαι, να ερωτεύεσαι, να αγαπάς θέλει θάρρος - ρε παιδί μου, η ζωή θέλει θάρρος».

Σάφα Οντά και Κρίστοφερ Λάππας - Το βιβλίο από τη Γάζα

Το τέταρτο έργο γεννήθηκε ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ο Κρίστοφερ Λάππας είναι «Έλληνας, γεννημένος στην Αυστραλία - τρίτης γενιάς Ελληνοαυστραλός», που ήρθε στην Ελλάδα στα σαράντα του. Έχει έναν μικρό εκδοτικό οίκο και δουλεύει χρόνια με πρόσφυγες και περιθωριοποιημένους. «Τίποτα από όσα κάνω δεν αφορά εμένα, αφορά συνήθως τους άλλους ανθρώπους».

Παρακολουθούσε την Παλαιστίνη επί δεκαετίες. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τον επηρέασε βαθιά. Ψάχνοντας κάποιον καλλιτέχνη να βοηθήσει, έπεσε πάνω στη δουλειά της Σάφα Οντά, σκιτσογράφου από τη Γάζα. «Οι σκιτσογράφοι έχουν έναν εκπληκτικό τρόπο να προσεγγίζουν τους ανθρώπους με απλότητα».
Η συνεργασία ήταν μια άσκηση υπομονής και τρυφερότητας εν μέσω πολέμου. «Δουλέψαμε για ενάμιση χρόνο σε αυτό το έργο και δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά. Γράφαμε ο ένας στον άλλον, χρησιμοποιούσαμε το Google Translate». Εκείνη ήταν σε προσφυγικό καταυλισμό, είχε χάσει το σπίτι της. «Ήταν σχεδόν σαν η περιπέτεια που περάσαμε να ήταν μεγαλύτερη από το ίδιο το βιβλίο». Και το βιβλίο, μια ιστορία για ένα παιδί, πάει αντίθετα στο ρεύμα: «Αντί για τη φρίκη του πολέμου, αφορά την ελπίδα, τη συμπόνια, την αγάπη και την ανθρωπιά».

Ο Κρίστοφερ διηγείται μια σκηνή που τον συγκίνησε. Είχε χάσει επαφή μαζί της για περίπου δυόμισι εβδομάδες, μετά από έναν σφοδρό βομβαρδισμό, είχε αρχίσει να ανησυχεί. Όταν τελικά του έγραψε, του ζητούσε συγγνώμη: «Λυπάμαι πολύ που σας έκανα να περιμένετε. Αλλά έχασα εννέα μέλη της οικογένειας και φίλους μου σε μία εβδομάδα». «Έκλαψα δύο φορές. Μια φορά για τον λόγο που δεν μπορούσε να μου μιλήσει και μια φορά για τον τρόπο που μου ζήτησε συγγνώμη».
«Αυτό είναι η πραγματική δικαιοσύνη και το θάρρος», λέει. «Και όλο αυτό το φιλότιμο για το οποίο μιλάμε ως Έλληνες. Εκείνη έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά». Όσο για τον ίδιο, ξεκαθαρίζει ότι δεν περιμένει τίποτα. «Δεν έχω κερδίσει ούτε ένα σεντ. Ήταν έργο αγάπης όλο αυτό το διάστημα».

Το ζωντανό αρχείο

Τα τέσσερα έργα πλαισιώνονται από φωτογραφίες της Ύπατης Αρμοστείας αποτυπώνουν, όπως λέει η Στέλλα Νάνου, «τις μεγαλύτερες προσφυγικές μετακινήσεις στο πέρασμα του χρόνου παγκοσμίως», μαζί με εικόνες από την Ελλάδα - από τη δεκαετία του 1950 μέχρι την κρίση του 2015-2016. Πιο πίσω από όλα, η Σύμβαση της Γενεύης του 1951, που γεννήθηκε «μέσα από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου».

«Τιμούμε τη δύναμη, το κουράγιο και το σθένος ανθρώπων που πέρασαν από πολύ δύσκολες καταστάσεις. Αναγκάστηκαν να αφήσουν την πατρίδα τους και παρ' όλα αυτά έχουν δείξει απίστευτο σθένος και έχουν χτίσει τη ζωή τους από την αρχή εδώ στη χώρα μας», καταλήγει η κ. Νάνου.

  • Η έκθεση «Memory and Courage» διεξάγεται στο συνεδριακό κέντρο του Ιδρύματος Στέλιος, από τις 17 έως τις 19 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Refugee Week Greece. Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη από τις 11:00 έως τις 20:00.