Κοινωνια

Πατήρ Χαράλαμπος Κοπανάκης: «Όταν η πίστη φοβάται την αμφιβολία, γίνεται επικίνδυνη»

Η πίστη, η αμφιβολία και η ανάγκη να μην κρυβόμαστε πίσω από τον Θεό

Λουκάς Βελιδάκης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια συζήτηση με τον ιερέα Χαράλαμπο Κοπανάκη για την πίστη, την αμφιβολία, τον φόβο, την ανάγκη για νόημα και τα όρια της Εκκλησίας σε έναν κόσμο που αλλάζει

«Αν η πίστη δεν εμπεριέχει την ποιότητα της αμφισβήτησης, μπορεί να γίνει πάρα πολύ επικίνδυνη». Δεν είναι φράση που ακούς συχνά από κάποιον που φοράει ράσα. Ούτε από ιερέα με τριάντα χρόνια διακονίας. Ο πατέρας Χαράλαμπος Κοπανάκης τη λέει σαν να περιγράφει κάτι αυτονόητο.

Είναι ένας παπάς μοντέρνος και η συζήτηση μαζί του κυλάει γρήγορα. Του ζήτησα να μιλήσουμε με αφορμή το Πάσχα κι όμως γρήγορα η κουβέντα άνοιξε: τι σημαίνει να πιστεύεις σήμερα, σε έναν κόσμο που κινείται με ψηφιακές ταχύτητες και με διαρκείς αβεβαιότητες.

Ο π. Χαράλαμπος υπηρετεί εδώ και τρεις δεκαετίες την ιεροσύνη, με ενορία στον Σοκαρά, στο νότιο Ηράκλειο. Τα πρώτα 20 και πλέον χρόνια της διακονίας του τα έζησε στο χωριό, πριν μετακινηθεί στην πόλη του Ηρακλείου για λόγους σπουδών, διατηρώντας ωστόσο καθημερινή σχέση με την ενορία του.

Η πορεία του προς την Εκκλησία ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία, μέσα σε ένα δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον, και συνοδεύτηκε αργότερα από μια μακρά προσωπική διαδρομή αυτογνωσίας και ψυχοθεραπείας, που τον οδήγησε σε μια πιο ανοιχτή, διαλογική και λιγότερο φοβική στάση απέναντι στην πίστη και στους ανθρώπους.

Παντρεύτηκε πολύ νέος σε ηλικία και έχει τρεις κόρες -29, 26 και 24 ετών- για τις οποίες στάζει μέλι.

Ο ίδιος δεν έχει καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τα εργαλεία της εποχής - άλλωστε τον εντόπισα στο Facebook. «Τα ψηφιακά μέσα είναι μια δυνατότητα. Είναι αδιανόητο για μένα ένας άνθρωπος που ζει σήμερα να μην τα χρησιμοποιεί», λέει, σημειώνοντας ότι δεν τα αντιμετωπίζει ως απειλή, ούτε ως κάτι ξένο προς την εκκλησιαστική εμπειρία. Τα χρησιμοποιεί για να καταθέτει σκέψεις, να ανοίγει συζητήσεις, να ανεβάζει ομιλίες.

Βάζει όμως ένα όριο: «Ποτέ δεν μεταδίδω τη λατρεία», καθώς πρόκειται για «εκκλησιολογική εκτροπή, υπό την έννοια ότι δεν παρακολουθούμε τη λατρεία - μετέχουμε στη λατρεία». Και συνεχίζει: «Δεν είναι όπως το να παρακολουθώ μια θεατρική παράσταση ή ένα κινηματογραφικό έργο. Η λατρεία είναι η ζωή της κοινότητας, ο χώρος όπου συναντάται - εκεί σφυρηλατεί την ενότητά της γύρω από την κοινή τράπεζα. Οπότε η φυσική μετοχή στη λατρεία είναι προαπαιτούμενο. Χωρίς να καταδικάζω αυτούς που μεταδίδουν, εγώ δεν θεωρώ ότι αυτό είναι ορθό».

Μια πορεία που ξεκίνησε ως «κρυψώνα»

Η διαδρομή του προς την ιεροσύνη ξεκίνησε από τα παιδικά του χρόνια. «Μεγάλωσα μέσα σε μια οικογένεια με πολύ σοβαρές δυσκολίες» αναφέρει, τονίζοντας ότι η επαφή με την Εκκλησία έγινε μέρος της καθημερινότητάς του. «Από τα 9-10 μου άρχισα να εμπλέκομαι στην ενορία, να βοηθάω τον παπά». Η απόφαση, όπως τη θυμάται σήμερα, διαμορφώθηκε ακαριαία: «Στα 10 μου έλεγα ότι θα γίνω παπάς». Η συνέχεια ήταν προδιαγεγραμμένη: «Στα 11 μου έφυγα σε εκκλησιαστική σχολή. Έμεινα συνολικά 9 χρόνια. Μόλις βγήκα, μέσα σε δύο μήνες μπήκα στη διαδικασία, αρραβωνιάστηκα, παντρεύτηκα, έγινα κληρικός».

Για χρόνια, αυτή η πορεία είχε μια σαφή ερμηνεία μέσα του: ήταν «κλήση», που -όπως πίστευε- ερχόταν απ’ έξω. Χρειάστηκε χρόνος για να αλλάξει αυτή η ανάγνωση. «Μέσα από ψυχανάλυση και ψυχοθεραπείες πολλών χρόνων διαπίστωσα, ανακάλυψα και αποδέχτηκα ότι ήταν μια προσπάθεια να ασφαλιστώ κάπου. Είχα τρομερές εσωτερικές ανασφάλειες και ήθελα κάπου να τις κρύψω. Ο εκκλησιαστικός χώρος ενδείκνυται για αυτό. Λειτουργεί πολύ συχνά ως κρυψώνα. Ως κρυψώνα των ανασφαλειών μας».

Αυτό δεν το λέει για να απορρίψει τη διαδρομή του, «δεν είναι δήλωση μετάνοιας, αλλά δήλωση επίγνωσης». Η αλλαγή δεν ήρθε ως ρήξη αλλά ως κατανόηση. «Όταν απέκτησα επίγνωση των κινήτρων, αντί να λιτανεύω ότι με κάλεσε ο Θεός, κατάλαβα ότι μέσα από τις δυσκολίες μας και τα ψυχολογικά μας τραύματα γράφουμε την ιστορία μας». Αυτή η παραδοχή τον άλλαξε: «Το σπουδαίο είναι να μην παραπλανούμαστε με διαφορετικές ερμηνείες. Τότε απελευθερωνόμαστε».

Αυτή η απελευθέρωση είχε συνέπειες και στον τρόπο που ασκεί την ιεροσύνη: «Άρχισα να είμαι πιο παραγωγικός και πιο ποιοτικός και ως άνθρωπος και ως κληρικός. Δεν έχω την ανάγκη να διώχνω ανθρώπους. Μπορώ να διαλέγομαι πολύ πιο εύκολα. Έχω μεγαλύτερη ανοιχτοσύνη και εσωτερική ελευθερία».

Η αμφισβήτηση

Η διάκριση που κάνει δεν είναι ανάμεσα σε πιστούς και μη πιστούς. Είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που αντέχουν την αμφιβολία και σε όσους τη φοβούνται. «Δεν έχω συναντήσει ποτέ πρόβλημα με ανθρώπους που δεν πηγαίνουν εκκλησία», τονίζει και εξηγεί: «Είμαι ανοιχτός στη διερώτηση, στην αμφισβήτηση. Τολμώ και ο ίδιος να αμφισβητώ».

Αυτή η στάση αλλάζει και τον τρόπο που βλέπει τους «εκτός» εκκλησίας: «Με αυτούς τους ανθρώπους που είναι έξω δεν αισθάνομαι απειλητικά. Δεν αισθάνομαι ότι με απειλούν. Δεν μου επιτίθενται άνθρωποι οι οποίοι δεν πιστεύουν ή αυτοπροσδιορίζονται ως μη πιστοί. Επιτίθενται άνθρωποι πιστοί».

Δεν το παρουσιάζει ως μεμονωμένο φαινόμενο αλλά ως σύμπτωμα, που το αποδίδει σε έναν τρόπο λειτουργίας που καλλιεργείται μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. «Δυστυχώς έχει την τάση να απλοποιείται η αμφισβήτηση», λέει και προσθέτει: «Δεν εκπαιδεύουμε το ποίμνιο να αμφισβητεί. Το εκπαιδεύουμε να υιοθετεί και να καταπίνει αμάσητη τροφή, χωρίς να την επεξεργάζεται».

Κατά τη γνώμη του, η συνέπεια αυτής της στάσης είναι επικίνδυνη: «Όταν η πίστη δεν εμπεριέχει την ποιότητα της αμφισβήτησης, μπορεί να γίνει πάρα πολύ επικίνδυνη. Να κλείσει τον άνθρωπο, να μπλοκάρει την εξέλιξή του, να δημιουργήσει μια τρομερή εσωτερική αυτοδικαίωση ότι κατέχει την αλήθεια». Και τότε, υπογραμμίζει, η πίστη παύει να λειτουργεί ως χώρος ελευθερίας και μετατρέπεται σε μηχανισμό άμυνας: «Γι’ αυτό βλέπουμε ανθρώπους που μιλάνε με έναν λόγο αφοριστικό, που γίνονται πάρα πολύ επιθετικοί».

Το μήνυμα της Ανάστασης

Η επιστροφή μέρους της κοινωνίας προς την Εκκλησία τα τελευταία χρόνια, είτε λόγω της κρίσης, της πανδημίας και της γενικευμένης αβεβαιότητας, δεν τον εκπλήσσει. Την τοποθετεί μέσα σε ένα περιβάλλον πίεσης, στέκεται όμως περισσότερο σε αυτό που θεωρεί πιο κρίσιμο: τι προσδοκά ο άνθρωπος από αυτή. Κι εκεί εντοπίζει την παγίδα: «Αν αυτό που λανσάρουμε είναι ότι μέσα στις δυσκολίες, είτε είναι σε κοινωνικό πεδίο είτε σε προσωπικό, πηγαίνοντας στην Εκκλησία αυτά θα εξαφανιστούν ή θα εξομαλυνθούν, παραπλανούμε τους ανθρώπους». Και προσθέτει: «Γίνεται η δεύτερη πλάνη, η χειρότερη της πρώτης».

Η ένστασή του δεν είναι απέναντι στην ανάγκη του ανθρώπου να αναζητήσει στήριγμα, αλλά απέναντι στην υπόσχεση ότι η πίστη λειτουργεί σαν ασπίδα. «Η ζωή, τα προβλήματα, οι δυσκολίες και η αβεβαιότητα είναι συνυφασμένα», σημειώνει και προσθέτει: «Η θρησκευτικότητα δεν εξαλείφει τα προβλήματα». Αντίθετα, αυτό που -κατά τη γνώμη του- θα μπορούσε να προσφέρει η Εκκλησία «είναι να δώσει τα εργαλεία στον άνθρωπο να αποδεχθεί, να ησυχάζει μέσα στη γενικότερη ακαταστασία». «Χωρίς να ψάχνει ότι αν εγώ πάω στην Εκκλησία, αυτόματα θα γίνω ο εκλεκτός του Θεού, άρα ο Θεός θα με σκεπάζει και θα με προστατεύει. Αυτό είναι εντελώς κόντρα στο Ευαγγελικό μήνυμα», συμπληρώνει.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ορίζει και το μήνυμα της Ανάστασης: «Είναι η δυνατότητα μεταμόρφωσης του ανθρώπου - η ανάδυσή του από τα τραύματά του, η μεταμόρφωσή του από επίπεδα όπου έβλεπε παραμορφωτικά τα πράγματα, που ασφυκτιούσε σε απόλυτες ερμηνείες. Να μπορεί ο άνθρωπος να εξελίσσεται, να αναγεννάται από τις στάχτες του παρελθόντος του - κάτι ομορφότερο, καλύτερο, ποιοτικότερο. Αν δεν έχουμε εξέλιξη μέσα από τις Αναστάσεις μας και πιστεύουμε μόνο λεκτικά, είναι ένα ψυχολογικό τρικ».

Η υπόθεση του Αγίου Φωτός

Ο ίδιος θέλει να σχολιάσει και το θέμα του Αγίου Φωτός. «Ήξερα εξ αρχής ότι είναι αδύνατο να δίνεται ένα ραντεβού με τον Θεό κάθε χρόνο, συγκεκριμένη ώρα και συγκεκριμένη ημέρα και να γίνεται ένα καταναγκαστικό θαύμα. Ήξερα εξ αρχής ότι πρόκειται για απάτη».

Εξηγεί τη θέση του και θεολογικά: «Στην εκκλησιολογία μιλάμε για εξαγιασμό φυσικών υλικών που προσκομίζουμε εμείς. Εμείς προσκομίζουμε το ψωμί και το κρασί για την Ευχαριστία, εμείς το νερό για τον αγιασμό, εμείς το λάδι για το ευχέλαιο. Εμείς ανάβουμε τη φλόγα στο καντήλι, ανάβουμε τη λαμπάδα και έτσι μεταδίδουμε».

«Μίλησα από άμβωνος ξεκάθαρα για το πώς και τι γίνεται. Πήγα μάρτυρας υπεράσπισης στο ποινικό δικαστήριο», λέει, αναφερόμενος στην υπόθεση του Δημήτρη Αλικάκου: «Στο ποινικό δικαστήριο απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες. Στο αστικό δικαστήριο μπήκαν στην ουσία και είπαν ξεκάθαρα ότι συνάγεται από το αποδεικτικό υλικό ότι το Άγιο Φως στον Πανάγιο Τάφο ανάβει όπως σε όλους τους ναούς, δηλαδή με ανθρώπινη παρέμβαση, με αναπτήρα ή σπίρτα».

«Αντί να επιτίθενται στον Αλικάκο, σε μένα ή σε όποιον αποδέχεται την πραγματικότητα, θα πρέπει να απευθυνθούν στο ίδιο το Πατριαρχείο», συμπληρώνει και επικαλείται και τις κινήσεις που ακολούθησαν: «Το Πατριαρχείο αφαίρεσε από παντού τις αναφορές περί Αγίου Φωτός, κατέβασε τα κείμενα που κατηγορούσαν τον Αλικάκο για συκοφαντία και παραμόρφωση. Όποιος θεωρεί ότι υβρίζω την πίστη του, ας απευθυνθεί στο Πατριαρχείο. Αν λάβει θεσμική, ρητή, κατηγορηματική απάντηση ότι πρόκειται για θαύμα, εγώ θα βγω να ζητήσω συγγνώμη».

Η πίστη ως χειραφέτηση

Ο π. Χαράλαμπος Κοπανάκης έχει διαμορφώσει μια πορεία που συνδυάζει τη θεολογική κατάρτιση με τη σύγχρονη ψυχοκοινωνική προσέγγιση. Μετά από εννέα χρόνια σε ιερατικές σχολές και την απόκτηση πτυχίου Θεολογίας από το ΑΠΘ το 2005, συνέχισε να εξελίσσεται ακαδημαϊκά, ολοκληρώνοντας τον Σεπτέμβριο τις σπουδές του στο τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του ΕΛΜΕΠΑ, μάλιστα μαζί με τη νεότερη κόρη του.

Τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί συστηματικά στην ψυχοθεραπεία και την ψυχανάλυση, μια διαδικασία που του έδωσε τα εργαλεία να διαβάσει την πραγματικότητα διαφορετικά. Στόχος του είναι να συνεχίσει με εξειδίκευση στην ψυχοθεραπεία, με κατεύθυνση την ψυχοδυναμική προσέγγιση και τη συμβουλευτική.

Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνομιλία μας, ζήτησα ένα τελευταίο σχόλιο, ό,τι εκείνος θέλει: «Αν το εκκλησιαστικό βίωμα δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο αλλά τον κλείνει και δημιουργεί ένα προφίλ μιζέριας και πολέμου εχθρών παντού, ορατών και αοράτων, είναι επικίνδυνο». Και τι προτείνει; «Μια θρησκευτικότητα η οποία υπηρετεί τη χειραφέτηση του ανθρώπου και την εξέλιξή του, όχι την γκετοποίησή του».