Κοινωνια

Άνθρωποι και ειδήσεις: Σχέση ισορροπίας ή προβληματισμού;

Η ενημέρωση ως πηγή άγχους και η συναισθηματική μας ισορροπία και συμπεριφορά

Αριστοτέλης Σταμούλας
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η δύναμη της αρνητικής πληροφόρησης στον σύγχρονο κόσμο και ο ρόλος των ΜΜΕ

Η καθημερινή ειδησεογραφία, εγχώρια και διεθνής, διάγει «μέρες αφθονίας», μην γνωρίζοντας κυριολεκτικά ποιο θέμα να αφήσει και με τι να πρωτοπιαστεί μέσα από μία ανεξάντλητη δεξαμενή ειδήσεων όπου, δυστυχώς, υπερτερούν δυσάρεστα γεγονότα και αρνητικές καταστάσεις που προκαλούν άγχος, φόβο, απαισιοδοξία, ταραχή, αναστάτωση και νευρικότητα ακόμα και στους ψυχραιμότερους ή δήθεν ασυγκίνητους.

Η δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών εξελίσσεται από ενάρξεως μετ’ εμποδίων, «πνιγμένη» σε ατέρμονες εντάσεις και αντεγκλήσεις και με μειωμένη, προς το παρόν, αξιοπρέπεια, που καθόλου δεν αρμόζει στη βαρύτητα των δικαζόμενων αδικημάτων, στον πόνο των συγγενών των θυμάτων ούτε σε μία τόσο σημαίνουσα για τα δικαστικά χρονικά της χώρας διαδικασία. Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και στο Ρωσο-Ουκρανικό μέτωπο (αλλά ακόμα και ο λιγότερο προβεβλημένος εμφύλιος στο Σουδάν) μαίνονται και λειτουργώντας ως συγκοινωνούντα δοχεία, δημιουργούν μία εξαιρετικά ασταθή γεωπολιτική συγκυρία υπερ-περιφερειακής κλίμακας, που ξυπνά μνήμες Ψυχρού Πολέμου και καταλήγει για μία ακόμα φορά σε διαρκή απειλή για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια.

Γενικώς, η κατάσταση στον κόσμο γίνεται ολοένα πιο σύνθετη, αυξητικά ταραχώδης και λιγότερο προβλέψιμη, βιώνοντας μία πρωτοφανή αναθεώρηση διεθνών σχέσεων και καθεστηκυίων αρχών, τον θάνατο παραδοσιακών ιδεολογιών, την αμφισβήτηση πάλαι ποτέ πανίσχυρων διακρατικών οργανισμών, οικονομικές κρίσεις μεγάλης διάρκειας και διασυνοριακής εμβέλειας, τη γέννηση νέων νομικών, κοινωνικών και πολιτικών διλημμάτων με δύσκολο βαθμό επίλυσης, τον κλονισμό των σχέσεων μέχρι πρότινος παραδοσιακών συμμάχων, την κανονικοποίηση σφοδρών γεωπολιτικών ανακατατάξεων και ανατρεπτικών αβεβαιοτήτων, αλλά και τις βίαιες μετακινήσεις σχεδόν ολόκληρων εθνικών πληθυσμών υπό διωγμό, που όμως δοκιμάζουν τις πεπερασμένες αντοχές των κοινωνιών που τους δέχονται.

Μέσα σε όλα αυτά, ακρίβεια και οικονομική αστάθεια, δυσλειτουργία και απαξίωση θεσμών, σκληρές αντιπαραθέσεις στα όρια της απρέπειας εντός και εκτός Βουλής, η μόνιμη πλέον συμβίωσή μας με την κλιματική κρίση και τις αρνητικές της συνέπειες χειμώνα-καλοκαίρι, εξάντληση φυσικών πόρων, τρομοκρατία, χουλιγκανισμός, μικρή και μεγάλη εγκληματικότητα, καθημερινή κυκλοφοριακή ασφυξία στους δρόμους, δυστυχήματα, καυγάδες, εξαφανίσεις και απαγωγές, φαινόμενα καλπάζουσας νεανικής παραβατικότητας, απανωτά πολιτικά σκάνδαλα και μία Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει την Ελλάδα διαρκώς στο στόχαστρο τελευταία για τη συστηματική κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων αγροτικών ενισχύσεων με πρωταγωνιστές πρωτοκλασάτα πολιτικά στελέχη (βουλευτές και υπουργούς, νυν και πρώην). Η λίστα των ειδήσεων με αρνητικό πρόσημο και κινδυνολογικό-απογοητευτικό περιεχόμενο κυριολεκτικά δεν έχει τέλος…

Όλα αυτά προβάλλονται συνεχώς από τα ΜΜΕ όχι απαραίτητα μέσω μίας διαδικασίας απλής και ουδέτερης μετάδοσης των γεγονότων, αλλά θα λέγαμε με μία τάση «διαμόρφωσης» της πραγματικότητας. Όχι υπό την έννοια ότι αλλοιώνει αυτά καθαυτά τα γεγονότα, αλλά ότι πολλές φορές ενσωματώνει μία διάθεση υπερτονισμού της δυσμενούς διάστασης και των απαισιόδοξων στοιχείων τους, έχοντας (τα ΜΜΕ) επίγνωση της ισχυρής τους επίδρασης ως φορείς πληροφόρησης (τέταρτη εξουσία), αλλά και ως παράγοντες άσκησης υπολογίσιμης επιρροής στην ψυχολογία των τηλεθεατών, αναλόγως του περιεχομένου, της κριτικής ικανότητας του δέκτη και της συχνότητας-έντασης της έκθεσής του.

Όταν αυτή η έκθεση είναι συστηματική, επαναλαμβανόμενη και συνεχής, ιδίως σε αρνητικές ειδήσεις (κάτι σαν το «infinite scroll» και το «doomscrolling» στα ψηφιακά μέσα), δεν διαδραματίζει μόνο καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό της κοινής γνώμης με έμφοβα χαρακτηριστικά, αλλά έχει και σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, αισθάνονται και αλληλεπιδρούν. Διότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα υπο-εκπροσώπησης θετικών και ευχάριστων ειδήσεων (ναι, υπάρχουν και τέτοιες), η οποία θυσιάζει τις ανάγκες του κοινού για μία πιο ισορροπημένη ενημέρωση, αλλά και για ένα ισχυρό φαινόμενο που έχει τη δύναμη να καθοδηγεί την ανθρώπινη συναισθηματική ισορροπία και συμπεριφορά, με εκτεινόμενες επιπτώσεις στη λειτουργία, συνολικά, της κοινωνίας και των θεσμών.

Παρακολουθώντας, φερ’ ειπείν, ένα δελτίο ειδήσεων με παρέα, ακούς συνήθως από παντού επιφωνήματα εκδήλωσης αγωνίας, στρες, αγανάχτησης, έως αισθημάτων πανικού, ανασφάλειας και φόβου, τα οποία, όταν το άτομο μένει μόνο, δεν θέλει και πολύ, αναλόγως των ευαισθησιών του καθενός, των προσωπικών του αντοχών και της δυνατότητας να θωρακίζει αποτελεσματικά τον εαυτό του, να μετεξελιχθούν σε ανησυχητικά συμπτώματα νοσηματικών καταστάσεων κρίσεων πανικού, ψυχικής κόπωσης, κατάθλιψης ή γενικευμένης αγχώδους διαταραχής.

Το γεγονός, δε, ότι η επιλογή (agenda setting) και ο τρόπος μετάδοσης (framing) των ειδήσεων μπορούν να είναι τέτοια, ώστε να εκπαιδεύουν και να προσανατολίζουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο στην εστίαση στο αρνητικό στοιχείο που σοκάρει, επιτρέπει στην καταιγιστική και επίμονη επανάληψη να εντείνει την υποβολιμαία επίδρασή τους, κάνοντας τον δέκτη των αρνητικών ειδήσεων να τις «καταναλώνει» από ένα σημείο κι έπειτα παρορμητικά και να καταλήγει να πιστεύει ότι ο κόσμος είναι πιο άδικος και πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Άρα, να γίνεται περισσότερο απ’ όσο πρέπει εσωστρεφής, επιφυλακτικός και δύσπιστος απέναντι σε ό,τι βλέπει και ζει.
Αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, ο βομβαρδισμός αρνητικών ειδήσεων δύναται μακροπρόθεσμα να συμβάλει στη μείωση της εμπιστοσύνης -διαπροσωπικής και θεσμικής- και, αντιστρόφως, στη μεγέθυνση ενός μηδενιστικού κυνισμού («τίποτα δεν αλλάζει») και στην καλλιέργεια αδιαφορίας και απάθειας προς τα γύρω τεκταινόμενα· στοιχεία που μπορεί σταδιακά να μεθοδεύουν την απο-ευαισθητοποίηση του ατόμου σε εξωτερικά ερεθίσματα και την αποστασιοποίησή του από την κοινωνική και πολιτική συμμετοχή.

Στην πρώτη περίπτωση, η διαρκής αρνητικότητα ενισχύει τον λαϊκισμό, υποθάλπει ακραίες θέσεις και πόλωση, ευνοεί (υπερ)απλουστευτικές -άρα, με μεγάλο κίνδυνο παρερμηνειών- αφηγήσεις σύνθετων καταστάσεων και δημιουργεί ανά πάσα στιγμή εύκολους ενόχους για τη ρίψη αναθεμάτων, ενώ στη δεύτερη διαβρώνει τη συλλογική αισιοδοξία, συμπιέζει την αλληλεγγύη, υπονομεύει την κοινωνική συνοχή, προκαλεί κρίση αξιών και αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη στη δημοκρατική διαδικασία.

Αρνητικές ειδήσεις υπήρχαν πάντα, αλλά η δύναμη της αυξημένης ψυχολογικής τους επίδρασης στη σύγχρονη εποχή της λεγόμενης «έκρηξης της Κοινωνίας της Πληροφορίας» ενισχύεται καταλυτικά από την ευρεία διάχυση και πανσπερμία των ΜΜΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η ενημέρωση που τελείται πλέον και από τον άκρως εθιστικό δίαυλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης γίνεται αλγοριθμικά κατευθυνόμενη, δηλαδή μπορεί να εμφανίζει απρόκλητα στο timeline του χρήστη επιλεγμένο περιεχόμενο με βάση δεδομένα χρήσης που έχουν συλλεγεί με (ή και χωρίς) τη συγκατάθεσή του και με τη δυνατότητα πυροδότησης έντονων συναισθηματικών αντιδράσεων.

Αλλά το θέμα δεν σταματά εκεί, καθώς η αρχιτεκτονική σχεδίαση και η φιλοσοφία της λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι τέτοια, ώστε να μεθοδεύεται η πολλαπλασιαστική ισχύς των ειδήσεων και σε άλλους χρήστες δια της άμεσης αλληλεπίδρασης, η οποία καθίσταται εξαιρετικά εύκολη με ένα «κλικ» και παρέχει τη δυνατότητα του εκτεταμένου διαμοιρασμού (shares). Έτσι, όταν το προβαλλόμενο περιεχόμενο τείνει να είναι περισσότερο αρνητικό, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος επανεμφάνισης αρνητικών ειδήσεων και συντηρείται ένας αναπαραγωγικός μηχανισμός δυσάρεστου κλίματος και γενικευμένης απαισιοδοξίας, που μεταφέρεται αθόρυβα από το άτομο στο κοινωνικό σύνολο (hype).

Η υπερπροβολή αρνητικών ειδήσεων από τα ΜΜΕ, τα οποία, σημειωτέον, ασκούν λειτούργημα, αλλά είναι ταυτόχρονα και κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που χρειάζεται να επιβιώσουν, είναι ένα απτό παράδειγμα προσαρμογής στην ανθρώπινη ψυχολογική κατάσταση της «αρνητικής μεροληψίας» (negativity bias), ήτοι σε μία θεμελιώδη τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δίνει εκ φύσεως μεγαλύτερη βαρύτητα στα αρνητικά γεγονότα σε σχέση με τα θετικά.

Η εν λόγω τάση εντοπίζεται στην εξελικτική μας πορεία ως ζωικού είδους, καθώς η αυξημένη προσοχή σε κινδύνους, απειλές και κακά νέα ανάπτυσσε περισσότερο τις άμυνες και βοηθούσε στην επιβίωση. Δηλαδή, πίσω από την υπερπροβολή αρνητικών ειδήσεων δεν κρύβεται κατ’ ανάγκη κάποια σκιερή και ανίερη συνωμοσία που μας θέλει, ντε και καλά, υποτελείς και φοβισμένους, αλλά οικονομικά -κατά βάση- κίνητρα, τα οποία σε μία ελεύθερη αγορά υποχρεώνουν τα περισσότερα σύγχρονα ΜΜΕ να λειτουργούν με βάση διαφημίσεις, επισκεψιμότητα και engagement (που, φυσικά, επιτυγχάνεται με την ικανοποίηση της «ζήτησης»).

Βέβαια, κάτι τέτοιο στη σημερινή εποχή, όπου δεν τίθεται πια κυριολεκτικό ζήτημα επιβίωσης, αλλά, αντιθέτως, ο άνθρωπος έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη από εσωτερική ηρεμία, θετική προδιάθεση και ψυχικά αποθέματα για να αντιμετωπίζει τα προσωπικά του προβλήματα, δεν διαφοροποιεί το επιζήμιο τίμημα της υπερβολικής έκθεσης σε αρνητικές ειδήσεις, που συνοψίζεται στους προβληματισμούς που αναπτύξαμε παραπάνω.

Οι πιθανότεροι αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης θα ήταν, σε ατομικό επίπεδο, η υιοθέτηση πρακτικών φιλτραρίσματος και πιο κριτικής κατανάλωσης των ειδήσεων (media literacy), σε συνδυασμό με τον αυτοπεριορισμό του χρόνου έκθεσης, ενώ από την πλευρά τους τα ΜΜΕ θα μπορούσαν να συμβάλλουν προς την ίδια κατεύθυνση με την ενίσχυση της ισορροπημένης προβολής περιεχομένου, δίνοντας ανάλογο χρόνο στην παρουσίαση θετικών και εποικοδομητικών ειδήσεων, αλλά και με την αυστηρότερη περιφρούρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ώστε να τηρείται κατά το δυνατόν μία τέτοια -ευκταία- ισορροπία.
Κάθε πλευρά ας αναλάβει τις ευθύνες της και ας πράξει αναλόγως.