Κοινωνια

Η Μυρτώ, ο κυρ-Παντελισμός και η ανάγκη μας για ιδανικά θύματα

Πολιτική των σωμάτων στην πιο ωμή της μορφή, εκεί που αποφασίστηκε σε ποιαν αξίζει να πεθάνει και να σκυλευτεί

Χριστίνα Γαλανοπούλου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί οι γυναίκες πρέπει να είναι πάντα ιδανικά θύματα για να κλείνει το στόμα του κάθε κυρ-Παντελή;

Στην Ελλάδα, αν είσαι γυναίκα και δεν καταλήξεις από φυσικά αίτια ή κάποια ασθένεια, κοινώς αν πέσεις νεκρή από στραβή ή από γυναικοκτονία, για να σε κλάψουν πρέπει να είσαι ιδανικό θύμα, απολύτως άσπιλη και παρθένα, οριακά αγία.

Κανονικές γυναίκες, με σάρκινη ζωή, πάθη και λάθη δεν χωράνε στην εξίσωση του κυρ-Παντελισμού. Ο κυρ-Παντελής τη γυναίκα –ζωντανή ή νεκρή- τη θέλει κάπως, τη ζει στο φαντασιακό του και την πεθαίνει με όρους ιεράς εξέτασης. Τη θέλει τέλεια, φρόνιμη, συνεσταζούμενη, χωρίς εμπειρίες και επιθυμίες. Αλάνθαστη και πειθήνια, αγία και πόρνη. Μητέρα και σύζυγο. Φροντίστρια και εργαζόμενη. Θύμα και ιδανικό. Όλα τα απλοϊκά και βολικά δίπολα στα οποία προσπαθεί να ισορροπήσει αιώνες τώρα ο γυναικοκόσμος, η γιαγιά μας και η μάνα μας, εμείς και οι κόρες μας.

Ό,τι δεν μπαίνει σ’ αυτά τα δύο κουτιά, θεωρεί ότι του επιτρέπεται να το κακοποιεί στη ζωή και στον θάνατο, στο διηνεκές. Ακριβώς αυτό που συμβαίνει τώρα με τη Μυρτώ και την κοινωνία, όχι μόνο του Αργοστολίου – μια ματιά στα σχόλια στα social media αυτή τη στιγμή, πείθει και τον πιο αμέτοχο.

«Τι φόραγε;». «Τι γύρευε εκεί με τρεις άντρες;». «Πού τα έβρισκε τα λεφτά για τόσα λούσα, βαψίδια και πλαστικές;». «19 χρονών; Για 30άρα φαινόταν». «Έτσι είναι τα καλά κορίτσια;»: ένα ατέλειωτο, εμετικό victim blaming από μια αποβλακωμένη κοινωνία που προσπερνάει με φόρα τα ουσιώδη (την απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής και την ευθύνη τριών αντρών) και επικεντρώνεται στη φούστα μιας κοπέλας.

Και αφού έχει δοθεί ήδη συγχωροχάρτι –και από γυναίκες- στους τρεις «λεβέντες» που απίθωσαν μία νεαρή γυναίκα μισοπεθαμένη και μόνη σε κοινή θέα, η λαϊκή ετυμηγορία, άναρθρη και ανορθόγραφη έρχεται να πέσει πάνω στη νεκρή.

Έκανε κοκαΐνη; Ήθελε σεξ με τρεις; Τι έκανε στο ξενοδοχείο; Κι αν έκανε, τι; Κι αν ήθελε, τι; Της άξιζε να πεθάνει; Της άξιζε να πεταχτεί σαν σάκος με σκουπίδια σε μια πλατεία; Από πότε η αυτονομία και ηαυτοδιάθεση των σωμάτων τιμωρείται με θάνατο πασπαλισμένο με μπόλικη χαιρεκακία;

Από πότε μια ολόκληρη κοινωνία αφυδατώθηκε τόσο πολύ από τη συνείδηση και τα αισθήματά της και δικαιολογεί μία τέτοια κατάληξη με τα σιχαμένα κλισέ τύπου «πήγαινε γυρεύοντας» και τα «’θελε και τα ‘παθε»;

Όσο μετράμε τη φούστα και την ηθική ενός κοριτσιού με το αγιόμετρο, θα χάνεται κόσμος, στο χώμα και στις φυλακές και μετά θα ξεχνιόμαστε και πάλι από την αρχή, σ’ ένα σκληρό μάθημα που, τελικά, δεν μαθαίνεται ποτέ και δεν διδάσκεται κανείς. Ούτε ο κυρ-Παντελής από το νησί, ούτε ο ομόλογός του από την πόλη.

Μια πράξη ακραίας βίας –ναι, και το να εγκαταλείψεις έναν άνθρωπο σε ανάγκη να πεθάνει, ενώ θα μπορούσε να σωθεί ΕΙΝΑΙ ακραία βία- να υπογραμμίζει την πολιτική των σωμάτων στην πιο ακραία της μορφή – εκεί δηλαδή που όχι απλώς τρεις τύποι και μια ολόκληρη κοινωνία σε σιωπή, αποφάσισε ποιο σώμα είναι αναλώσιμο, ποιο σώμα δεν μπορεί να προστατευθεί επαρκώς.

Και όσο περιμένουμε αποκλειστικά από τις γυναίκες αγιοσύνη και παρθενία (άρα μη σώμα), θα πεθαίνουμε όλες πάνω από μία φορά, λογοδοτώντας και μετά θάνατον για τα λάθη μας. Στην περίπτωση της Μυρτώς λογοδοσία χρωστάει και η τοπική κοινωνία –που βλέπει, ακούει, ξέρει, αλλά σωπαίνει- και όλοι εμείς οι υπόλοιποι που ανατρέφουμε και μοιραζόμεστε το ίδιο οξυγόνο με νταήδες.