Κοινωνια

Social media και παρορμητικές αναρτήσεις

Η παγίδα της βιασύνης, της εχθροπάθειας και του «με πνίγει το δίκιο»

Σώτη Τριανταφύλλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα social media ενισχύουν παρορμητικές αναρτήσεις και τοξικό λόγο, επηρεάζοντας την πολιτική επικοινωνία και τη δημόσια συζήτηση

Η χρήση των ψηφιακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην πολιτική αποτελεί μέρος της άσκησης εξουσίας και της εκλογικής τακτικής. Δεν πρόκειται μόνο για εργαλείο επικοινωνίας αλλά για μηχανισμό διαμόρφωσης πολιτικής ταυτότητας και ατζέντας. Με λίγα λόγια, πες μου αν και πώς χρησιμοποιείς τα social media να σου πω ποιος είσαι.

Οπωσδήποτε, είναι πολύ αργά για να στηρίξει κανείς το επιχείρημα ότι η σοβαρότητα και η εγκυρότητα καταρρέουν στις διαδικτυακές ανταλλαγές —εξάλλου, έχουν καταρρεύσει, αν ήταν ποτέ όρθιες ως αξίες, και εκτός των διαδικτυακών ανταλλαγών. Άρα, μένει λιγοστός χώρος για την κριτική αποτίμησή τους.

Τα social media μάς μεταμορφώνουν όλους σε πολιτικούς, σε δημοσιογράφους, σε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Όλες οι γνώμες εξισώνονται κι όποιος κάνει περισσότερο θόρυβο ακούγεται σε μεγαλύτερη ακτίνα. Όσο για τα πολιτικά πρόσωπα, έχουν βρει στα social media έναν φαινομενικά εύκολο τρόπο για να απευθύνονται στους πολίτες —όμως, δεν υπάρχει εύκολος τρόπος με τον οποίον να απευθύνεται κανείς στους πολίτες· κι αν υπάρχει, είναι λανθασμένος. Αρκετοί πολιτικοί προσπαθούν με αναρτήσεις να δημιουργήσουν την αίσθηση της αυθεντικότητας («τα παιδιά του λαού») και της προσωπικής σχέσης με το κοινό: γράφουν απρόσεκτα, στο πόδι, κάνοντας ορθογραφικά και συντακτικά λάθη· άλλοι χτίζουν μια περσόνα, ζόρικη, χιουμοριστική ή μελοδραματική γεμάτη «ενσυναίσθηση»· όλοι πασχίζουν να συγκροτήσουν ή να στηρίξουν ένα αφήγημα, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που χαρακτηρίζουν τα ψηφιακά μέσα. Αυτά τα δεδομένα μάς δείχνουν ότι τα αρνητικά και επιθετικά μηνύματα διαδίδονται περισσότερο και γρηγορότερα· ότι η επονομαζόμενη τοξικότητα έχει ισχυρό αντίκτυπο: αν κάποιος γράψει «Ίσως ο Α δεν έχει ορθή ενημέρωση» δεν προσελκύει το ενδιαφέρον· αν γράψει «Ο Α είναι ηλίθιος, λέει ψέματα και του έστειλα εξώδικο» έχει βεβαίως περισσότερες ελπίδες να γίνει viral.

Συχνά, οι αναρτήσεις γίνονται εν βρασμώ ψυχής όπως έλεγαν οι παλιότεροι: κοινώς, όταν κάποιος τα έχει πάρει στο κρανίο. Ωστόσο, ιδιαίτερα τα πολιτικά πρόσωπα θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη ότι η πολιτική είναι αποδοτική μόνον όταν ασκείται με νηφαλιότητα —τα tweets του Ντόναλντ Τραμπ έχουν γίνει περιβόητα ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης νηφαλιότητας. Και, για να είμαι ακριβής, εξαιτίας μερικών ακόμη πραγμάτων: περιορισμένο λεξιλόγιο, αλλόκοτα emoji, αντιφάσεις και επίδειξη άγνοιας. Η παρορμητικότητα την οποία, έτσι κι αλλιώς, ευνοεί η εποχή μας οδηγεί σε επιπόλαιες αναρτήσεις, ασυλλόγιστα σχόλια, γκάφες και πραγματολογικά λάθη που καταλήγουν σε fake news. Κοντολογίς, νομίζω ότι χρειάζεται περισσότερη προσοχή και λιγότερη εμπιστοσύνη στα αισθήματα αγανάκτησης και οργής.

Φοβάμαι ότι η πολιτική και οι πολιτικοί βυθίζονται σ’ αυτή την ακατάσχετη διαδικτυακή φλυαρία, η οποία εκτυλίσσεται χωρίς σκέψη, με ένα δάχτυλο που σκρολάρει σχεδόν αυτόνομα, χωρίς σύνδεση με το υπόλοιπο σώμα. Το αποτέλεσμα είναι η σύγχυση του προσωπικού και του θεσμικού ρόλου των ατόμων, και η παραπληροφόρηση, η οποία, με τη σειρά της, πλήττει την αξιοπιστία των χρηστών και δεν ταιριάζει με τα πολιτικά αξιώματα. Το κυνήγι της virality γίνεται εις βάρος της σοβαρότητας. Η δε προσπάθεια μερικών να φανούν cool μπορεί να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα: εδώ απαιτούνται συγκεκριμένα όρια προσωπικότητας που να εμποδίζουν, για παράδειγμα, τη μίμηση του σκληρού μάγκα, ή τη μίμηση του εξεγερμένου ράπερ. Δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι μάγκες και ράπερς. Άρα, στον χώρο των social media ισχύει ό,τι ισχύει σε όλους τους χώρους: οι άνθρωποι πρέπει να προστατεύουν την ιδιωτική τους ζωή, να θέτουν όρια μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας· να προσέχουν τι λένε, πώς το λένε, πότε το λένε και γιατί. Τα πολιτικά πρόσωπα έχουν ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη: σε περιβάλλον πόλωσης και αλγορίθμων που ενισχύουν τα άκρα, οφείλουν να συγκρατούν την αχαλίνωτη, προς το παρόν, τάση για performance politics. Η πολιτική-θέαμα, η εξάρτηση από την προσοχή (η attention economy), ο ανταγωνισμός με τους influencers και η στοχοποίηση ατόμων (με ή χωρίς θεσμική ισχύ ή εξουσία) είναι μερικές από τις συνιστώσες αυτής της τάσης που πρέπει, για το καλό όλων μας, να μη μείνει ανεξέλεγκτη.

Τα social media δοκιμάζουν σκληρά τους πολιτικούς. Από την εικόνα τους στις διάφορες πλατφόρμες, από τα λάθη και τις γκάφες τους, από τον χαρακτήρα που προβάλλουν (με ένα σωρό ταπεινά ελαττώματα), δείχνουν αν είναι κατάλληλοι για υπεύθυνες θέσεις, για θέσεις λήψης αποφάσεων. Άνθρωποι σαν τον Ντόναλντ Τραμπ, σαν την Alexandria Ocasio-Cortez (που οξύνει συστηματικά τα πάθη), σαν τον Anthony Weiner (που έστειλε φωτογραφίες σεξουαλικού περιεχομένου μέσω Twitter), σαν τη Rima Hassan (που εκθειάζει τη Χαμάς) είναι προφανώς ακατάλληλοι. Ακατάλληλος απεδείχθη και ο Boris Johnson ο οποίος σχολίαζε την πανδημία σε χαλαρό στιλ· ακατάλληλοι είναι σίγουρα και πολλοί συμπατριώτες μας οι οποίοι αναρτούν ύβρεις, συνήθως με πολλά θαυμαστικά και κεφαλαία γράμματα, πράγμα που επιτείνει την εντύπωση ότι τα έχουν γράψει σε στιγμή υπερτασικής κρίσης.

Προτείνω σταθερά την αποχή από τα social media, αλλά υπάρχει και λιγότερο δραστική εναλλακτική. Σκέψη πριν από κάθε ανάρτηση, προσοχή στην ορθογραφία, σεβασμό στη γλώσσα («Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», όπως έλεγε ο Σολωμός), σεβασμό στους άλλους. Και λίγη ηρεμία επιτέλους: ας μη φτάνουμε στα πρόθυρα του εγκεφαλικού επεισοδίου. Η εχθροπάθεια, η έλλειψη ψυχραιμίας και η προπέτεια («με πνίγει το δίκιο! Θα σκάσω!») καθιστούν τα posts επιταχυντές λαθών: οι χρήστες γίνονται ευάλωτοι σε σφάλματα υψηλού κόστους, κατασκευάζουν εχθρούς, δηλητηριάζουν ένα ήδη δύσοσμο κλίμα. Το στοίχημά μας δεν είναι ποιος θα βρίσει πιο μεγαλόφωνα τον άλλον, αλλά πώς θα βρούμε λύσεις για τα προβλήματα που αφορούν όλους μας.