Κοινωνια

Μάνος Βουλαρίνος: η σάτιρα ως άσκηση ελευθερίας

Χρησιμοποιεί το χιούμορ όχι για να αποκοιμίσει τη σκέψη αλλά για να την αφυπνίσει

Κωστής Καζαμιάκης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια προσέγγιση στη σατιρική γραφή του Μάνου Βουλαρίνου και οι αναλογίες με την αριστοφανική παράδοση της κριτικής σκέψης

Γκαίτε: «Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται από αυτό που θεωρεί αστείο»
Ουίνστον Τσώρτσιλ: «Το αστείο είναι κάτι πολύ σοβαρό»

Διαβάζοντας και ακούγοντας τον Μάνο Βουλαρίνο, διαπιστώνει κανείς ότι αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική σάτιρα. Εκείνο που τον διαφοροποιεί από πολλούς ομότεχνούς του δεν είναι μόνο η αιχμηρή γλώσσα ή η διάθεση πρόκλησης, αλλά η ικανότητά του να εντοπίζει αντιφάσεις, να αποδομεί βεβαιότητες και να στρέφει το βλέμμα του αναγνώστη σε πλευρές της πραγματικότητας που συχνά παραμένουν αθέατες.

Η σάτιρά του δεν στηρίζεται στην εύκολη γελοιοποίηση ούτε στο επιφανειακό λογοπαίγνιο. Αντλεί τη δύναμή της από την ανάλυση. Πολλά από τα κείμενά του λειτουργούν ως μικρές ασκήσεις κριτικής σκέψης. Ξεκινούν από μια κοινά αποδεκτή παραδοχή, εξετάζουν τις εσωτερικές της αντιφάσεις και καταλήγουν σε συμπεράσματα που συχνά ενοχλούν ακόμη και όσους κατά βάση συμφωνούν μαζί του. Η ενόχληση αυτή δεν είναι παρενέργεια· είναι μέρος της λειτουργίας της σάτιρας όταν παραμένει ζωντανή.

Από αναλυτική σκοπιά, αυτό που ξεχωρίζει στον Βουλαρίνο είναι η συνέπεια του ύφους του. Ακόμη και όταν κάποιος διαφωνεί έντονα με τα συμπεράσματά του, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι διαθέτει σαφή επιχειρηματολογία, αναγνωρίσιμη φωνή και μια σπάνια ικανότητα να συμπυκνώνει πολύπλοκες ιδέες σε σύντομες, αιχμηρές διατυπώσεις. Αυτή η ικανότητα είναι που κάνει πολλούς να τον θεωρούν πιο διεισδυτικό από άλλους σύγχρονους σατιρικούς σχολιαστές.

Στη δημόσια ζωή της χώρας μας έχουν οικοδομηθεί μύθοι, ιδεολογικές υπερβολές και συλλογικές αυταπάτες. Ο Βουλαρίνος επιχειρεί να τις απογυμνώσει, όχι με διδακτισμό αλλά με ειρωνεία. Το γέλιο, στην περίπτωσή του, δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα αλλά ως μέσο κατανόησής της.

Σε αυτό το σημείο γίνεται η σύγκριση με τον Αριστοφάνη. Πρόκειται ασφαλώς για μια τολμηρή αναλογία, η οποία δεν πρέπει να εκληφθεί ούτε κυριολεκτικά ούτε ως εξίσωση λογοτεχνικού μεγέθους. Ωστόσο, στο επίπεδο της σατιρικής νοοτροπίας, η σύγκριση παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Ο Αριστοφάνης δεν υπήρξε απλώς κωμωδιογράφος. Υπήρξε οξυδερκής παρατηρητής της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της Αθήνας. Στα έργα του σατίριζε πολιτικούς, φιλοσόφους, ποιητές, κοινωνικές τάσεις, πνευματικές μόδες και συλλογικές ψευδαισθήσεις. Δεν πολεμούσε μόνο πρόσωπα, πολεμούσε ιδέες, νοοτροπίες και μορφές εξουσίας που θεωρούσε επιζήμιες για την πόλη.

Κάτι ανάλογο συναντά κανείς και στον Βουλαρίνο. Το ενδιαφέρον του δεν εξαντλείται στα πρόσωπα της επικαιρότητας. Συχνά εστιάζει στις αντιφάσεις των ιδεών που αυτά εκπροσωπούν. Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα στη δημόσια διακήρυξη και στην πραγματική συμπεριφορά, ανάμεσα στην ηθική που προβάλλεται και στην πρακτική που εφαρμόζεται. Η υποκρισία αποτελεί τον μόνιμο αντίπαλο και των δύο.

Το γέλιο, τόσο στον Αριστοφάνη όσο και στον Βουλαρίνο, λειτουργεί ως αποδόμηση. Αποδυναμώνει το κύρος όσων εμφανίζονται ως αυθεντίες, αποκαλύπτει την ευθραυστότητα των βεβαιοτήτων και επαναφέρει την κριτική σκέψη εκεί όπου η συνήθεια έχει επιβάλει τη σιωπή. Η σάτιρα, όταν είναι γνήσια, δεν παρηγορεί αλλά ταράζει.

Ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό είναι η ισχυρή προσωπική φωνή. Υπάρχουν δημιουργοί που αναγνωρίζονται από το ύφος τους πριν ακόμη διαβαστεί η υπογραφή τους. Αυτό δεν είναι απλώς τεχνική γραφής αλλά ιδιαίτερος τρόπος θέασης του κόσμου. Ο Βουλαρίνος ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί μαζί του, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί τη σαφήνεια της επιχειρηματολογίας του και την ικανότητά του να συμπυκνώνει σύνθετες ιδέες σε σύντομες και αιχμηρές διατυπώσεις. Τον βοηθά η καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας.

Η αδιαφορία απέναντί του είναι σπάνια. Όπως συνέβη και με τον Αριστοφάνη στην εποχή του, οι αντιδράσεις που προκαλεί είναι συνήθως έντονες. Άλλοι τον εκτιμούν βαθιά και άλλοι τον απορρίπτουν. Ίσως αυτό να αποτελεί ένδειξη ότι η γραφή του εξακολουθεί να αγγίζει ζωντανά νεύρα της δημόσιας συζήτησης.

Υπάρχουν βεβαίως και ουσιώδεις διαφορές. Ο Αριστοφάνης ήταν θεατρικός ποιητής και δημιουργός λογοτεχνικών έργων με μυθοπλασία, χορό και δραματική σύνθεση. Ο Βουλαρίνος είναι κυρίως αρθρογράφος και σχολιαστής της επικαιρότητας. Η σύγκριση, επομένως, αφορά περισσότερο τη μέθοδο της κριτικής παρά το ιστορικό ή καλλιτεχνικό μέγεθος.

Ο Χέρμαν Μέλβιλ έγραφε ότι η αμφιβολία οδηγεί τον άνθρωπο στην αντικειμενικότητα. Ίσως η ουσία της σάτιρας να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην αμφισβήτηση όσων παρουσιάζονται ως αυτονόητα. Ο Ναπολέων παρατηρούσε ότι η ιστορία είναι μια συρραφή ψεμάτων πάνω στα οποία έχουμε συμφωνήσει. Και ο Αριστοτέλης θεωρούσε την ειρωνεία και τη σάτιρα γνώρισμα του ελεύθερου ανθρώπου, σε αντίθεση με τη χυδαιολογία που επιδιώκει απλώς να προκαλέσει γέλιο.

Μέσα σε αυτή την παράδοση μπορεί να ιδωθεί και ο Βουλαρίνος. Η ειρωνεία του δεν αποσκοπεί μόνο στη διασκέδαση. Λειτουργεί ως μορφή διανοητικής αντίστασης απέναντι στη μαζική ευκολία των στερεοτύπων, των συνθημάτων και των έτοιμων απαντήσεων.

Ο ίδιος ο Αριστοφάνης δεν υπήρξε υπηρέτης κάποιας παράταξης. Αν και συχνά εξέφραζε επιφυλάξεις απέναντι στη δημαγωγία και στις υπερβολές της εποχής του, η σάτιρά του στρεφόταν εναντίον κάθε μορφής ανοησίας και κατάχρησης εξουσίας. Γι’ αυτό και τα έργα του εξακολουθούν να διαβάζονται όχι ως κομματικά κείμενα αλλά ως διαρκείς υπενθυμίσεις της ανθρώπινης αδυναμίας.

Κάτι αντίστοιχο επιδιώκει, με τα μέσα της εποχής του και ο Μάνος Βουλαρίνος. Σχολιάζει εξουσία και αντιπολίτευση με την ίδια οξύτητα, υπερασπίζεται τις απόψεις του χωρίς να αποφεύγει το κόστος και διατηρεί μια άμεση σχέση με το κοινό του. Θίγει ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των πολιτών, τη δικαιοσύνη, την πολιτική υποκρισία, τις ιδεολογικές υπερβολές, τα πρακτικά προβλήματα της κοινωνίας. Εκρηκτικός, επίμονος, σαρκαστικός αλλά συχνά βαθύτερα στοχαστικός, έχει καταφέρει να αποκτήσει μια διακριτή θέση στον δημόσιο λόγο. Και ίσως αυτό να αποτελεί τη σημαντικότερη επιτυχία του. Ότι χρησιμοποιεί το χιούμορ όχι για να αποκοιμίσει τη σκέψη αλλά για να την αφυπνίσει.