Κοινωνια

Εκπαιδευτικός: Επάγγελμα δίχως αύριο;

Yφίσταται ανάγκη άμεσης μεταστροφής κλίματος σε όλα τα επίπεδα (γονείς, μαθητές, πολιτεία) και μίας ειλικρινούς επαναθεώρησης της κρισιμότητας της θέσης, της αξίας και του ρόλου του.

Αριστοτέλης Σταμούλας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο θάνατος εκπαιδευτικού στη Θεσσαλονίκη, οι πιεστικές συνθήκες εργασίας, η απαξίωση του ρόλου των δασκάλων και τα προβλήματα της εκπαίδευσης.

Ο θάνατος, ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο, μίας καθηγήτριας αγγλικών που υπηρετούσε σε σχολείο της Θεσσαλονίκης προκάλεσε θλίψη στους οικείους της, αλλά και άπειρες δημόσιες συζητήσεις, στρεφόμενες, ως επί το πλείστον, γύρω από το ζήτημα των εργασιακών συνθηκών της άτυχης εκπαιδευτικού και επιχειρώντας τη συσχέτισή τους με τα βαθύτερα αίτια του τραγικού αυτού συμβάντος.

Ωστόσο, στην ανακοίνωση που εξέδωσε ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του εμπλεκόμενου σχολείου αναφέρεται, ορθώς, ότι η διερεύνηση των πραγματικών συνθηκών του περιστατικού και η απόδοση τυχόν ευθυνών οφείλουν να είναι υπόθεση θεσμικών διαδικασιών (και όχι πιθανολογούμενων υποθέσεων κάθε άσχετου ή μη δημοσιολογούντα). Ικανοποιώντας μία τέτοια -σωστή- απαίτηση, έχει ήδη διαταχθεί ένορκη διοικητική εξέταση από το Υπουργείο Παιδείας, καθώς και η διεξαγωγή παράλληλης έρευνας από τον αρμόδιο εισαγγελέα.

Βέβαια, μέχρι οι παραπάνω διαδικασίες να περαιωθούν και να καταλήξουν σε κάποιο αποκαλυπτικό πόρισμα, δεν θα πρέπει στο μεταξύ να παραβλέπονται οι εκπεφρασμένοι ισχυρισμοί πολύ κοντινών -άρα, με ιδία γνώση των γεγονότων- προσώπων της αποθανούσας, των συγγενών και του συντρόφου της, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, λογικά θα κληθούν να συμβάλουν και στη συγκέντρωση του μαρτυρικού υλικού των εν εξελίξει ερευνών (τουλάχιστον της εισαγγελικής). Ισχυρισμοί που, ουσιαστικά, αποτυπώνουν την άσκηση ακραίας πίεσης λόγω bullying και ανυπόφορων εργασιακών συνθηκών όσο, όμως, και τη φερόμενη ύπαρξη καταγγελιών της ίδιας της εκπαιδευτικού σχετικά με δύσκολες συμπεριφορές που ήταν αναγκασμένη να υφίσταται και να υπομένει κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων της.

Ανάλογες -απαράδεκτες- συνθήκες, υπό τις οποίες ήταν ομοίως αναγκασμένος να κάνει μάθημα, περιέγραφε με εξαιρετικά παραστατικό τρόπο σε ανοιχτή επιστολή-καταγγελία του στο πρόσφατο παρελθόν (2022) και αναπληρωτής εκπαιδευτικός διορισμένος σε ΕΠΑΛ, κάνοντας λόγο για τη λειτουργία της συγκεκριμένης σχολικής μονάδας υπό το ανεξέλεγκτο κράτος νταήδων μαθητών, οι οποίοι με την αγενή, εξευτελιστική όσο και εκφοβιστική συμπεριφορά τους σε καθημερινή βάση, που περισσότερο προσιδίαζε σε προαυλιζόμενους κρατούμενους φυλακής, κατέλυαν προκλητικά κάθε είδους κανόνα που αναμένει κανείς να τηρείται ευλαβικά σε έναν χώρο που είναι ταγμένος να υπηρετεί βασικές εκπαιδευτικές ανάγκες νεαρών ατόμων.

Ο δάσκαλος, ως στόχος πειραγμάτων μαθητών λόγω είτε της υπερβολικής του αυστηρότητας ή αδεξιότητας είτε της επιρρέπειάς του σε κωμικές καταστάσεις είτε λόγω της αδυναμίας του να κρατά τον έλεγχο της τάξης, ήταν πάντα μία τυπική φιγούρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, την οποία όλοι εμείς οι παλαιότεροι, αλλά και οι επόμενοι από εμάς σίγουρα έχουμε συναντήσει (και, ειλικρινώς, ίσως έχουμε συμβάλει στη διαμόρφωσή της) κάποια στιγμή στη σχολική μας διαδρομή.

Αφενός, όμως, τα σημερινά «πειράγματα» δείχνουν να έχουν ξεφύγει σε ένταση, κακοβουλία, σφοδρότητα έως και επικινδυνότητα για την ίδια τη σωματική ακεραιότητα και ψυχολογική υγεία των εκπαιδευτικών, αφετέρου, για κάποιον λόγο που μάλλον δεν σπουδαιολογήσαμε αρκετά στην πορεία ούτε ασχοληθήκαμε επισταμένα να εξηγήσουμε, η κοινωνία δείχνει προοδευτικά να απομακρύνεται από την αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού ως προτύπου συμπεριφοράς, ως δεύτερης οικογένειας για τα παιδιά, ως φορέα αξιών και πειθαρχίας μέσα στην τάξη, ως ανθρώπου που διδάσκει, αλλά ταυτόχρονα διαπαιδαγωγεί, του οποίου το κύρος και η λειτουργηματική αποστολή (πρέπει να) αναγνωρίζονται ευρέως και (να) του προσδίδουν κοινωνικό σεβασμό, στον οποίο και ο ίδιος πολλές φορές προσβλέπει για την άντληση μίας ηθικής ικανοποίησης, εν αντιθέσει με τη συγκριτικά μικρότερη ευχαρίστηση που μπορεί να νιώθει από τις περιορισμένες οικονομικές απολαβές του επαγγέλματος (σύμφωνα με στοιχεία του ευρωπαϊκού δικτύου «Ευρυδίκη», οι νεοδιοριζόμενοι δάσκαλοι και καθηγητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα λαμβάνουν τον τρίτο χαμηλότερο μισθό στην Ευρώπη).

Δεν είναι, όμως, μόνο οι μαθητές στο επίκεντρο κάποιων παρατηρούμενων φαινομένων που κρούουν πολλά ανησυχητικά καμπανάκια. Παλαιότερα (2024), το περιστατικό της αποβολής μαθητή εξαιτίας της κατοχής και χρήσης κινητού τηλεφώνου εντός της σχολικής αίθουσας (ενέργεια που απαγορεύτηκε με πολύκροτη νομοθεσία που εισήγαγε εκείνη την περίοδο το Υπουργείο Παιδείας) έφερε στο φως τις έντονες αντιδράσεις των γονιών του για -υποτίθεται- υπερβολική και καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της διευθύντριας του σχολείου.

Έφερε, όμως, στον νου μας και κάθε ανάλογο συμβάν, όπου οι εκπαιδευτικοί δέχονται συχνά-πυκνά μέχρι και απαράδεκτες επιθέσεις, όταν, φερ’ ειπείν, «τολμούν» να βαθμολογήσουν χαμηλά με αντικειμενικό κριτήριο τη μαθητική επίδοση ή κι όταν ακόμα στο πλαίσιο της δουλειάς τους εντοπίζουν σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες και αναλαμβάνουν την ευθύνη να συστήσουν την αντιμετώπισή τους, συναντώντας ωστόσο την έντονη, μα στον πυρήνα της βαθιά προβληματική αμφισβήτηση των γονέων, που βλέπουν τα παιδιά τους πάντοτε σαν αψεγάδιαστα υποδείγματα μαθητών που δεν χρειάζονται κανένα συνετισμό ή βελτίωση και, αντιθέτως, ρίχνουν το βάρος της υπαιτιότητας για κάθε τι στραβό στην -κατά την αυθαίρετη κρίση τους- αμφίβολη επαγγελματική επάρκεια του εκπαιδευτικού.

Δυστυχώς, οι καταστάσεις που δυσχεραίνουν το εκπαιδευτικό λειτούργημα και το κάνουν να ακροβατεί ορισμένες φορές σε κόκκινες γραμμές δεν εξαντλούνται ούτε μέχρις αυτού του σημείου.

Ο ιδιότυπος θεσμός της αναπλήρωσης στην ελληνική εκπαίδευση, που έχει μετατρέψει σε κανονικότητα μία λύση ανάγκης για την πρόσκαιρη κάλυψη κενών που διαπιστώνονται κατά την έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς, λόγω είτε μακροχρόνιων αδειών που λαμβάνουν μόνιμοι εκπαιδευτικοί είτε δυσκολιών στελέχωσης σχολείων απομακρυσμένων περιοχών είτε λόγω άρνησης διορισμών (σ.σ. σύμφωνα με στοιχεία του ΑΣΕΠ, το σχετικό ποσοστό γενικά σε όλο το δημόσιο, που αφορά όμως και υποψήφιους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αυξήθηκε κατά 106% το 2025 σε σχέση με το 2021), αναδεικνύει τη χαμηλή ελκυστικότητα του επαγγέλματος.

Πράγματι, η τεράστια οικονομική επιβάρυνση που υφίστανται οι διοριζόμενοι σε περιοχές με τεράστιο κόστος διαβίωσης αναπληρωτές, το οποίο αντικειμενικά δεν μπορούν να καλύψουν με τον χαμηλό μισθό τους, αλλά και η επαγγελματική αβεβαιότητα που βιώνουν κάθε καλοκαίρι εν αναμονή του πού (και αν) θα τοποθετηθούν την επόμενη χρονιά, που αναπόφευκτα δημιουργεί ψυχοφθόρες συνθήκες ανασφάλειας, διαμορφώνουν συνδυαστικά ένα μάλλον αφιλόξενο και αντιδημοφιλές περιβάλλον, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε αθρόες παραιτήσεις: Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία στο alfavita.gr, το σχολικό έτος 2024-2025 περισσότεροι από 1.500 αναπληρωτές υπέβαλαν παραίτηση, ενώ περισσότεροι από 1.000 έπραξαν το ίδιο και κατά το σχολικό έτος 2023-2024.

Εκτός από αμιγώς μαθησιακές ανάγκες και καθημερινές διδακτικές προκλήσεις εντός της τάξης, ο σύγχρονος εκπαιδευτικός καλείται να αντιμετωπίσει, επιπλέον, αποκλίνουσες συμπεριφορές και ψυχοκοινωνικά προβλήματα που προέρχονται από την κοινωνία ή την οικογένεια, δρώντας υπό ένα διαρκές και αγωνιώδες καθεστώς επαγγελματικών αβεβαιοτήτων, γραφειοκρατικών και διοικητικών αλλαγών, πολυπολιτισμικών ανακατατάξεων, τεχνολογικής προόδου, αυξημένης γονικής παρέμβασης, αλλά την ίδια στιγμή και εντός ενός αποθαρρυντικού πλαισίου αδύναμων κινήτρων, το οποίο διαμορφώνεται όχι μόνο από τις πενιχρές μισθολογικές απολαβές, που είναι αναντίστοιχα χαμηλές προς τις υψηλές απαιτήσεις, αλλά και από το κύμα μίας διογκούμενης αμφισβήτησης, στα όρια απαξίωσης της επαγγελματικής του υπόστασης.

Σε μία εποχή, όμως, που το εκπαιδευτικό λειτούργημα παραμένει θεσμικά κομβικό και κοινωνικά κρίσιμο, αλλά την ίδια στιγμή γίνεται ολοένα πιο σύνθετο και απαιτητικό, ο εκπαιδευτικός δεν είναι μόνο κλασικός φορέας γνώσης, αλλά επιπλέον παιδαγωγός, διαμεσολαβητής, ψυχολόγος, διαχειριστής προβλημάτων και καταστάσεων, ακόλουθος επιστημονικών εξελίξεων και γνώστης της τεχνολογίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, επομένως, ότι υφίσταται ανάγκη άμεσης μεταστροφής κλίματος σε όλα τα επίπεδα (γονείς, μαθητές, πολιτεία) και μίας ειλικρινούς επαναθεώρησης της κρισιμότητας της θέσης, της αξίας και του ρόλου του.