Κοινωνια

Πόσο Τσέχωφ αντέχουμε σήμερα;

Άλλαξα εγώ; Άλλαξε το θέατρο; Άλλαξε η εποχή; Ή μήπως άλλαξαν όλα μαζί;

Επιστήμη Μπινάζη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

H δυσκολία των κλασικών έργων να συγκινήσουν στη σημερινή εποχή με αφορμή τον «Βυσσινόκηπο» του Αντόν Τσέχωφ

Από την εποχή που πίστευα ότι το θέατρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο μέχρι την εποχή που φεύγω σκυφτή από τα μισά μιας παράστασης, επειδή απλώς δεν αντέχω άλλο, έχουν περάσει αρκετά χρόνια. Άλλαξα εγώ; Άλλαξε το θέατρο; Άλλαξε η εποχή; Ή μήπως άλλαξαν όλα μαζί;

Αυτά σκεφτόμουν προσπαθώντας να καταλάβω αν έχει ακόμη νόημα να ανεβαίνουν έργα του Τσέχωφ σήμερα. Και κυρίως αν υπάρχει πια για τον θεατή εκείνο το στοιχείο της έκπληξης: κάτι που δεν έχει ξαναδεί, κάτι που δεν έχει ήδη διαβάσει, κάτι που δεν του είναι εκ των προτέρων οικείο.

Επέλεξα να δω την παράσταση ή, για να είμαι ακριβής, αναγκάστηκα να τη δω από τον εξώστη της κεντρικής σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Πράγμα που στην πράξη σήμαινε ότι έβλεπα περίπου το ένα τέταρτο της σκηνής, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για μια θεατρική εμπειρία. Το εισιτήριο μπορεί να κόστιζε μόλις 10 ευρώ, αλλά και πάλι δεν γίνεται να πωλείται θέση με τόσο περιορισμένη ορατότητα, ακόμη κι αν αυτό είναι  εγγεγραμμένο στην ίδια την αρχιτεκτονική ενός θεάτρου του 1901. Στα θέατρα εκείνης της περιόδου, οι εξώστες, τα θεωρεία και οι πλάγιες θέσεις δεν σχεδιάζονταν με το σημερινό κριτήριο της πλήρους και ισότιμης ορατότητας για κάθε θεατή. Ήταν μέρος ενός μοντέλου «ιεραρχημένης» αίθουσας: άλλες θέσεις είχαν κύρος και άνεση, άλλες χαμηλότερο τίμημα αλλά σαφώς χειρότερη εμπειρία θέασης. Ξημερώσαμε στο 2026 και οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές. Αρκεί η ένδειξη «περιορισμένης ορατότητας» και η χαμηλότερη τιμή για να θεωρήσουμε ότι η εμπειρία του θεατή με εμπόδιο ένα στηθαίο ή ένα κιγκλίδωμα είναι θεμιτή;

Το δεύτερο έχει να κάνει με την ίδια την παράσταση και, ίσως, με τη δική μου ηλικία. Γιατί τα φωτεινά πρόσωπα των νεότερων θεατών που κάθονταν γύρω μου έδειχναν να απολαμβάνουν πολύ περισσότερο το έργο και τον συμβολισμό του «Βυσσινόκηπου». Ίσως ο «Βυσσινόκηπος» να λειτουργεί αλλιώς όταν είσαι ακόμη στην ηλικία που πιστεύεις ότι όλα μπορούν να αποκτήσουν σημασία για πρώτη φορά.

Στον κόσμο του 2026, όμως, με έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή σε εξέλιξη, με τη Ρωσία να παραμένει σε ουκρανικό έδαφος, με μια παγκόσμια αίσθηση διαρκούς ανάφλεξης, ο βυσσινόκηπος του καθενός είναι πια κάτι εντελώς προσωπικό: η ασφάλεια, η μνήμη, η τάξη, η παιδική ηλικία, η ιδέα ότι κάτι σταθερό μπορεί να διασωθεί.

Καθήμενη λοιπόν σε τυφλό σημείο του θεάτρου και μην έχοντας τη δυνατότητα να ξεγλιστρήσω εκτός, έκανα αυτό στο οποίο ήμουν καλή στο σχολείο για να μην βαρεθώ: φιλολογική ερμηνεία. Ή κάπως έτσι το αποκαλούσαμε τότε;

Η υπόθεση του «Βυσσινόκηπου» με λίγα λόγια, γιατί δεν είστε και υποχρεωμένοι να τη γνωρίζετε, είναι η εξής: Μια αριστοκρατική οικογένεια επιστρέφει στο πατρικό της κτήμα, αλλά είναι βυθισμένη στα χρέη και αδυνατεί να το σώσει. Ο Λοπάχιν, γιος πρώην δουλοπάροικου που έχει πια πλουτίσει, προτείνει μια πρακτική λύση αλλά εκείνοι αρνούνται να αποχωριστούν το παρελθόν τους. Να κόψουν τα δέντρα του Βυσσινόκηπου και να χτίσουν εξοχικές κατοικίες. Κάτι σαν Airbnb ας πούμε. Τελικά, το κτήμα και ο Βυσσινόκηπος πωλούνται στον Λοπάχιν, συμβολίζοντας το τέλος ενός κόσμου και την έλευση ενός νέου. Αλλά αυτή είναι μια πρόταση που κολλάει στα περισσότερα κλασικά έργα.

Μπουμ!

Αν κάποιος διασκεύαζε τον «Βυσσινόκηπο» σήμερα, ίσως θα έβαζε τους ήρωες να κρατούν κινητά, να στέλνουν μηνύματα αντί να μιλούν, να διακόπτουν ο ένας τον άλλον, να μην ολοκληρώνουν ποτέ μια συζήτηση.

Σήμερα ο Λοπάχιν θα μπορούσε να είναι ο Τζεφ Μπέζος ή ο Ίλον Μασκ. Ο νέος οικονομικός παίκτης που δεν έχει τρόπους παλιάς αστικής τάξης, αλλά διαθέτει ρευστότητα, πειθαρχία και ένστικτο αγοράς.

Η Ρανέφσκαγια είναι ο τύπος του ανθρώπου που συγχέει την ευαισθησία με την ευθύνη. Ο τύπος του ανθρώπου που χρεοκόπησε γιατί δεν ήταν προσαρμοστικός. Προσαρμοστικότητα. Η αρετή της εποχής μας.

Με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ την κίνηση των ηθοποιών πάνω στη σκηνή. Στροβιλίζονται στον χώρο σχεδόν ενοχλητικά. Κάνουν θόρυβο. Ανοίγουν και κλείνουν πόρτες, κούτες, σεντούκια. Γιατί με ενοχλεί η νευρική κινητικότητα; Μήπως έχω συνηθίσει στον ρυθμό της ακινησίας μπροστά από μια οθόνη; Κάντε το εικόνα. Ακόμη κι εσείς που διαβάζετε αυτό το άρθρο είστε μπροστά σε μια οθόνη. Κοιτάξτε γύρω σας. Το ίδιο και οι άλλοι.

Να λοιπόν άλλη μια παράμετρος που μας χωρίζει από τα κλασικά έργα. Ο ρυθμός της ανθρώπινης κίνησης. Εμείς είμαστε πια άνθρωποι ανήσυχοι, νευρικοί, χωρίς υπομονή. Δεν μας χωράει ούτε η καρέκλα του θεάτρου. Δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε τη βραδύτητα ενός περασμένου χρόνου. Έχουμε εκπαιδευτεί στην ακαριαία εναλλαγή εικόνων και συναισθημάτων.

Το ρεπερτόριο δεν στερείται κλασικών έργων. Στερείται από έμπνευση στην προσέγγισή τους και από θεατές με πρόσκαιρα συμπτώματα πλήξης και άνοιας.